Αλησμόνητες Πατρίδες!...

Κωδικός Πόρου: 00285-112211-5672
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 19/05/14 21:45
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Εθνικά Θέματα, 00285-112211-5672




Περιγραφή:

Αλησμόνητες Πατρίδες!...

Με αφορμή τη σημερινή θλιβερή επέτειο από την γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού, ας θυμηθούμε κάποια ιστορικά γεγονότα για τον Πόντο. Οι Ρωμαίοι, για παράδειγμα, σεβάστηκαν την αυτονομία των ελληνικών πόλεων, και ο χριστια­νισμός, που απλώθηκε γρήγορα στον Πόντο, με τη βοήθεια των ελληνικών γραμ­μάτων, συνέβαλε στον πλήρη εξελληνισμό των διάφορων φύλων που κατοικού­σαν τότε στο εσωτερικό της χώρας!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!..

ΕΙΝΑΙ αλήθεια ότι ο Πόντος πήρε το όνομα αυτό και έγινε σημαντικός μόνο κατά τους χρόνους μετά τον Μέγα Αλέξανδρο. Προηγουμένως αποτελούσε μέρος της Καππαδοκίας και λεγόταν Καππαδοκία η προς Πόντω. Ο Πόντος όμως ήταν μάλλον πολιτική παρά γεωγραφική έκφραση. Έτσι λεγόταν το βασίλειο που έγινε γνωστό με το Μι­θρι­δάτη τον Ευπάτορα (120 – 63 π.Χ.), και από τότε Πόντος ονομάστηκε η παραλιακή προς τον Εύξεινο χώρα, μεταξύ Παφλαγονίας και Κολχίδας. Το δυτικό μέρος του Πόντου το πήρε ο ηγεμόνας της Γαλατίας Δηιόταρος και ονομάστηκε Π. Γαλα­τικός, και το τμήμα από τον ποταμό Ίρι ως τη Φαρνακία, το παραχώρησε ο Αντώνιος στον εγγονό του Μιθριδάτη Πολέμωνα, γι’ αυτό ονομάστηκε Π. Πολεμωνιακός. Τέλος, το ανατολικό μέρος ως τον ποταμό Ύσσο, το πήρε ο Αρχέλαος της Καππαδοκίας και ονομάστηκε Π. Καππαδόκιος.

Στον Πόντο ζούσε ο συμπαγέστερος και πυκνότερος ελληνισμός της Μικράς Ασίας. Υπολογίζεται ότι από τα 2.000.000 κατοίκους που αριθμούσε ο Πόντος το 1914, οι 450.000 περίπου ήταν Έλληνες. Κυριότερα αστικά κέντρα των περιφερειών του Παραλιακού Πόντου, από τα Δ προς τα Α, με έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου, ήταν τα εξής: η Σινώπη, η Πάφρα, η Σαμψούς, η Οινόη, τα Κοτύ­ωρα, η Κερασούς, η Τρίπολη, η Τραπεζούς, η Ριζούς· στο Μεσογειακό Π., η Αμάσεια, η Τοκάτη, το Άκνταγ Μαντέν, η Σεβάστεια, η Νεοκαισάρεια, το Σεμπίν Καράχισαρ, η Αργυρούπολη. Πρέπει να σημειωθεί ότι Δ και Α της Τραπεζούντας, στις περιοχές Τόνιας (Θοανΐας) και Οφ (Όφεως), υπάρχουν ως σήμερα σε οικισμούς με ελληνικά ονόματα, ελληνόφωνοι Τούρκοι που μιλούν καθαρότατα την ποντιακή διάλεκτο και που, όπως ομολογούν και οι ίδιοι, οι προγονοί τους αλλαξοπίστησαν στα τέλη του 17ου αιώνα.

Ιστορικά στοιχεία.

