Οι σχέσεις Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης!..

Κωδικός Πόρου: 00285-112220-3004
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 25/08/12 16:45
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Εθνικά Θέματα, 00285-112220-3004




Περιγραφή:

Οι σχέσεις Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης!..

Η πορεία των σχέσεων Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης έτσι όπως έχει καταγραφεί στα ιστορικά και διπλωματικά έγγραφα από τον καιρό που άρχισαν οι διερευνητικές συνομιλίες οι οποίες ξεκίνησαν το Σεπτέμβριο του 1959 και τις επίσημες διαπραγματεύσεις του Μαρτίου του 1961 μέχρι την υπογραφή της συμφωνίας για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ τον Μάϊο του 1979!..  Ας ρίξουμε σήμερα μια ματιά στο πρώτο κείμενο που ακολουθεί!...

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ  - ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Η αφετηρία

Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το Μάρτιο του 1957, ύστερα από την υπογραφή της σχετικής συνθήκης στη Ρώμη από τη Γαλλία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Ιταλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία, προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ελλάδας για μελλοντική συμμετοχή στον υπερεθνικό αυτό οργανισμό. Έτσι, στις 8 Ιουνίου 1959 η χώρα μας υπέβαλε αίτηση σύνδεσής της με την ΕΟΚ.
Η ελληνική κυβέρνηση προτίμησε να υποβάλει αίτηση σύνδεσης και όχι ένταξης επειδή ακριβώς γνώριζε πως οι υστερούσες βιομηχανικές δομές της δεν θα επέτρεπαν την πλήρη και άμεση ένταξή της σε έναν οργανισμό όπου συμμετείχαν 6 από τις πιο ανεπτυγμένες δυτικές χώρες. Για το λόγο αυτό προτιμήθηκε η λύση της σύνδεσης – μια λύση που θα έδινε τη δυνατότητα στην Ελλάδα να μπορέσει να αναπτύξει την οικονομία της και, μακροπρόθεσμα, να μπορέσει να ενταχθεί ως πλήρες μέλος στην Κοινότητα. Η σύνδεση θα έπαιρνε τη μορφή της πλήρους τελωνειακής ένωσης κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που θα ολοκληρωνόταν σε 22 χρόνια. Μια ρήτρα ασφαλείας επέτρεπε τη θέσπιση δασμών, εντός αυστηρά καθορισμένων ορίων, με σκοπό την ενθάρρυνση των νέων βιομηχανιών. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα, μέσω σχετικού πρωτοκόλλου, εξασφάλιζε δάνειο με χαμηλό επιτόκιο, ύψους 125 εκατ. δολ.
Σε γενικές γραμμές μπορεί να υποστηριχθεί πως η συμφωνία σύνδεσης είχε τρεις βασικούς στόχους: α) τη δημιουργία μιας τελωνειακής ένωσης μεταξύ Ελλάδας και ΕΟΚ, με την παράλληλη υιοθέτηση από τη χώρα μας των δασμών που ίσχυαν στην ΕΟΚ για εισαγωγές από τρίτες χώρες, β) την εναρμόνιση της οικονομικής πολιτικής, με έμφαση στην αντίστοιχη αγροτική, σε διάστημα 22 ετών, μέσω της σταδιακής κατάργησης των δασμολογικών και ποσοτικών περιορισμών στις ανταλλαγές Ελλάδας-ΕΟΚ, γ) την οικονομική βοήθεια της ΕΟΚ για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Οι διερευνητικές συνομιλίες ξεκίνησαν το Σεπτέμβριο του 1959 και οι επίσημες διαπραγματεύσεις στις 21 Μαρτίου του 1961. Η υπογραφή της σύνδεσης πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου του 1961. Στην ομιλία του ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που εκπροσωπούσε την ελληνική πλευρά, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, τόνισε μεταξύ άλλων: «Η σύνδεση της Ελλάδας με τη Μεγάλη Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι, πρώτιστα, μια