Τι γράφουν οι ιστορικοί για τη μεγάλη μορφή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ηράκλειου;

Κωδικός Πόρου: 00285-111965-3096
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 14/09/12 20:08
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Βυζαντινή Αυτοκρατορία!.., 00285-111965-3096




Περιγραφή:

Τι γράφουν οι ιστορικοί για τη μεγάλη μορφή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ηράκλειου;

Σαν σήμερα, λέει, το 628, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος εισέρχεται θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη, αφού έχει κατατροπώσει τους Πέρσες και ανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό! Το ιδανικό που θα συσπείρωνε τους στρατιώτες, θα τους ενέπνεε και θα τους χαλύβδωνε στις δυσκολίες του αγώνα ήταν η Χριστιανική πίστη, η οποία κινδύνευε από τους αλλόθρησκους, που άρπαζαν τα ιερά και τα όσια της Χριστιανοσύνης, που έσφαζαν και αιχμαλώτιζαν χριστιανικούς πληθυσμούς και απειλούσαν την ίδια την ύπαρξη της αυτοκρατορίας! Ο Ηράκλειος θα μεταχειριστεί με μαεστρία, για τους δικούς του προπαγανδιστικούς σκοπούς, την υπεροψία και την υπερφίαλη τακτική του πέρση βασιλιά απέναντι στον αυτοκράτορα και τους χριστιανούς γενικότερα, δίνοντας στην δημοσιότητα τις απαντήσεις του Χοσρόη στις δικές του προτάσεις, ώστε να πεισμώσουν οι στρατιώτες του και να επιζητούν εκδίκηση για τις προσβολές που τους έκανε ο εχθρός!.. Πώς να μη συγκινείται ο κάθε Έλληνας Ορθόδοξος Χριστιανός;

Ο Ηράκλειος και οι γιοί του Κωνσταντίνος και Ηρακλεωνάς

Ο Ηράκλειος, όπως όλοι γνωρίζουν, ήταν Αυτοκράτορας του Βυζαντίου από το 610 έως το 641. Η περίοδος της βασιλείας του είναι πολύ σημαντική για την ιστορία του βυζαντινού κράτους, γιατί σηματοδοτεί την πλήρη μεταμόρφωση του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους στην βυζαντινή αυτοκρατορία. Επιπλέον, αν και ο Ηράκλειος κατάφερε να καταστρέψει την Περσία δίνοντας τέλος σε μια διαμάχη που κρατούσε σχεδόν 4 αιώνες, η βασιλεία του συμπίμπτει με την εμφάνιση στο προσκήνιο της ιστορίας μιας καινούργιας δύναμης, των Αράβων, εμφάνιση που θα έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα για το Βυζάντιο, γιατί θα χάσει όλες τις επαρχίες του στην Μέση Ανατολή και την Αφρική.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ( 610- 622 )