Συστηματικό αποικισμό του Πόντου άρχισαν οι Έλληνες τον 8o αι. π.Χ. Οι Μιλήσιοι, από τη Μίλητο της Ιωνίας, ιδρύουν την πρώτη αποι­κία στη Σινώπη. Ύστερα από δεκαετίες, η Σινώπη αποικίζει στις ανατολικές ακτές του Εύξεινου τα Κοτύωρα, την Κερασούντα και την Τραπεζούντα, ενώ η Μίλητος ιδρύει νέα αποικία, την Αμισό. Οι ελληνικές πόλεις του Πόντου αρχικά ή­ταν ανεξάρτητες. Η κάθε μια είχε δικό της πολίτευμα, σύμφωνα με το παρά­δειγ­μα της μητρόπολης. Στους χρόνους της κυριαρχίας των Περσών είχαν υποταχθεί τυπικά στο μέγα βασιλέα, διατηρούσαν όμως την εσωτερική τους αυτονομία.
Mέχρι την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Έλληνες κατέχουν μόνο τα πα­ρά­λια· στους μετέπειτα όμως χρόνους, αρχίζουν να απλώνονται στην ενδο­χώρα. Τα ημιβάρβαρα μεσογειακά έθνη υποκύπτουν στην υπέρτερη δύναμη του ελληνικού στοιχείου και εξελληνίζονται. Μεταξύ της αλεξανδρινής και της ρωμαϊκής εποχής, δημιουργείται το βασίλειο του Πόντου, υπό τη δυναστεία των Μιθριδατών, με αλληλοδιάδοχες πρωτεύουσες στην Αμάσεια, τη Σινώπη, την Αμισό. Μεγάλη ακμή του βασιλείου παρουσιάζεται στην εποχή του Μιθριδάτη του Ευπάτορα· οι Ρωμαίοι όμως καταλύουν το κράτος του το 65 π.Χ. και μετα­βάλλουν τον Πόντο σε ρωμαϊκή επαρχία.
Οι Ρωμαίοι σεβάστηκαν την αυτονομία των ελληνικών πόλεων, και ο χριστια­νισμός, που απλώθηκε γρήγορα στον Πόντο, με τη βοήθεια των ελληνικών γραμ­μάτων, συνέβαλε στον πλήρη εξελληνισμό των διάφορων φύλων που κατοικού­σαν στο εσωτερικό της χώρας.
Στη Βυζαντινή εποχή, ο Πόντος υπήρξε μια από τις μεγάλες επαρχίες του ανατολι­κού τμήματος του κράτους, με πρωτεύουσα τη Νεοκαισάρεια. Άλλη σπουδαία πόλη ήταν η Ευδοκιάς (Τοκάτη)· επί Ιουστινιανού, πρωτεύουσα του Πόντου ήταν η Τραπεζούντας.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, από τους Σταυροφόρους, το 1204, ο Αλέξιος A΄ ο Μέγας Κομνηνός ίδρυσε νέο ανεξάρτητο κράτος με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα· το τελευταίο αυτό ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, που επέζησε 257 χρόνια, το κατέλυσε το 1461 ο Μεχμέτ (Μωάμεθ) ο Πορθητής. Ακολούθη­σαν βίαιοι εξισλαμισμοί και διώξεις του ελληνικού στοιχείου. Οι τόποι που έ­σφυζαν από ζωή ερημώθηκαν, γιατί για να σωθούν οι χριστιανοί κατέφυγαν στα δάση και στα όρη. Ακολούθησαν αιώνες θεληματικής αφάνειας, για να μην προκαλέσουν την προσοχή του κατακτητή· παρατηρήθηκε ότι στις περιφέρειες όπου υπήρχαν μοναστήρια, οι Έλληνες έμειναν πιστοί στη θρησκεία των προ­γόνων τους, παρ’ όλα τα δεινά της δουλείας.

Οι κατακτητές σεβάστηκαν τα θρησκευτικά ιδρύματα όπου έβρισκαν άσυλο οι χριστιανοί. Τέτοια μοναστήρια ήταν: Παναγίας Σουμελά, Αγίου Ιωάννη Βαζελώνα, Αγίου Γεωργίου Περιστε­ριώτη, Αγίου Ιωάννη Γουντουρά, Αγίου Γεωργίου Χαλιναρά και Παναγίας Γουμερά. Εκτός από τους Έλληνες, που έμειναν πιστοί στη θρησκεία τους, υπήρ­χαν και μερικοί που φαινομενικά ασπάστηκαν το μωαμεθανισμό, για να απο­φύγουν τους διωγμούς, στην πραγματικότητα όμως διατηρούσαν τη χριστιανική πίστη. Αυτοί ήταν οι κρυπτοχριστιανοί οι οποίοι ποντιακά λέγονταν κλωστοί ή γυρι­στοί. Ύστερα από σουλτανικές μεταρρυθμίσεις, όπως τοΧατ-ι-σερίφ(1839) και τοΧατ-ι-χουμαγιούν(1856), που αναγνώριζαν ισοπολιτεία στους υπηκόους της τουρκικής αυτοκρατορίας και διασφάλιζαν τη θρησκευτική ελευθερία, την τιμή και την περιουσία, αρχίζει νέα περίοδος και για τους Έλληνες του Πόντου· δραστήριοι, φιλοπρόοδοι και εργατικοί όπως ήταν, κατόρθωσαν να καταλάβουν την πρώτη θέση στην εμπορική και οικονομική κίνηση του τόπου τους. Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο αναπτύσσεται η ατμοπλοΐα στον Εύξεινο Πόντο· η Τραπεζούντας, η Κερασούντας και η Σαμψούντας ξαναβρίσκουν την παλιά τους ακμή.