πολιτική πράξη… Η συμφωνία που υπογράφουμε αποτελεί τη βάση για την οικονομική ένωση της Ελλάδας με τις έξι χώρες σας, που συμβαίνει να βρίσκονται επικεφαλής της προόδου της ανθρωπότητας και στον οικονομικό και στον κοινωνικό και στον επιστημονικό τομέα• ο ελληνικός λαός αντιλαμβάνεται πλήρως τη σημασία που έχει γι’ αυτόν η συμφωνία… Η επιτυχής περάτωση των διαπραγματεύσεων δεν είναι παρά μια μεγάλη και δύσκολη αρχή. Η Ελλάδα δεν θα υπολογίσει κόπους και θυσίες προκειμένου να φανεί αντάξια της εμπιστοσύνης που της δείχνετε με την Πράξη που υπογράφουμε σήμερα• από την πλευρά της, είναι σίγουρη πως οι χώρες σας θα φανούν αντάξιες της μεγάλης αποστολής που τους έχει ανατεθεί από τη συνθήκη της Ρώμης».
Στη δική του ομιλία ο Ludwig Erhart, πρόεδρος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, υπογράμμισε: «Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών, υπογράφοντας τη συμφωνία σύνδεσης με την Ελλάδα, έχουν συνείδηση ότι προβαίνουν σε μια πράξη πολύ μεγάλης σημασίας για την Ελλάδα, για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και, γενικότερα, για την αλληλεγγύη της Δύσης».
Η συμφωνία ετέθη σε ισχύ από την 1η Νοεμβρίου του 1962, αφού το Φεβρουάριο του 1962 εγκρίθηκε από την ελληνική βουλή. Στη σχετική του ομιλία ο υπουργός Συντονισμού Π. Παπαληγούρας είχε δηλώσει: «Η σύνδεσις καθιστά δυνατήν την δημιουργίαν μεγάλων και εκσυγχρονισμένων παραγωγικών μονάδων, διανοίγει εξαγωγικάς ευκαιρίας υπέρ των κλασικών εξαγωγικών προϊόντων μας, αλλά και υπέρ αγροτικών προϊόντων τα οποία μέχρι τούδε δεν εξήγοντο… Θα παράσχη, εφαρμοζόμενη, ευκαιρίας απασχολήσεως του εργατικού μας δυναμικού και θα στερεώση την βάσιμον ελπίδα ότι, σιγά σιγά, αναπροσαρμοζόμενης της όλης μας οικονομίας και αναπτυσσόμενης συμφώνως προς τα ευρωπαϊκά μέτρα, οι Έλληνες εργαζόμενοι θα απολαύσουν εκείνων των αγαθών που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί των… Ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας … είναι απλούστατα, εντός της στενής περιοχής της ελληνικής αγοράς, ανέφικτος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επεδιώξαμεν την ταχυτέραν δυνατήν σύνδεσιν της χώρας με την Κοινότητα».
Το μόνο κόμμα που τάχθηκε ενάντια στη συμφωνία σύνδεσης ήταν η ΕΔΑ, ενώ επικρίσεις διατυπώθηκαν και από ορισμένους παράγοντες του πνευματικού κόσμου, καθώς και από σημαντικό αριθμό εκπροσώπων βιοτεχνικών και εμποροβιομηχανικών ενώσεων, αλλά και από το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ). Χαρακτηριστικά, ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Ν. Κιτσίκης ανέφερε: «Από άποψιν οικονομικήν η σύνδεσις θα έχη μέγιστον ανασταλτικόν αντίκτυπον στην εξέλιξιν της ελληνικής βιομηχανίας, θα δυσχεράνη σε μέγιστον βαθμόν κάθε προσπάθειαν, όχι μόνον της βαρείας εκβιομηχανίσεως, την οποία οριστικά θα ματαιώση, αλλά και της ελαφράς των μέσων κατανάλωσης, την οποία σοβαρότατα θα περιορίσει». Παράλληλα, σε μελέτη του ΚΕΠΕ, το οποίο αποτελούσε συμβουλευτικό όργανο της κυβέρνησης, σημειωνόταν: «Η παρούσα σύνδεση και η προσδοκώμενη πλήρης προσχώρηση της Ελλάδας στην ΕΟΚ δεν θα βοηθούσε στην προαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης – αντιθέτως, είναι πιθανόν να προκαλέσει σημαντικές ταλαιπωρίες, να βλάψει ζωτικά ελληνικά συμφέροντα και, εν συντομία, να θέσει σε κίνδυνο τη χώρα όσον αφορά το ισοζύγιο πληρωμών και την οικονομική πρόοδο».

