Τι αποκαλύπτει ο Νίκος Σβορώνος για τη συμβολή του Βυζαντίου στην πνευματική εξέλιξη της Δυτικής Ευρώπης;

Κωδικός Πόρου: 00285-111974-2074
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 03/02/12 18:07
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Βυζαντινή Αυτοκρατορία!.., 00285-111974-2074




Περιγραφή:

Τι αποκαλύπτει ο Νίκος Σβορώνος για τη συμβολή του Βυζαντίου στην πνευματική εξέλιξη της Δυτικής Ευρώπης;

Διαβάστε τι αναφέρει ο μεγάλος πανεπιστημιακός δάσκαλος, Νίκος Σβορώνος, για το Ελληνικό Βυζάντιο, τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως τον Ιωάννη Δαμασκηνό και -ασφαλώς- τι λέει για τον Ελληνο - ρωμαϊκό πολιτισμό!..

Νίκος Σβορώνος
Παρατηρήσεις για τη συμβολή του Βυζαντίου στην πνευματική εξέλιξη της Δυτικής Ευρώπης: Η περίπτωση του Ιωάννου Δαμασκηνού
Από «Βυζάντιο και Ευρώπη» Α' Διεθνής Βυζαντινολογική Συνάντηση, Δελφοί, 20-24 Ιουλίου 1985, εκδ. Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, Αθήνα 1987.


Κεφάλαιο 1
Η διοικητική και σε ορισμένο βαθμό πολιτισμική ενότητα της Ευρώπης, που δημιουργήθηκε από τη ρωμαϊκή κατάκτηση, υπέρκειται —κι αυτό βέβαια σε βαθμό διαφορετικό, ανάλογα με τις περιοχές και τις κοινωνικές τάξεις— σ' ένα σύνολο οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά διαφοροποιημένο. Έτσι, ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ιστορίας της Ευρώπης, ήδη από την αρχή της γέννησής της, είναι το παιχνίδι ανάμεσα σε δύο κύριους με διαφορετική κατεύθυνση παράγοντες: ενοποιητικούς από τη μια, διαφοροποιητικούς από την άλλη (1).
Είναι πράγματι κοινή επιστημονική διαπίστωση ότι η Ρώμη, ακόμα και σε περιόδους κατά τις οποίες η συγκεντρωτική διοικητική πολιτική της βρίσκονταν στην πιο μεγάλη της ακμή, δεν έκαμε τίποτε για να καταπνίξει την ανάπτυξη και λειτουργία των περιφερειακών εγχωρίων θεσμών και οργάνων. Αντίθετα —για να επαναλάβω εδώ την πετυχημένη έκφραση του Robert Lopez— «για πάρα πολύ χρονικό διάστημα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που δεν θέλησε ποτέ να ονομάζεται παρά Respublica, αφιέρωσε χωρίς φειδώ τις προσπάθειές της για να υποστηρίξει σώματα, οργανώσεις και ιδιαίτερες κοινότητες που θα μπορούσαν να την αλαφρώσουν από το ένα η το άλλο κυβερνητικό λειτούργημα (2)».
Η ιστορική συγκυρία με κύριους παράγοντες την οικονομική κρίση του 3ου αιώνα και τις επιδρομές των βαρβάρων θα ενισχύσει τις διάφοροποιητικές αυτές τάσεις. Βέβαια, η Αυτοκρατορία θα παραμείνει, στη θεωρία, για μερικούς αιώνες ακόμα μία και αδιαίρετη, και οι νομικοί μπορούν να σοφίζονται διάφορα ενοποιητικά νομικά πλάσματα, τα οποία, όμως, δεν καταφέρνουν ν' αποκρύψουν μιαν εντελώς διαφορετική πραγματικότητα: Δύο Ευρώπες αρχίζουν να σχηματίζονται. Η καθεμιά τους θα έχει διαφορετική πορεία και θα καταλήξει στη διαμόρφωση δύο πολιτισμικών κύκλων με διαφορετικά ο καθένας κύρια χαρακτηριστικά, τον πολιτισμικό κύκλο της Δυτικής Ευρώπης και τον πολιτισμικό κύκλο του Βυζαντινού κόσμου. Ωστόσο, τα κοινά τους σημεία και οι αλληλοεπιδράσεις τους τους τοποθετούν στην ίδια ευρύτερη ευρωπαϊκή πολιτισμική κοινότητα.