Τελευταίος σταθμός της προόδου υπήρξε η πρώτη δεκαετία του 20ού αι.: οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912 – 1913) και ο A΄ Παγκόσμιος πόλεμος (1914) αποτε­λούν ορόσημα των δεινών του ελληνισμού του Πόντου. Με το πρόσχημα της ασφά­λειας των Παραλίων, οι Τούρκοι εφαρμόζουν τη μέθοδο του εκτοπισμού· οι Ρώ­σοι προελαύνουν δια ξηράς έως την Αργυρούπολη και κυριεύουν από τη θά­λασσα την Τραπεζούντα. Οι κακουχίες από την εξορία και οι ομαδικές σφαγές αποδεκατίζουν τον ελληνισμό του Πόντου: σε 200.000 υπολογίζονται τα θύματα της μισαλλοδοξίας. Πολλοί ακολουθούν τα ρωσικά στρατεύματα που εγκαταλεί­πουν τον Πόντο το 1917 και μεταναστεύουν στη Ρωσία. Οι υπόλοιποι, εγκαταλείποντας κι αυτοί τις πατρογονικές εστίες, έρχονται στην Ελλάδα το 1923, σύμφωνα με τη συνθήκη της Λοζάνης περί ανταλλαγής των πληθυσμών.

Ποντιακή διάλεκτος.

Η ποντιακή διάλεκτος είναι η σημαντικότερη σε εξάπλωση από τις νεοελληνικές διαλέκτους. Ήταν διαδομένη σε 800 περίπου χωριά, στα νότια παράλια του Εύξεινου Πόντου, μεταξύ της Σινώπης στα Δ και της Ριζούντας στα Α. Τη μιλούσαν ακό­μα οι Έλληνες της νότιας και νοτιανατολικής Ρωσίας. Σήμερα η ποντιακή ομιλείται από τους Πόντιους που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά το 1922, όσους Πόντιους έμειναν στην Τουρκία, τους ελληνόφωνους Τούρκους και τους Πό­ντιους της Ρωσίας. Η ποντιακή μπορεί να χωριστεί σε 3 ομάδες: τα οινου­ντιακά (δυτικά ποντιακά), τα τραπεζουντιακά (ανατολικά) και τα χαλδιώτικα (νοτιοανατολικά).
Στη φωνητική, τα κύρια γνωρίσματα της διαλέκτου είναι: α) διατήρηση της αρχαίας προφοράς του η σαν e: νύφε, άκλερος· β) τα συμπλέγματα iα και eo με άτονο i συναιρέθηκαν σε ä, ö: κορίτζä, σπέλöν (= σπήλαιον). Αν τονίζονται τα i, e, τα συμπλέγματα ia, ea κλπ. μένουν ασυνίζητα: καρδία, παντρεία, βασιλέας· γ) διατηρείται το τελικό ν: παιδίον, έρθεν, αλλά και προστίθεται αναλογικά: χώμαν, στόμαν δ) το χ προφέρεται σαν παχύ σ πριν από ε, z: έσει, βέσετε (=βήχετε)· ε) τροπή του σφ σε σπ: σπίγγω, σπιντόνα (= σφίγγω, σφεντόνα)· στ) αποβολή του τ στα εμπρόθετα άρθρα στα, στον κλπ.: ση μάναν, σα κλαδία.
Στη μορφολογία, τα κύρια γνωρίσματα της διαλέκτου είναι: α) η χρήση των άρ­θρων, επιθέτων και αντωνυμιών ουδέτερου γένους με ονόματα αρσενικά και θη­λυκά: τα ημέρας· β) τα έναρθρα αρσενικά σε -ος λήγουν, ως υποκείμενα, σε -ον: ο λύκον, ο δäβολον- γ) η κατάληξη του παρατατικού σε (i) να: εχτίζ(ι)να (= έχτιζα) και του παθητικού αορίστου σε -θα: εκοιμήθα· δ) η κατάληξη των παθητικών ρημάτων σε -κουμαι, -ίσκουμαι, -ίουμαι, και των σε -ώνω σε -ούμαι: γράφκουμαι, ανακατούμαι (= γράφομαι, ανακατώνομαι)· ε) τα θηλυκά επίθετα σε -εσσα, -ισσα, -αινα: ασπρέσσα, μεγάλισσα, ανοιχτομάταινα· στ) η κατάληξη της γενικής των δευτεροκλίτων σε -ονος: τι κόσμονος (= του κόσμου)· ζ) ιδιόρρυθμοι αρθρικοί και αντωνυμικοί τύποι· η) το μόριο κι (= δεν, από το ιωνικό ουκί) κ.ά.