Η περίοδος της δικτατορίας

Η πραγματοποίηση του απριλιανού πραξικοπήματος και η ανάληψη της εξουσίας από τους συνταγματάρχες δημιούργησαν δισεπίλυτα προβλήματα για τα κράτη-μέλη της ΕΟΚ, που διακρίνονταν από την ύπαρξη μια αδιατάρακτης κοινοβουλευτικής ομαλότητας. Αυτό που γινόταν αντιληπτό από τους ιθύνοντες της ΕΟΚ είναι πως στην Ελλάδα είχε συντελεστεί μια βαθιά μεταλλαγή του καθεστώτος, με αποτέλεσμα να υπάρχουν προβληματισμοί όσον αφορά το κατά πόσο θα μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η σχέση. Για το λόγο αυτό στις 2 Μαΐου του 1967 (12 μέρες μόλις μετά το πραξικόπημα) συνεδρίασε η Μεικτή Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελλάδας-ΕΟΚ, που διατύπωσε σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσαν να διατηρηθούν οι βάσεις της αρχικής συμφωνίας σύνδεσης στο πλαίσιο της νέας πολιτικής κατάστασης. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα πως αδυνατούσε να λειτουργήσει για το διάστημα αναστολής των δημοκρατικών θεσμών και πρότεινε να μην υπάρξει καμία απόφαση που να προωθούσε περαιτέρω τη συμφωνία, καθώς και τις χρηματοδοτήσεις που αυτή προέβλεπε. Λίγες μέρες αργότερα, στις 8 Μαΐου 1967 ο πρόεδρος της Μεικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής κ. Schuijt και ο πρόεδρος της Πολιτικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Martino, υποβάλλοντας σχετική ερώτηση προς την Commission, ζήτησαν να συζητηθεί η πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Από την πλευρά του, στις 10 Μαΐου 1967 το Ευρωπαϊκό Κοινιβούλιο ενέκρινε ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο «η συμφωνία σύνδεσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελλάδας, που προβλέπει τη μεταγενέστερη ένταξη της χώρας αυτής στην Κοινότητα, θα μπορέσει να εφαρμοστεί στις διάφορες φάσεις της μόνον αν οι δημοκρατικοί θεσμοί διακυβέρνησης και οι συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες αποκατασταθούν στην Ελλάδα». Το αποτέλεσμα ήταν η συναίνεση και της Commission στην αναστολή της ισχύος της συμφωνίας σύνδεσης, με σχετική απόφαση που κοινοποίησε στο Συμβούλιο.
Στις 28 Νοεμβρίου του 1967 ο πρόεδρος του Συμβουλίου Σύνδεσης δήλωσε μεταξύ άλλων: «Οφείλαμε να διακόψουμε τις συνομιλίες σχετικά με τις μελλοντικές προοπτικές της σύνδεσης και κυρίως την εναρμόνιση της αγροτικής πολιτικής και τη χρηματοδοτική βοήθεια». Ουσιαστικά, επρόκειτο για αναστολή της συμφωνίας σύνδεσης – εξέλιξη που πρακτικά σήμαινε πως θα εφαρμόζονταν μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις (βασικά, την πραγματοποίηση της τελωνειακής ένωσης), ενώ θα αναστέλλονταν οι διατάξεις που σχετίζονταν με την εναρμόνιση της αγροτικής πολιτικής, τη χορήγηση της οικονομικής βοήθειας, την ελεύθερη διακίνηση των προσώπων και υπηρεσιών, καθώς και το συντονισμό στην οικονομική πολιτική.