Δεν πρόκειται, βέβαια, να επιχειρήσω εδώ μακρές αναλύσεις σχετικά με τις ομοιότητες η τις διαφορές των δύο αυτών πολιτισμικών ομάδων. Θα παρουσιάσω ορισμένες παρατηρήσεις σχετικές με το ρόλο του βυζαντινού πολιτισμού στο παιχνίδι ανάμεσα στις ενοποιητικές και τις διαφοροποιητικές τάσεις, που χαρακτηρίζουν την ιστορία της Ευρώπης. Θα δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη συμβολή του Βυζαντίου στην ανάπτυξη της Δυτικής Σχολαστικής, σ’ ένα δηλαδή από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της μεσαιωνικής σκέψης, και σε ορισμένες αντιδράσεις της βυζαντινής πνευματικής κοινότητας απέναντι στη δυτική αυτή κίνηση.
Η υπενθύμιση όμως μερικών γενικών χαρακτηριστικών θα ήταν ίσως αναγκαία: Από οικονομική, πολιτική και κοινωνική άποψη, ό,τι είχε απομείνει από την κεντρική διοίκηση της Ρώμης στη Δύση καταρρέει εξ αιτίας της κρίσης του 3ου αιώνα και από τις επιδρομές τών βαρβάρων, που θα επιβάλουν τη νέα μορφή της δυτικής Ευρώπης. Τα βαρβαρικά βασίλεια που αντικατέστησαν τη ρωμαϊκή διοίκηση προσαρμόστηκαν δύσκολα, και άνισα το καθένα, στις ελληνο-ρωμαϊκές θεσμικές και πολιτισμικές αρχές. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι «Βάρβαροι» καταργούσαν το ρωμαϊκό διοικητικό σύστημα, του οποίου οι νόμοι και οι δομές ήταν πολύ πολύπλοκοι για τη νοοτροπία τους και επέβαλλαν τα δικά τους έθιμα και τις δικές τους δομές, που, σύμφωνα με κάποιαν, υπερβολική ίσως έκφραση, ήταν «μόλις πιο επεξεργασμένες από εκείνες μιας ένοπλης συμμορίας». Και όμως από τις δομές αυτές γεννήθηκαν η οργάνωση της Μεροβιγγιανής Ευρώπης και έπειτα της Αυτοκρατορίας του Καρόλου και κυρίως οι πρωτότυπες δομές της Φεουδαρχίας με τις οποίες δημιουργείται μια νέα κοινωνική και πολιτική ισορροπία. Άλλωστε δεν λείπουν οι περιπτώσεις που οι «Βάρβαροι», ιδιαίτερα οι Οστρογότθοι και οι Φράγκοι, προσπάθησαν ν' αφομοιώσουν τη νομοθεσία και τους θεσμούς των Ρωμαίων και με την είσοδό τους, έστω και εν μέρει, στο ρωμαϊκό σύστημα και στη χριστιανική κοινότητα συνέβαλαν στη διεύρυνση της πολιτισμικής Ευρώπης.
Στην Ανατολική Ευρώπη, που ένα μεγάλο τμήμα της εντάσσεται στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Ελληνορωμαϊκή παράδοση με τις ενοποιητικές συγκεντρωτικές τάσεις συνεχίζεται. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που βρίσκονταν ανάμεσα στην Ασιατική Ανατολή και την Ευρωπαϊκή Δύση, παρέμεινε επί αιώνες ο μόνος κρατικός συγκεντρωτικός σχηματισμός και διεκδίκησε την αποκλειστική κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ουσιαστική της συμβολή συνίσταται, και στην περίπτωση αυτή, στη διεύρυνση της έννοιας της πολιτισμικής Ευρώπης με την εισαγωγή στην ευρωπαϊκή κοινότητα, δια του εκχριστιανισμού, των σλαβικών περιοχών των Βαλκανίων και της Ρωσίας. Με τις ποικίλες επίσης επαφές της, σε εποχές ειρήνης ή πολέμου, προκάλεσε κάποιαν όσμωση ανάμεσα στα δύο τμήματα της Ευρώπης, δυτικό και ανατολικό.