Ο Ηράκλειος γεννήθηκε το 575 περίπου στην Καππαδοκία και ήταν γιός του εξάρχου της Αφρικής Ηράκλειου. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία το 610, όταν επικεφαλής του στόλου της Αφρικής καταφθάνει στην Κωνσταντινούπολη, για να ανατρέψει τον τύραννο αυτοκράτορα Φωκά. Το Βυζάντιο φαίνεται έτοιμο να καταρρεύσει και οι εξωτερικοί κίνδυνοι, που αντιπροσωπεύονται κυρίως από τους πέρσες, αλλά και από τους άβαρους και σλάβους, σε συνδυασμό με την γενική οικονομική και κοινωνική παρακμή απειλούσαν το κράτος εκ θεμελίων. Έτσι οι άρχοντες της Πόλης, μεταξύ των οποίων και ο γαμπρός του Φωκά Πρίσκος, κάλεσαν σε βοήθεια τον έξαρχο της Αφρικής. Ο τελευταίος λοιπόν έστειλε τον γιό του μαζί με τον ανιψιό του Νικήτα απαντώντας στις παρακλήσεις των Κωνσταντινουπολιτών. Ο Ηράκλειος με τον στόλο του αγκυροβόλησε στον Βόσπορο, ενισχυμένος και με στρατεύματα από την Μ. Ασία, ενώ ο ξάδελφος του Νικήτας απέκοψε τις επικοινωνίες του Φωκά από ξηράς. Κάποια αντίδραση προσπάθησε να φέρει ο Φωκάς με τον πιστό του στόλο, αλλά γρήγορα εγκαταλείφθηκε από όλους και έτσι ο Ηράκλειος μπήκε θριαμβευτικά στην Πόλη. Ο Φωκάς παραδόθηκε στον όχλο, ο οποίος τον κατακρεούργησε, δίνοντας τέλος στην κυριαρχία του, που στην ιστορία του Βυζαντίου αντιπροσωπεύει μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους.
Ο Ηράκλειος παρέλαβε μια αυτοκρατορία στο χείλος της καταστροφής. Προσπάθησε να έλθει σε κάποια συνεννόηση με τους πέρσες, αλλά ο βασιλιάς τους Χοσρόης απάντησε περιφρονητικά στις προτάσεις του. Κάποια στιγμή ο Ηράκλειος σκέφτηκε να παραιτηθεί, γιατί από πουθενά δεν έβλεπε διέξοδο. Οι πέρσες με συνεχείς επιθέσεις απειλούσαν πια την ίδια την ύπαρξη της αυτοκρατορίας. Από βορρά οι σλάβοι και οι άβαροι λεηλατούσαν την Βαλκανική και απαιτούσαν μεγάλα χρηματικά ποσά για να σταματήσουν τις επιδρομές τους, την ώρα που το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο ήταν άδειο.
Το 613, ο στρατηγός του Χοσρόη Σαχρ-Μπαράζ εισέβαλε στην Μεσοποταμία και δίχως να συναντήσει ουσιαστικά αντίσταση κατέλαβε την Αρμενία, την Δαμασκό , την Αντιόχεια, ενώ το 614 κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα, προκαλώντας τεράστιο πένθος στους Χριστιανούς, γιατί κατέστρεψε τον ναό του Παναγίου Τάφου, έκλεψε τον Τίμιο Σταυρό και έσυρε χιλιάδες αιχμαλώτους στην Περσία. Πολλοί απ’ αυτούς τους αιχμαλώτους βασανίστηκαν άγρια από τους Ιουδαίους συμμάχους του Χοσρόη, που κάποια χρόνια νωρίτερα είχαν κατακρεουργήσει και τον Πατριάρχη Αντιοχείας. Μια άλλη στρατιά υπό τον Σαχίν, άλλο στρατηγό του Χοσρόη, καταλαμβάνοντας την Β. Μικρά Ασία, έφτασε μέχρι μπροστά στην Κωνσταντινούπολη και στρεφόμενη προς την Χαλκηδόνα, στην απέναντι από την Πόλη ασιατική ακτή, την πολιόρκησε και το 617 κατάφερε να την εκπορθήσει. Το 619 οι πέρσες κατέλαβαν την Αίγυπτο και την Λιβύη και η καταστροφή έμοιαζε πια ολοκληρωτική, γιατί και από τον βορρά οι σλάβοι και οι άβαροι διασπούν συνεχώς τα σύνορα και λεηλατούν την Μακεδονία, την Θράκη, μέχρι και την Θεσσαλία.