Η κατάσταση αυτή παρέμεινε στάσιμη και τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, στις 3 Φεβρουαρίου 1970 το Συμβούλιο Υπουργών, κατόπιν σχετικής δήλωσης του Βέλγου προέδρου του Pierre Harmel, επιβεβαίωσε εκ νέου την αναστολή των περισσότερων ρυθμίσεων της συμφωνίας σύνδεσης, εμμένοντας μόνο στην πραγματοποίηση όσων σχετίζονταν με ζητήματα τρέχουσας διαχείρισης.
Από την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την επανέναρξη της διαπραγματεύσεων μέχρι την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης
Μόλις δύο μέρες μετά την κατάρρευση της δικτατορίας η Commission συνεδρίασε και διαπίστωσε πως «οι πρόοδοι της δημοκρατίας δεν μπορούν παρά να έχουν θετικές επιδράσεις στην ανάπτυξη της σύνδεσης της Ελλάδας με την Κοινότητα». Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση έστειλε υπόμνημα στις 22 Αυγούστου του 1974 στην Commission και στην προεδρία του Συμβουλίου Υπουργών, το οποίο αναφερόταν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων και ζητούσε την άμεση επανενεργοποίηση των συμφωνίας μέσω μιας σειράς συγκεκριμένων μέτρων: αποκατάσταση σχέσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εναρμόνιση της αγροτικής πολιτικής κ.λπ. Η απάντηση από την πλευρά του Συμβουλίου υπήρξε σχετικά άμεση, καθώς στις 17 Σεπτεμβρίου του 1974 αποφάσισε πως μπορούν να επαναλειτουργήσουν τα όργανα της συμφωνίας σύνδεσης, έτσι ώστε να προωθηθεί η πλήρης εφαρμογή της και να διευκολυνθεί η μελλοντική ένταξη της Ελλάδας στην Κοινότητα. Επιπλέον, στις 26 Σεπτεμβρίου του 1974, έδωσε τη συναίνεσή του και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την άμεση εκ νέου ενεργοποίηση της συμφωνίας.
Η επανασύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας και Κοινότητας ενθάρρυνε την ελληνική κυβέρνηση, που επεδίωκε, σε σύντομο χρονικό διάστημα, την πλήρη ένταξη της χώρας. Έτσι, στις 5 Ιουνίου 1975, η Ελλάδα υπέβαλε αίτηση προσχώρησης στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα [ΕΟΚ], την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα [ΕΚΑΧ] και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας [ΕΚΑΕ]).