Αφήνοντας κατά μέρος τις διαφορές στο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα ανάμεσα στη δυτική φεουδαρχία και στο συγκεντρωτικό Κράτος του Βυζαντίου, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το αναμφισβήτητο κοινό σημείο ανάμεσα στα δύο τμήματα της Ευρώπης, από πολιτισμική άποψη, είναι ο Χριστιανισμός. Η πολιτισμική εξέλιξη και τα πνευματικά ρεύματα που ελειτούργησαν στην Ευρώπη επί αιώνες υπερπροσδιορίστηκαν από τις σχέσεις τους με τον Χριστιανισμό και την Εκκλησία του. Με τον εκχριστιανισμό τους τα «βαρβαρικά» φύλλα εισέρχονται στον κύκλο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η χριστιανική ιδέα, πέρα από τις διάφορες, κατά περιοχές και εποχές, αποχρώσεις, αποτέλεσε, δίπλα στη ρωμαϊκή ιδέα για μια περίοδο, η υποκαθιστώντας την, σε άλλες περιόδους, τη συνεκτική ιδεολογία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Του γεγονότος αυτού ορισμένα καθαρά μυαλά έχουν πλήρη συνείδηση. Χτυπητό παράδειγμα, ανάμεσα σ' άλλα, ο Ισίδωρος Κιέβου (3). Στον πανηγυρικό του λόγο προς τον αυτοκράτορα Σιγισμούνδο (15ος αι.) (4), αντιπαραθέτοντας την Ασία με την Ευρώπη, υπογραμμίζει ως κύριο χαρακτηριστικό της τελευταίας τη χριστιανική πίστη των πληθυσμών της: «Και μην των τμημάτων αμφοίν [sc. Ευρώπης και Ασίας] διχώς διηρημένων, η μεν Ευρώπη πάσα τω ευσεβεί των Χριστιανών μέρει κατείληπτο, ολίγου μέρους επιλαβόντος αυτής των ασεβών» σε αντίθεση με την Ασία που «ο,τι πλείστα και μέγιστα των αθέων περιέχει γένη», έστω και αν περιέχει επίσης και ένα πλήθος χριστιανών που βρίσκονται όμως υποδουλωμένοι στους ασεβείς: «υπό την των ασεβών τελούντες δουλείαν». Το μεγάλο έργο που η Χριστιανοσύνη περιμένει από τον αυτοκράτορα είναι «των βαρβάρων κατατρέχειν και καταδουλούν αυτούς» (5). Η παλαιά αντίθεση «Έλληνες-Βάρβαροι» αντικαθίσταται τώρα με το Χριστιανοί-Βάρβαροι = ασεβείς = μη χριστιανοί (6).
Ενοποιητικός βέβαια παράγοντας ο Χριστιανισμός. Αλλά με τη γρήγορη διαφοροποίησή του γίνεται συγχρόνως και παράγοντας διαφοροποιητικός και εκφράζει μέσα στην υπερκείμενη γενική ενιαία ιδεολογία την πολλαπλότητα της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Η ουσία της διαφοράς ανάμεσα στη χριστιανική Ανατολή και τη χριστιανική Δύση δεν βρίσκεται τόσο στις δογματικές διαφορές ανάμεσα στην ορθοδοξία και στον καθολικισμό της Δύσης —οι δογματικές διαφορές ανάμεσα στη Χαλκηδονική ορθοδοξία και τις άλλες μονοφυσιτικές εκκλησίες της Άνατολής είναι πολύ μεγαλύτερες— ούτε στις έριδες για τα πρωτεία του Πάπα και για την εκκλησιαστική εξουσία γενικότερα. Οι ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες του Χριστιανισμού βρίσκονται στο γενικό πνεύμα και στη θρησκευτική και εκκλησιαστική νοοτροπία των πιστών. Οι διαφορές αυτές εμφανίζονται με πολλές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα στον πρακτικό χαρακτήρα της ορθόδοξης και γενικότερα της Ανατολικής Θεολογίας που δίνει μεγαλύτερο βάρος στην πνευματικότητα, στην άσκηση της πίστης και στην καθημερινή «κατά Χριστόν ζωήν», παρά στη συστηματική θεωρητική αφηρημένη Θεολογία, τη φιλοσοφική θεμελίωση και την «επιστημονική» διάταξη, διάρθρωση και διερεύνηση των προβλημάτων του δόγματος, και τη διατύπωση μιας γενικής κωδικοποιημένης κοσμοθεωρίας, όπως επικράτησε, από μια στιγμή και πέρα, στη Δύση (7). Έχει σωστά τονισθεί ότι ήταν μικρός ο αριθμός των συστηματικών δογματικών έργων των Βυζαντινών θεολόγων σε σχέση με το σύνολο των γραφτών τους (8). Ολιγάριθμοι βυζαντινοί θεολόγοι —και το σύνολό τους σχεδόν ανήκει στους πρώτους αιώνες της Αυτοκρατορίας και δεν ξεπερνά τον 8ο αιώνα— επιχείρησαν ν' αναπτύξουν κάποιαν αυτόνομη μεθοδολογία και να παρουσιάσουν χριστιανικό φιλοσοφικό σύστημα που να ενσωματώνει οργανικά και συστηματικά όλα τα στοιχεία που θα απαιτούσε μια πλήρης θεολογική σκέψη: Γραφή, Πατέρες της Εκκλησίας, ανθρώπινος Λόγος. Ύστερα από το Γρηγόριο Νύσσης, τον Ωριγένη, το Μάξιμο τον Ομολογητή, τον Ιωάννη Δαμασκηνό, στα έργα των θεολόγων του Βυζαντίου, η Γραφή, οι Πατέρες της Εκκλησίας ως μάρτυρες και ερμηνευτές της διδασκαλίας των αποστόλων έχουν απόλυτο κύρος και επαναλαμβάνονται χωρίς κριτική αντιμετώπιση (9).