Ο Ηράκλειος και πάλι πανικοβλήθηκε και σκέφτηκε την φυγή. Σ’ αυτό συνέτεινε το γεγονός πως το 619, σε μια συνάντηση του με κάποιους εκπροσώπους των αβάρων, για συνομιλίες σχετικές με την σύναψη ειρήνης, ο Ηράκλειος λίγο έλειψε να συλληφθεί με δόλο και μόλις και μετά βίας γλύτωσε. Με την ενθάρρυνση του Πατριάρχη Σέργιου, μιας πολύ δυνατής προσωπικότητας, ο Ηράκλειος συνέχισε τις συνομιλίες με τους άβαρους και τους σλάβους και στο τέλος μπόρεσε να κλείσει ειρήνη μαζί τους πληρώνοντας τους ένα μεγάλο ποσόν, στην εύρεση του οποίου συνέβαλε και η εκκλησία, θέτοντας στην διάθεση του τους θησαυρούς και τα χρυσά σκεύη της.
Ο Ηράκλειος βρέθηκε στην δύσκολη κατάσταση να πρέπει να αντιμετωπίσει συγχρόνως δύο εχθρούς, σε δύο διαφορετικά μέτωπα. Ο στρατός τον οποίο μπορούσε να συγκεντρώσει δεν ήταν επαρκής για να αντιπαρατεθεί και στους πέρσες και στους άβαρους και σλάβους, το ηθικό του δε λόγω των αλλεπάλληλων ηττών που είχε υποστεί ήταν πολύ καταπτοημένο. Ένα πρώτο καθήκον λοιπόν του βασιλιά συνίστατο στην συγκέντρωση των αναγκαίων στρατευμάτων, στην εκπαίδευση και την ανύψωση του ηθικού τους και στην εμφύσηση ενός ιδεώδους το οποίο θα λειτουργούσε ως κίνητρο για την αντιμετώπιση του εχθρού. Ο Ηράκλειος αφιέρωσε πολλά χρόνια για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Το ιδανικό που θα συσπείρωνε τους στρατιώτες, θα τους ενέπνεε και θα τους χαλύβδωνε στις δυσκολίες του αγώνα ήταν η Χριστιανική πίστη, η οποία κινδύνευε από τους αλλόθρησκους, που άρπαζαν τα ιερά και τα όσια της Χριστιανωσύνης, που έσφαζαν και αιχμαλώτιζαν χριστιανικούς πληθυσμούς και απειλούσαν την ίδια την ύπαρξη της αυτοκρατορίας. Ο Ηράκλειος θα μεταχειριστεί με μαεστρία, για τους δικούς του προπαγανδιστικούς σκοπούς, την υπεροψία και την υπερφίαλη τακτική του πέρση βασιλιά απέναντι στον αυτοκράτορα και τους χριστιανούς γενικότερα, δίνοντας στην δημοσιότητα τις απαντήσεις του Χοσρόη στις δικές του προτάσεις, ώστε να πεισμώσουν οι στρατιώτες του και να επιζητούν εκδίκηση για τις προσβολές που τους έκανε ο εχθρός.
Η επιλογή επίσης της σύγκρουσης με τους πέρσες υπάκουε σε πολύ συγκεκριμένα κριτήρια από στρατιωτική και πολιτική άποψη. Ο Ηράκλειος θεώρησε πως οι πέρσες αντιπροσώπευαν μια πολύ πιο σοβαρή απειλή για το Βυζάντιο, γιατί διαφαινόταν πως σκοπός τους ήταν η πλήρης κατάκτηση του κράτους, ενώ και ο στρατός τους ήταν πολύ πιο καλά οργανωμένος από τους αντίστοιχους των αβάρων και σλάβων, με ικανούς αρχηγούς, επιπλέον δε κάθε προσπάθεια συνεννόησης μαζί τους ήταν αδύνατη. Αντίθετα, με τους άβαρους και τους σλάβους, τους οποίους θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον έναν εναντίον του άλλου, ήταν δυνατή η συνεννόηση πληρώνοντας τους κάποιο σημαντικό χρηματικό ποσό, δίνοντας τους κάποια εδάφη στα οποία θα μπορούσαν να κυβερνούν οι ίδιοι δεχόμενοι την επικυριαρχία του βυζαντινού αυτοκράτορα, ενώ και ο στρατός τους περιοριζόταν σε επιδρομές με σκοπό την ληστεία και την αρπαγή λαφύρων και δεν ήταν ακόμα σε θέση να εκπορθήσουν την Κωνσταντινούπολη. Έτσι, ο Ηράκλειος μετά από σκληρέρς διαπραγματεύσεις με τους σλάβους τους παραχώρησε μια μεγάλη περιοχή, στα όρια της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, ενώ το 620 συνήψε και την συμφωνία ειρήνης με τους άβαρους και έτσι μπόρεσε να αφιερωθεί στην τελική επεξεργασία των σχεδίων του για τον πόλεμο με τους Πέρσες.