Ποντιακοί χοροί.

Οι ποντιακοί χοροί χορεύονται σε κύκλο από άντρες και γυναίκες, που κρατούν το σώμα στητό, τα πόδια λίγο ανοιχτά, πιάνονται από τους καρπούς κι έχουν τα χέρια άλλοτε υψωμένα κι άλλοτε με λυγισμένους τους αγκώνες προς τα κάτω. Τα μικρά βήματα των χορευτών τα ακολουθούν πιστά ρυθμικές και συγχρονισμένες κινήσεις των μελών του σώματος, ιδίως των γλου­τών. Οι χοροί συνοδεύονται με την ποντιακή λύρα (κεμεντζέ), που συνήθως την παίζει ένας από τον όμιλο χορεύοντας και τραγουδώντας δίστιχα, αλλά μερικές φορές στέκεται και στη μέση του κύκλου. Στις υπαίθριες γιορτές μεταχειρίζονται το τουλούμ ή ασκί (γκάιντα) και ζουρνά-νταούλι ή κεμεντζέ-ντέφι.
Ο αντιπροσωπευτικότερος ποντιακός χορός είναι η σέρα–από το όνομα ενός ποταμού κοντά στην Τραπεζούντα– που πολλοί τον ταυτίζουν με τον αρχαίο πυρ­ρίχιο. Πρόκειται για πολεμικό ανδρικό χορό, που τον χορεύουν με την πα­ρα­δοσιακή μαύρη στολή τους, με το κεφάλι σκεπασμένο μ’ ένα μαύρο μαντήλι χαρακτηριστικά δεμένο, και με όπλα. Στην πρώτη στροφή οι χορευτές, πια­σμένοι με τα χέρια υψωμένα, χορεύουν ομαλά. Στη δεύτερη στροφή, εκτελούν ρυθμικές κινήσεις μπροστά-πίσω με τα χέρια, ενώ σκύβουν κάνοντας μικρά κο­φτά βήματα. Στην τρίτη στροφή ορθώνονται και αναπηδούν. Κατά τη διάρκεια της στροφής αυτής ένας χορευτής, συνήθως ο πρωτοχορευτής, βγάζει κάθε τόσο μια πολεμική ιαχή. Η σέρα ονομάζεται και λάζικος χορός. Μικρές παραλλαγές της αποτελούν το οφίτικο, το σαρακοστιανό, το αρδασσινό, της Κώστερες κ.ά.
Άλλος ποντιακός χορός πολύ διαδομένος είναι το ομάλ, κυκλικός επίσης, που χορεύεται από άντρες και γυναίκες. Παραλλαγές του είναι το ομάλ κερασου­ντέικος, το ομάλ σαμψουντέικος ή κοτσιχτόν ομάλ και ο τραπεζουντέικος (με το τραγούδι Λεμόνα). Άλλος χορός είναι το τικ, μονό (λαγκεφτόν) ή διπλό. Χορεύεται σε γραμμή ή σε κύκλο, από γυναίκες και άντρες, κοντά ο ένας στον άλλο, με τους αγκώνες λυγισμένους προς τους ώμους. Άλλοι χοροί του Πόντου είναι η τρυγόνα, το είκοσι ένα, η σερανίτσα ή ψευτοσέρα, το κότοαρι, ο παϊπούτ, η λετσίνα κ.ά.

ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό και Δημοσιογραφικό Αρχείο του γράφοντος, Εγκυκλοπαίδεια Δομή, Εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία» κ.α.