Το κείμενο της αίτησης ένταξης της Ελλάδας είχε ως εξής:

«Εκ μέρους της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας έχω την τιμή να ενημερώσω την Υμετέραν Εξοχότητα ότι η Ελλάς διά της παρούσης ζητά να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 237 της ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΟΚ» (Αθήνα, 12 Ιουνίου 1975).
Κωνσταντίνος Καραμανλής (υπογραφή).

Για να αιτιολογηθεί η ενέργεια αυτή, προβλήθηκαν δύο ειδών λόγοι: α) οι θεμελιώδεις νομιμοποιητικοί και β) οι άμεσοι.
Ως θεμελιώδεις θεωρήθηκαν: Ι) το γεγονός πως από γεωπολιτική άποψη η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη, ΙΙ ) η μακραίωνη κοινή πολιτιστική παράδοση, ΙΙΙ ) η επιθυμία της Ελλάδας για τη δημιουργία, μακροπρόθεσμα, ενός κοινού ευρωπαϊκού κράτους στο οποίο θα συμμετείχαν όλα τα κράτη-μέλη της Κοινότητας.
Ως άμεσοι λόγοι αναφέρθηκαν: Ι) ο πολιτικός παράγοντας: η σταθεροποίηση του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Ελλάδα και η ανάγκη εξέλιξής του μέσα στα δυτικοευρωπαϊκά πλαίσια, ΙΙ ) ο στρατιωτικός παράγοντας: η διασφάλιση των υφιστάμενων συνόρων της Ελλάδας μέσα από τον πολιτικό σχηματισμό της ενοποιούμενης Ευρώπης, ΙΙΙ ) ο οικονομικός παράγοντας: διασφάλιση για το ότι η ελληνική οικονομία θα κατόρθωνε να υπερκεράσει τα χαρακτηριστικά της καθυστέρησης της οικονομικής δομής και να φτάσει το επίπεδο των ανεπτυγμένων δυτικών κρατών.
Η ενέργεια αυτή υποστηρίχτηκε από την πλειοψηφία του ελληνικού κοινοβουλίου – ακόμα και του μεγαλύτερου τμήματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Συγκεκριμένα, ο Γεώργιος Μαύρος, πρόεδρος της Ένωσης Κέντρου-Νέες Δυνάμεις, είχε επισημάνει τα εξής: «Η πλήρης ένταξη της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές κοινότητες μαζί με τις οικονομικές δυνατότητες που προσφέρει κατοχυρώνει τη θέση και το κύρος της Ελλάδας στο διεθνή πολιτικό χώρο». Ακόμα και τα δύο μικρά κόμματα της Ανανεωτικής Αριστεράς (ΕΔΑ και ΚΚΕ Εσωτερικού) υποστήριξαν την ένταξη. Είναι ενδεικτικά τα όσα ανέφερε τότε ο Λεωνίδας Κύρκος, βουλευτής και μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ Εσωτερικού: «Η ολοκλήρωση διαμορφώνει και πάλι αντικειμενικά νέες δυνατότητες… για μιαν άλλη προοπτική οικονομικής ανάπτυξης και πολιτικής εξέλιξης προς την προχωρημένη μορφή δημοκρατίας και προς τον σοσιαλισμό. Σε αυτή τη δεύτερη διάσταση, πιστεύουμε ότι ανήκει το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι κοινές ελπίδες των λαών των χωρών μας ενσαρκώνονται στην ιδέα της Ευρώπης των εργαζομένων».
Στον αντίποδα βρέθηκαν το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ, που αντιτάχθηκαν στην προοπτική της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Σύμφωνα με τον Ανδρέα Παπανδρέου, πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, «η ένταξη στην ΕΟΚ αντιστρατεύεται τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής και... έρχεται σε σύγκρουση με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ελληνικού λαού». Το ενδεχόμενο ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ θα οδηγούσε στην «υποταγή της σε ένα κέντρο δύναμης έξω από την Ελλάδα».
Σε παρόμοιες θέσεις κινούνταν και το ΚΚΕ, όπου σε κύριο άρθρο του Ριζοσπάστη αναφερόταν μεταξύ άλλων: «Η Κοινή Αγορά είναι ένας κλειστός οικονομικός συνασπισμός των μεγάλων εθνικών και διεθνικών ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων και αποτελεί το υπόβαθρο όλων των τυχοδιωκτικών κοσμοκρατορικών επιδιώξεων του αμερικανονατοϊκού ιμπεριαλισμού... Συνεπώς, η ένταξη της χώρας μας στην Κοινή Αγορά θα υπηρετήσει τα συμφέροντα μόνο μιας χούφτας ελληνικών μονοπωλιακών κύκλων και των ξένων συνεργατών τους. Θα οδηγήσει σε απομόνωση τη χώρα από τον άλλο κόσμο... θα μεγαλώσει ακόμη πιο πολύ τους κινδύνους κατάλυσης των δημοκρατικών θεσμών... θα οξύνει και θα βαθύνει ακόμα περισσότερο τα μεγάλα εθνικά και λαϊκά προβλήματα».