Η μάχη μεταξύ του Ηράκλειου και του Χοσρόη, Πιέρο Ντέλα Φραντσέσκα


Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΣΕΣ ( 622-628)

Το πρώτο πράγμα που εξέτασε ο Ηράκλειος ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετώπιζε τους πέρσες. Αντί να κλειστεί μέσα στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί να προσπαθεί να συγκρατήσει τις επιδρομές των περσών, ο Ηράκλειος προτίμησε να μεταφέρει τον πόλεμο στο έδαφος των εχθρών του. Και τούτο τόσο ως αντιπερισπασμό για να ελαφρώσει την πίεση των περσών στην Μ.Ασία, όσο και γιατί πίστευε πως αν έμενε κλεισμένος μέσα στα τείχη, το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν δυσμενές για τις δυνάμεις του, γιατί η προέλαση των περσών ήταν ασταμάτητη και κάποια στιγμή οι δυνάμεις τους θα έρχονταν σε επαφή με τις αντίστοιχες των αβάρων και σλάβων. Εξάλλου, ο Ηράκλειος είχε ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που έπρεπε να εκμεταλλευθεί, τον στόλο του δηλαδή, που του εξασφάλιζε την κυριαρχία στην θάλασσα.
Η εκστρατεία του Ηράκλειου, που πολλοί σύγχρονοι του την είδαν σαν μια σταυροφορία, για την διάσωση της χριστιανικής πίστης, άρχισε το 622. Με την εικόνα της Παναγίας επικεφαλής του στρατού, με τις προσευχές που ανυψώνονταν από τις εκκλησίες, οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης κατευόδωναν τους στρατιώτες του Χριστού, ευχόμενοι την ανάκτηση των Αγίων Τόπων και του Τιμίου Σταυρού. Ο Ηράκλειος επιβίβασε τον στρατό του στα πλοία και αποβιβάστηκε στον κόλπο της Ισσού, απ’ όπου με μια μεγαλοφυή κίνηση τον οδήγησε προς την Αρμενία, στα βόρεια της Μ. Ασίας. Με την ριψοκίνδυνη αυτή κίνηση, που απέκοπτε τις γραμμές επικοινωνίας και ανεφοδιασμού των περσών, πήρα την πρωτοβουλία των κινήσεων και ανάγκασε τους πέρσες να αποχωρήσουν από όλη την Μ. Ασία. Όταν πλησίασε ο χειμώνας ο Ηράκλειος άφησε τον στρατό του στο μεγάλο οχυρωμένο στρατόπεδο του Άλυ ποταμού και ο ίδιος επέστρεψε στην Πόλη για να στρατολογήσει και να εκπαιδεύσει νέους στρατιώτες. Πράγματι, το 623, με 5.000 καινούργιους στρατιώτες, χρησιμοποιώντας ξανά τον στόλο του, αποβιβάστηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου και αφού ενώθηκε με τα στρατεύματα του Άλυ, ενισχυμένος με πολλούς Αρμενίους, πέρασε στο έδαφος της Ατροπατηνής Μηδίας, του σημερινού Αζερμπαϊτζάν δηλαδή και κατευθύνθηκε προς την Γάζακα, την πρωτεύουσα της περιοχής. Ο Χοσρόης, αν και είχε συγκεντρώσει μια δύναμη 40.000 ανδρών, δεν τόλμησε να αντιπαρατεθεί στον Ηράκλειο, μετά τις πρώτες αψιμαχίες και ο τελευταίος κατέλαβε την πόλη, κερδίζοντας πολλά λάφυρα. Ο βασιλιάς του Βυζαντίου, ως αντίποινα για την καταστροφή των χριστιανικών ιερών, έκαψε την πόλη ολόκληρη και τα ιερά της, ενώ το ίδιο έπραξε και στην λίμνη Ούρμια, όπου κατέστρεψε τον εκεί υπάρχοντα ναό, που συνδέονταν με την λατρεία του Ζωροάστρη. Το πλήγμα για τον Χοσρόη και τους πέρσες ήταν μεγάλο, ενώ το ηθικό των Βυζαντινών αναπτερώθηκε, αν και ο πόλεμος ακόμα δεν είχε κερδηθεί. Το χειμώνα του 623 ο Ηράκλειος αναδιπλώθηκε στην Αλβανία, μια χριστιανική χώρα στην Κασπία θάλασσα, για να διαχειμάσει.
Τον επόμενο χρόνο ο Χοσρόης ανέλαβε επιθετικές ενέργειες με την χρησιμοποίηση τριών στρατιών, οι οποίες σκοπό είχαν να αποκόψουν τον Ηράκλειο στην Αλβανία και να μην του επιτρέψουν την είσοδο στο έδαφος της Μηδίας. Όμως ο Ηράκλειος με γρήγορες κινήσεις δεν επέτρεψε την συνένωση των στρατιών αυτών και εφαρμόζοντας τακτικές ανταρτοπόλεμου τις παρέσυρε σε μια σειρά ατέλειωτων στρατιωτικών επιχειρήσεων στα βουνά της Αρμενίας, κρατώντας τες συνεχώς απασχολημένες και διεσπαρμένες. Τελικά κατάφερε να αποκλείσει ένα μεγάλο μέρος των περσικών δυνάμεων στην πόλη Βαν, την οποία και κατάφερε να εκπορθήσει συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους και παίρνοντας μεγάλα λάφυρα. Ύστερα αποσύρθηκε και πάλι στην φιλική του Αλβανία για να διαχειμάσει. Έτσι, αν και δεν κατάφερε να επιφέρει στον εχθρό ένα σοβαρό πλήγμα, εντούτοις απέκρουσε την επίθεση του Χοσρόη χωρίς να υποστεί μεγάλες απώλειες.