Όσο για τη γνώση και την αντιμετώπιση από τους βυζαντινούς στοχαστές της ελληνικής φιλοσοφίας και γενικότερα της ελληνορωμαϊκής πολιτισμικής παράδοσης, το προτεινόμενο από όλους σχεδόν τους ερευνητές γενικό σχήμα δεν φαίνεται ν' απομακρύνεται πολύ από την πραγματικότητα:
Σε μια πρώτη περίοδο, από τον 3ον ως τα μέσα περίπου του 7ου αιώνα, παρατηρείται και στα δύο τμήματα της ευρωπαϊκής πολιτισμικής κοινότητας η ίδια πάνω-κάτω κίνηση, έστω και με διαφορετικούς ρυθμούς και διαφορετική ένταση: Η παιδεία και οι πολιτισμικές δραστηριότητες παρουσιάζουν μια κάποια συνέχεια. Η επαφή με την ελληνική η ελληνο-ρωμαϊκή παράδοση δεν έχει εντελώς διακοπεί. Και στο σημείο όμως αυτό πρέπει να υπογραμμισθούν ορισμένες ουσιαστικές διαφορές. Στη Δύση η διακοπή των ελληνικών σπουδών και η παντελής άγνοια της ελληνικής γλώσσας έχει συντελεσθεί ήδη από τον 5ον αιώνα. Ελάχιστος αριθμός ανθρώπων των γραμμάτων μπορεί να χρησιμοποιεί τα ελληνικά έργα στο πρωτότυπο και οι μεταφράσεις στα λατινικά σπανίζουν. Πρόκειται, όπως έχει παρατηρηθεί, για ένα πραγματικό ναυάγιο των ελληνικών σπουδών στη Δύση, από το οποίον επιπλέουν μόνον μερικά συντρίμια. Για μακρό χρονικό διάστημα δεν είναι προσιτά στη Δύση παρά μερικές μεταφράσεις των Πατέρων της Εκκλησίας, του Ωριγένη και του Χρυσοστόμου. Από τα έργα των Ελλήνων φιλοσόφων, δεν είναι γνωστά παρά η αποσπασματική λατινική μετάφραση του Πλατωνικού Τιμαίου και τα υπομνήματα του μεταφραστή του Χαλκιδίου γραμμένα στο τέλος του 3ου, αρχές του 4ου αιώνα, η εισαγωγή στις κατηγορίες του Αριστοτέλη του Πορφυρίου και οι μεταφράσεις Αριστοτελικών έργων του Βοηθίου (480-524), οι αναφορές στους Νεοπλατωνικούς που βρίσκονται στα έργα του Αυγουστίνου, που προέρχονται από τη λατινική μετάφραση, χαμένη σήμερα, του Μάριου Βικτωρίνου (4ος αιώνας) και όσα από την ελληνική Γραμματεία περιέχονται στο έργο του Κασσιοδώρου (490-583). Εκτός από την Ιταλία, όπου η πολιτική παρουσία του Βυζαντίου και των Ελλήνων η ελληνόφωνων ανατολικών συνεχίζεται, στην υπόλοιπη Δύση η κάποια πολιτισμική συνέχεια συντελείται δια μέσου της λατινικής γραμματείας (10).