Σε κάθε περίπτωση και παρά τις όποιες αντιρρήσεις, η αίτηση ένταξης ακολούθησε την προβλεπόμενη γραφειοκρατική διαδικασία, και στις 29 Ιανουαρίου του 1976 η Commission διατύπωσε τη θέση της για το ελληνικό αίτημα. Χωρίς να είναι άμεσα απορριπτική, η απάντησή της στην ουσία αποτελούσε μια πρόταση αναβολής της ελληνικής αίτησης. Κι αυτό γιατί, ενώ, από τη μια, απαντούσε θετικά στο αίτημα ένταξης μέσω της σύστασης επιτροπής για άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων, από την άλλη πρότεινε, παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις αυτές, την ύπαρξη ενός σταδίου προένταξης, αναιρώντας ουσιαστικά την προηγούμενη καταφατική απάντηση. Ως αιτιολογικό αναφερόταν το γεγονός ότι «η ελληνική οικονομία στο παρόν στάδιο περιέχει έναν αριθμό διαρθρωτικών χαρακτηριστικών που περιορίζουν την ικανότητά της να συνδυαστεί με αρμονικά με τις οικονομίες των τωρινών κρατών-μελών. Συγκεκριμένα, το συγκριτικό μέγεθος του αγροτικού πληθυσμού, η δομή της αγροτικής βιομηχανίας της Ελλάδας και η σχετικά ασθενής βιομηχανική της βάση απαιτεί διαρθρωτικές αλλαγές των οποίων η Κοινότητα θα πρέπει να αναλάβει μέρος του κόστους».
Ωστόσο, αυτές τις απόψεις της Commission τις απέρριψε το Συμβούλιο των Υπουργών και, με απόφασή του στις 9 Φεβρουαρίου του 1976, αποδέχτηκε ομόφωνα το ελληνικό αίτημα και εξουσιοδότησε την Commission να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την ελληνική πλευρά.
Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν επίσημα στις 27 Ιουλίου του 1976, ενώ η ουσιαστική φάση του ξεκίνησε στις 10 Φεβρουαρίου του 1978 και ολοκληρώθηκε στις 21 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Η επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων αντιμετωπίστηκε με ανάμεικτες αντιδράσεις από τον πολιτικό κόσμο. Ο Κ. Καραμανλής δήλωσε πως η εξέλιξη αυτή αποτελούσε «ένα ιστορικό για την Ελλάδα γεγονός», αλλά ο Α. Παπανδρέου, που στο μεταξύ είχε γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υποστήριξε πως επρόκειτο για «ολοκλήρωση του οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού δορυφορισμού του τόπου μας».
Η υπογραφή της συνθήκης για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαΐου 1979 στο Ζάππειο Μέγαρο. Ένα μήνα μετά, στις 28 Ιουνίου 1979, η συνθήκη αυτή επικυρώθηκε και από την ελληνική Βουλή με 193 ψήφους υπέρ, 4 κατά και 103 αποχές. Υπέρ της ένταξης ψήφισαν η ΝΔ, το ΚΟΔΗΣΟ, η ΕΔΗΚ, η ΕΔΑ και το ΚΚΕ εσωτερικού.
Την καταψήφισε το ΚΚΕ, ενώ το ΠΑΣΟΚ είχε αποχωρήσει από τη Βουλή πριν από τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας. Στην ομιλία του ο Κ. Καραμανλής υποστήριξε πως η εξέλιξη αυτή δημιουργούσε για την Ελλάδα νέες προοπτικές όχι μόνο στο οικονομικό αλλά και στο πολιτικό και το κοινωνικό επίπεδο: «Με τη σημερινή συμφωνία η Ελλάς αποδέχεται τη συμμετοχή της στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης... Η Ελλάς δεν μπορεί να απουσιάσει από αυτή την ιστορική για το μέλλον της προσπάθεια. Γιατί η τύχη της είναι στενά, αναπόσπαστα θα έλεγα, συνυφασμένη με την τύχη των άλλων δημοκρατιών της Ευρωπαϊκής Ηπείρου... Με τη συμφωνία, η Ελλάδα βγαίνει από την αιώνια μοναξιά της... Εντάσσεται ως ισότιμο μέλος στη μεγαλύτερη δημοκρατική οικογένεια και αποκτά με τον τρόπο αυτό το αίσθημα της ασφάλειας και της ανεξαρτησίας». … (*)

Στο επόμενο η συνέχεια...

------------------------
(*) Βασική πηγή: Εγκυκλοπαίδεια «Δομή»