Το 625 το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων μεταφέρθηκε νοτιότερα. Ο Χοσρόης έστειλε μια στρατιά του, υπό τον Σαχρ-Μπαζάρ, στην Κιλικία και ο Ηράκλειος έσπευσε να την αντιμετωπίσει, για να μην έχει εκτεθειμένες τις πλευρές του. Στον ποταμό Σάρο, κοντά στα Άδανα, σημειώθηκε μια σημαντική μάχη, η οποία παρά την αρχική δυσμενή έκβαση για τους βυζαντινούς τελείωσε με την επικράτηση τους. Το προσωπικό παράδειγμα του Ηράκλειου έπαιξε μεγάλο ρόλο στην νίκη αυτή, γιατί η ανδρεία του και η τόλμη του ενέπνευσαν και έδωσαν κουράγιο στους στρατιώτες του, που έβλεπαν τον αρχηγό τους να μάχεται στην πρώτη γραμμή σαν ένας απ’ αυτούς. Μετά από τη νέα νίκη του, ο Ηράκλειος στράφηκε βόρεια προς τον Άλυ ποταμό και στρατοπέδευσε εκεί, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη, από την οποία έφθαναν δυσάρεστα νέα. Πράγματι, οι πέρσες σε συνεννόηση με τους άβαρους έθεσαν σε εφαρμογή ένα σχέδιο που έλπιζαν ότι θα τους ξανάδινε την πρωτοβουλία των κινήσεων, σε στρατιωτικό επίπεδο. Αποφάσισαν να πολιορκήσουν την Πόλη, στην οποία δεν υπήρχαν επαρκείς δυνάμεις για την άμυνα της, θεωρώντας πως ο Ηράκλειος θα έσπευδε να κλειστεί στυα τέιχη της, για να την ενισχύσει. Όμως ο σπουδαίος αυτοκράτορας δεν έπεσε στην παγίδα αυτή, έστειλε μόνο στην πρωτεύουσα του μια ενίσχυση από 12.000 στρατιώτες και ο ίδιος παρέμεινε στον Άλυ, έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Ο Χοσρόης από την πλευρά του, για να τον καθηλώσει εκεί, έστειλε μια στρατιά του για να τον απασχολεί, ενώ μια άλλη προωθήθηκε στην Χαλκηδόνα, για να ενωθεί με τους 110.000 άβαρους, που με ένα στόλο από μικρά σλαβικά πλοιάρια πλησίαζαν προς την Κωνσταντινούπολη.
Η πολιορκία της Πόλης τον Ιούλιο του 626 είναι μια πολύ σημαντική στιγμή στην ιστορία του Βυζαντίου. Την ώρα που ο Ηράκλειος με συνεχείς αντιπερισπασμούς απασχολούσε τις περσικές δυνάμεις στον Άλυ ποταμό, ο ανώτερος βυζαντινός στόλος κατέστρεψε τον σλαβικό, που σκοπό του είχε να περάσει τους πέρσες από την ασιατική στην ευρωπαϊκή ακτή της Πόλης, ώστε να ενωθούν οι πέρσες με τους άβαρους. Σημαντική υπήρξε η συνεισφορά του Πατριάρχη Σέργιου, ο οποίος με την εικόνα της Παναγίας γυρνούσε στα τείχη της Πόλης εμψυχώνοντας τους λιγοστούς υπεραπιστές της βασιλεύουσας. Οι πολυάριθμοι άβαροι προσπάθησαν με αλλεπάλληλες επιθέσεις να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, αλλά όλες οι επιθέσεις τους αποκρούστηκαν από τα πολύ λιγότερα βυζαντινά στρατεύματα και στο τέλος αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία , ενώ οι πέρσες αναλώνονταν στην πολιορκία της Χαλκηδόνας. Ποτέ πια οι άβαροι δεν θα μπορέσουν να ανακτήσουν την δύναμη τους και δεν θα απειλήσουν πλέον το Βυζάντιο. Ο λαός της Πόλης απέδωσε την σωτηρία του στην Παναγία, την Υπέρμαχο Στρατηγό, η οποία σύμφωνα με τους υπερασπιστές της Πόλης πολεμούσε μαζί τους στα τέιχη της πρωτεύουσας. Κατά μία εκδοχή τότε γράφτηκε και ο Ακάθιστος ύμνος, αν και οι νεότερες έρευνες δεν το θεωρούν πολύ πιθανό. Πάντως το ηθικό λαού και στρατού ανυψώθηκε πολύ και ο Θεόδωρος, αδελφός του Ηράκλειου, εκμεταλλευόμενος την περσική σύγχιση συνέτριψε την στρατιά που απασχολούσε στον Άλυ ποταμό τον Ηράκλειο. Έτσι, ο αυτοκράτορας τον χειμώνα του 626 προετοίμασε τον στρατό του για την τελική επίθεση του επόμενου χρόνου. Η ώρα της λύσης πανάρχαιων λογαριασμών είχε φτάσει.
Αφού στερέωσε την κυριαρχία του με μια σειρά συμμαχιών σε όλη την βόρεια παραμεθόριο της Περσικής αυτοκρατορίας, ο Ηράκλειος απέκλεισε την πρόσβαση των περσών στις περιοχές αυτές περικλείοντας τους στα όρια του κράτους τους. Συμμαχώντας με τους Χάζαρους, ένα τουρκικό φύλο, ενισχύθηκε με 40.000 ιππείς, πολύ ικανούς πολεμιστές και τους παρότρυνε να λεηλατήσουν τις ανατολικές πλούσιες επαρχίες της Περσίας. Κατόπιν, την άνοιξη του 627 εισέβαλε στην Ατροπατηνή Μηδία και στράφηκε δυτικά λεηλατώντας με την σειρά του την χώρα, κατέβηκε προς νότον, ακολούθησε την ροή του ποταμού Τιγρη και έφτασε στην συμβολή του ποταμού αυτού με τον ποταμό Ζαβ, όπου τον περίμενε ο Σαχρ-Μπαζάρ. Κοντά στα ερείπια της αρχαίας πόλης Νινευί, στις 12 Δεκαμβρίου του 627, δόθηκε μια σημαντικότατη για τις τύχες του πολέμου μάχη, που έληξε με την νίκη των Βυζαντινών. Ο ίδιος ο Ηράκλειος σκότωσε στην μάχη αυτή τρεις πέρσες στρατηγούς και τον αρχηγό τους. Η αντίσταση των Περσών είχε καταρρεύσει πλέον, αλλά ο Χοσρόης αρνήθηκε και πάλι τις προτάσεις ειρήνης του Ηράκλειου. Κατευθυνόμενος προς το παλάτι του Ντάσταγκίρντ, ο Ηράκλειος έμαθε πως ο Χοσρόης ανατράπηκε και εκτελέστηκε μαζί με τον διάδοχο του, τον δευτερότοκο γιό του Μαρδάν και ο Σιρόης, ο πρωτότοκος γιός του δέχτηκε να υπογράψει την συνθήκη ειρήνης. Στις 8 Απριλίου υπογράφηκε η συνθήκη, σύμφωνα με την οποία οι πέρσες έδωσαν πίσω τον Τίμιο Σταυρό, τις χώρες που είχαν καταλάβει και τους αιχμαλώτους που είχαν συλλάβει. Ο Ηράκλειος έγινε δεκτός στην Κωνσταντινούπολη με ένα πρωτοφανή θρίαμβο, όλος ο λαός τον επευφημούσε ως σωτήρα του και το 630, είχε την ικανοποίηση να ανυψώσει ο ίδιος στα Ιεροσόλυμα τον Τίμιο Σταυρό. Οι πέρσες δεν θα μπορέσουν να συνέλθουν από την καταστροφή ποτέ πια και η κατάκτηση της χώρας τους από τους άραβες σε λίγα χρόνια θα είναι μια πανεύκολη υπόθεση.

 

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΡΑΒΩΝ

Ότι κατάφερε με τόσο κόπο και με τόσο αγώνα ο Ηράκλειος χάθηκε μέσα σε λίγα χρόνια με την εμφάνιση ενός νέου εχθρού, των Αράβων, οι οποίοι θα απασχολήσουν το Βυζάντιο για σχεδόν τέσσερις περίπου αιώνες. Αυτός ο λαός όμως ήταν αρκετά διαφορετικός απ’ όλους τους προηγούμενους, τόσο γιατί θα επιφέρει σκληρά και οριστικά πλήγματα στο Βυζάντιο, που θα χάσει για πάντα αρκετές επαρχίες, όσο και γιατί θα αναπτύξει ένα μεγάλο πολιτισμό, με μεγάλη σημασία για την ευρωπαϊκή ιστορία. Οι άραβες, νομαδικά φύλα που ζούσαν στις άγονες ζώνες της αραβικής ερήμου, θα ενωθούν κάτω από το λάβαρο της νέας θρησκείας του Μωάμεθ, του Ισλαμισμού και με τον ενθουσιασμό και την ορμή του νεοπροσήλυτου θα εξορμήσουν σε κατακτήσεις που μέσα σε λίγα χρόνια τους κατέστησαν κύριους της Περσίας, των νότιων επαρχιών του Βυζαντίου, της Β. Αφρικής, ακόμα και ενός μέρους της Ισπανίας.
Το 634 οι άραβες εμφανίστηκαν στην Συρία και ο χαλίφης Ομάρ νικά τους Βυζαντινούς στο Αγκνανταϊν. Το 635 η Δαμασκός πέφτει στα χέρια τους και ο Ηράκλειος, κουρασμένος, άρρωστος και με συχνές καταθληπτικές κρίσεις αφήνει την διοίκηση του στρατού του στα χέρια στρατηγών που αποδείχθησαν κατώτεροι των περιστάσεων. Ο στρατός κουρασμένος από τους συνεχείς πολέμους, χωρίς τον φυσικό ηγέτη του, δεν προβάλλει σθεναρή αντίσταση και στην μάχη του ποταμού Ιερομίακα, το 636, υφίσταται μια πανωλεθρία, ως αποτέλεσμα της οποίας το Βυζάντιο έχασε για πάντα την επαρχία της Συρίας. Τα Ιεροσόλυμα το 637, η Αντιόχεια το 638 και η Μεσοποταμία το 639 πέρασαν στην κυριαρχία των Αράβων και το ίδιο θα γίνει το 640 με την Αίγυπτο. Μέσα σε 5 χρόνια το Βυζάντιο χάνει τις επαρχίες της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας και μαζί χάνει τεράστιους πόρους και υφίσταται τεράστιες οικονομικές απώλειες. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως οι τοπικοί πληθυσμοί, αγανακτισμένοι από την βαριά φορολογία και την καταπίεση του θρησκευτικού τους φρονήματος, όπως εκφραζόταν μέσα από τον μονοφυσιτισμό, δέχτηκαν τους άραβες σχεδόν σαν ελευθερωτές τους. Εξάλλου, οι άραβες, σε όσους παραδίδονταν θεληματικά, τους άφηναν ελεύθερους να καλλιεργούν την θρησκεία τους, οι περιουσίες τους παρέμεναν ανέπαφες, ενώ και η φορολόγηση τους ήταν πολύ ελαφρύτερη από την αντίστοιχη των Βυζαντινών. Μάταια ο Ηράκλειος προσπάθησε με το δόγμα του Μονοθελητισμού να κερδίσει την εύνοια των επαρχιών αυτών. Οι μονοφυσίτες αισθάνονταν την ισλαμική θεολογία πιο συγγενική από ότι ήταν η Ορθοδοξία και η αλλαγή των αφεντών τους τους άφηνε παγερά αδιάφορους, πόσο μάλλον που οι νέοι κατακτητές αποδεικνύονταν πιο ελαστικοί από τους βυζαντινούς. Όταν πέθανε ο Ηράκλειος το 641 λοιπόν, η Βυζαντινή αυτοκρατορία περιελάμβανε την Μ. Ασία, την Κωνσταντινούπολη με τις γύρω περιοχές της, τα παράλια της Βαλκανικής, την Αφρική και την Σικελία. Υπήρχε πλέον ένα Πατριαρχείο, αυτό της Κωνσταντινούπολης με αναμφισβήτητα πρωτεία και μια γλώσσα που ομιλείτο σε όλη την αυτοκρατορία, η ελληνική. Ήταν ένα ακρωτηριασμένο κράτος με μεγαλύτερη ομοιογένεια, αλλά με λιγότερους πόρους, ανθρώπινο δυναμικό και εναλλακτικές λύσεις

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΉ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

Ο Ηράκλειος αναδιαμόρφωσε την στρατιωτική και πολιτική δομή του κράτους και ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που το όνομα του σχετίζεται με τα θέματα, μια καινοτομία στον τομέα της κρατικής οργάνωσης, που βοήθησε το Βυζάντιο να ανταπεξέλθει στον κίνδυνο που αντιπροσώπευαν νέοι εχθροί, όπως οι άραβες. Ο Ηράκλειος γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν τα Εξαρχάτα των δυτικών επαρχιών, όπου η στρατιωτική και η πολιτική εξουσία βρισκόταν στα χέρια του ίδιου προσώπου και όπου ο τοπικός πληθυσμός αποτελούσε το στράτευμα, που πρόσφερε την άμυνα και την προστασία από τους εξωτερικούς επιδρομείς. Το ίδιο πρότυπο διοίκησης ο Ηράκλειος εφάρμοσε και στην απειλούμενη από τους πέρσες Μ. Ασία. Το κράτος που ανέλαβε ο Ηράκλειος δεν είχε σημαντικούς πόρους στα ταμεία του, αλλά σε αντιστάθμισμα κατείχε εκτεταμένες εκτάσεις γης, ως αποτέλεσμα των εκκαθαρίσεων που είχαν γίνει στους κόλπους της αριστοκρατίας επί Φωκά και μετά την ανατροπή του τελευταίου. Συνεπώς ο Ηράκλειος μπορούσε να προσφέρει αυτή τη γη στους στρατηγούς των επαρχιών της Μ. Ασίας και στον στρατό τους. Αυτός ο στρατός ονομαζόταν Θέμα, αλλά με την πάροδο του χρόνου ο όρος σήμανε το μέρος στο οποίο στάθμευε. Η εγκατάσταση των στρατευμάτων αυτών στις επαρχίες και η εκμετάλλευση της γης την οποία τους διέθετε το κράτος είχε ευεργετικά αποτελέσματα για το Βυζάντιο. Δημιουργήθηκε μια αγροτική στρατιωτική τάξη, που προμήθευε στρατό από τον τοπικό πληθυσμό, αντικαθιστώντας τα μισθοφορικά στρατεύματα. Το κράτος ανακουφίστηκε οικονομικά γιατί δεν χρειαζόταν πλέον να πληρώνει μισθοφόρους, ενώ ταυτοχρόνως μπορούσε να υπολογίζει σε στρατό που είχε πολλά και σημαντικά κίνητρα για να αντιστέκεται σθεναρά στους επιδρομείς. Αυτή η νέα οργανωτική δομή, που θα προφυλάξει το Βυζάντιο από τους εχθρούς του για πολλά χρόνια, ανιχνεύεται για πρώτη φορά στα χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου, ο οποίος τοποθέτησε τα στρατεύματα που ονομάζονταν Οψίκιοι, δηλαδή Φρουροί, Αρμενιακοί και Ανατολικοί στις βόρειες και ανατολικές επαρχίες της Μ. Ασίας. Οι επαρχίες αυτές σε μερικά χρόνια θα είναι πλέον γνωστές με το όνομα Θέματα και θα ταυτίζονται με το όνομα των στρατευμάτων που εγκαταστάθηκαν εκεί. Η σημασία τους στους πολέμους που έκανε ο Ηράκλειος εναντίον των Περσών ήταν καθοριστικότατη. Ίσως το γεγονός πως αυτή η οργανωτική δομή δεν επεκτάθηκε και στις νότιες επαρχίες, λόγω πιθανώς της έλλειψης ικανού αριθμού πολεμιστών εξηγεί και την γρήγορη πτώση τους στους άραβες.
Ο Ηράκλειος δεν θα μπορούσε να μην ασχοληθεί και με τα θρησκευτικά ζητήματα, από την στιγμή που και ο ίδιος ήταν μια βαθιά θρησκευόμενη προσωπικότητα, αλλά και καταλάβαινε πάρα πολύ καλά τι σήμαινε για το Βυζάντιο η διαμάχη με τις νότιες επαρχίες του πάνω στο ζήτημα του Μονοφυσιτισμού. Για να μπορέσει να φέρει την ειρήνη στην Εκκλησία και να κερδίσει και πάλι την εύνοια των αιρετικών, ο αυτοκράτορας, με τις συμβουλές του Πατριάρχη Σέργιου, άρχισε να επεξεργάζεται ένα καινούργιο θεολογικό δόγμα, το οποίο ονομάστηκε Μονοθελητισμός. Οι πρώτες μαρτυρίες αυτού του δόγματος συναντώνται ήδη από το 622, όταν ο Ηράκλειος σε μια συζήτηση του με τον ηγέτη των Αρμένιων μονοφυσιτών, διατύπωσε την θέση πως υπήρχαν δύο φύσεις ενωμένες στο Πρόσωπο του Ιησού, αλλά μόνο μία Θέληση ή Ενέργεια. Η επίσημη διατύπωση αυτού του δόγματος έγινε το 638 με το Διάταγμα του Ηράκλειου που ονομάζεται Έκθεσις. Οι προσπάθειες αυτές όμως δεν θα βελτιώσουν την κατάσταση και οι συγκρούσεις μεταξύ Ορθοδόξων και μονοφυσιτών δεν θα σταματήσουν, μέχρι την πτώση των επαρχιών της Αιγύπτου και της Συρίας στους άραβες. ΄Όμως και μέσα στις εναπομείνασες επαρχίες θα δημιουργηθούν τόσες διαμάχες, που ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ θα αναγκαστεί να διατάξει την παύση κάθε συζήτησης επί του θέματος. Πάντως, ο Μονοθελητισμός είναι μια απόδειξη της συνεργασίας που μπορούσαν να αναπτύξουν οι πολιτικές και οι εκκλησιαστικές αρχές της Κωνσταντινούπολης, όπως επίσης και της ανεξαρτησίας του Πατριάρχη απέναντι στις εκκλησιαστικές αρχές της Ρώμης.
Ο Ηράκλειος παντρεύτηκε δύο φορές. Την πρώτη φορά με την Κωνσταντινουπολίτισσα Ευδοκία, από την οποία απόκτησε τον Ηράκλειο-Κωνσταντίνο. Η Ευδοκία πέθανε νωρίς και ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε την ανηψιά του Μαρτίνα, από την οποία απόκτησε εννέα παιδιά. Αυτός ο γάμος δημιούργησε αντιδράσεις, γιατί πολλοί θεώρησαν πως άγγιζε τα όρια της αιμομιξίας. Η Μαρτίνα εξασκούσε μεγάλη επιρροή στον αυτοκράτορα και προσπάθησε να εξασφαλίσει την διαδοχή του θρόνου για τον γιό της Ηρακλεωνά. Τα τελευταία χρόνια του Ηράκλειου δεν ήταν ευτυχισμένα. Άρρωστος, απομονωμένος από τον λαό του και με συχνές κρίσεις κατάθλιψης, έβλεπε τις νότιες επαρχίες του κράτους να υποκύπτουν η μία μετά την άλλη στους άραβες και ο ίδιος, κουρασμένος, δεν είχε την δύναμη να αντιδράσει. Πέθανε τον Φεβρουάριο του 641, αφού όρισε να τον διαδεχθούν ο Κωνσταντίνος και ο Ηρακλεωνάς. Ως προσωπικότητα ήταν πολύ σύνθετη και πολλές πτυχές του χαρακτήρα του δεν έγινε δυνατόν να αποκρυπτογραφηθούν. Βαθιά θρησκευόμενος, απέδιδε όλες τις επιτυχίες και τις νίκες του στον Θεό, ενώ η εικόνα του Χριστού και της Παναγίας οδηγούσαν πάντα τον στρατό του. Διαφοροποιούμενος από τους συγχρόνους του, έδειξε ανθρωπισμό στην αντιμετώπιση των αιχμαλώτων, τους οποίους απελευθέρωνε, ενώ και τους κατοίκους των περιοχών που κατακτούσε δεν τους σκλάβωνε και δεν τους έσφαζε, όπως ήταν τότε η συνήθης πρακτική. Οι ικανότητες του ως στρατιωτικός ήταν αναμφισβήτητες, όπως αποδεικνύει ο τρόπος που διεξήγαγε τον πόλεμο με τους πέρσες. Πάντα πρώτος στις μάχες, τολμηρός και ριψοκίνδυνος, μοιράστηκε με τον στρατό του τους κόπους και τις θυσίες και η μνλημη του θα μείνει για πάντα αγαπητή στους βυζαντινούς στρατιώτες. Είχε ισχυρή θέληση, μεγάλες οργανωτικές ικανότητες, δεν απογοήτευονταν και η επιμονή στον σκοπό του συναγωνιζόταν την επιμονή του. Πήρε ένα κράτος στο χείλος της καταστροφής και ενέπνευσε ένα καινούργιο είδος συμπεριφοράς με το προσωπικό του παράδειγμα. Έκανε τις αλλαγές που ήταν αναγκαίες για την καλύτερη λειτουργία του κράτους και στην εποχή του το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η ελληνική γλώσσα μιλιέται πια απ’ άκρου εις άκρον στο κράτος και η Χριστιανική λατρεία αποκτά εκείνο το πνεύμα που θα ταυτίσει το κράτος με την θρησκεία του.

Βασική πηγή: Εγκυκλοπαίδεια ΤΟΜΗGold, Βικιπαίδεια, κ.α.