Στην Ανατολή οι Πατέρες της Εκκλησίας και ένας μεγάλος αριθμός εθνικών η χριστιανών διατηρεί ακόμα τις τελευταίες πνοές της αρχαίας ελληνικής σκέψης, που αρχίζει όμως να κοντανασαίνει.
Αν και με διαφορετικό ρυθμό, στην Ανατολή και τη Δύση διαγράφεται η ίδια κίνηση: Εκείνο που από την αρχαία ελληνορωμαϊκή πνευματική δημιουργία παραμένει ακόμα ζωντανό και προσελκύει το ενδιαφέρον και τη μελέτη των διανοουμένων της εποχής είναι κυρίως η τεχνική της έκφρασης και του συλλογισμού, η αποδεικτική Τέχνη (11) για να τεθεί στην υπηρεσία της χριστιανικής πίστης. Η ελεύθερη αναζήτηση, ανεξάρτητη από οποιοδήποτε δόγμα, αρχίζει να υποχωρεί για να εξαφανισθεί σε λίγο. Άλλωστε και όταν ακόμα οι σύγχρονοι διανοητές, θεολόγοι η εκπρόσωποι της θύραθεν παιδείας, αντλούν από τις ελληνικές πηγές, στις πηγές αυτές έχουν ήδη εισαχθεί μυστικά και υπέρλογα στοιχεία που έχουν θολώσει την καθαρότητά τους.
Ακολουθούν οι αιώνες 7ος-8ος, τόσο στην Ανατολή όσο και τη Δύση, κατά τους οποίους δύσκολα μπορεί κανείς να μιλήσει για σημαντικές πνευματικές δημιουργίες η για μεγάλη ανάπτυξη και διάδοση του πολιτισμού. Πρέπει να περιμένουμε τον 9ον αιώνα για να διαπιστώσουμε τα πρώτα αναγεννητικά κινήματα που θα αναπτυχθούν στους επόμενους αιώνες στηριζόμενα στην ολοένα ουσιαστικότερη επαφή με το περιεχόμενο της ελληνορωμαϊκής σκέψης (12).
Το κοινό χαρακτηριστικό των αναγεννητικών αυτών κινημάτων, είτε στη Δύση με τη λεγόμενη «Καρολιγγιανή Αναγέννηση», είτε στο Βυζάντιο με τον «Πρώτο Βυζαντινό Ανθρωπισμό», είναι, νομίζω, η προσπάθεια, παρά τις κάποτε έντονες αντιδράσεις των εκκλησιαστικών παραδοσιακών συντηρητικών στοιχείων (13), της επανεισαγωγής στις πνευματικές δραστηριότητες κάποιων στοιχείων λογοκρατίας με τη γεφύρωση ανάμεσα στη χριστιανική θεολογία και την ελληνική φιλοσοφία, και την διεκδίκηση κάποιας ανεξαρτησίας και πρωτοτυπίας στη σκέψη (14).
Η μεγάλη όμως διαφορά ανάμεσα στα δύο κινήματα έγκειται στη διαφορετική τους κατεύθυνση και κατάληξη. Στο Βυζάντιο, όπου η επαφή με τις ελληνικές πηγές, έστω και έμμεση δια μέσου των Πατέρων της Εκκλησίας, και με συχνές επιβραδύνσεις και ανακοπές, δεν είχε εντελώς εκλείψει ακόμα και κατά τους σκοτεινούς αιώνες (7ον-8ον) (15). Ωστόσο κατά τη νέα, ολοένα και πιο άμεση επαφή με την αρχαία σκέψη από τον 9ον αιώνα και πέρα βρίσκουμε βέβαια ένα πλήθος σοφών που μελετούν και εκδίδουν τον Όμηρο και τα έργα των Ελλήνων φιλοσόφων, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τους Νεοπλατωνικούς. Ακόμα και ορισμένες αναζητήσεις σχετικές με την γνωσοθεωρία η τη χριστιανική ανθρωπολογία και μεταφυσική δεν λείπουν από τα έργα τους. Η γονιμοποίηση όμως αυτή με τη μελέτη των ελληνικών πηγών δεν κατέληξε παρά σε σοφά υπομνήματα ευσυνείδητων καθηγητών φιλοσοφίας.
Η συγκεντρωτική Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε πλήρη συνείδηση των κινδύνων που ενυπάρχουν στις ιδεολογικές-θρησκευτικές αποκλίσεις για
την ενότητά της και την ίδια της την ύπαρξη. Η βυζαντινή πολιτική εξουσία είχε την εμπειρία των αποκεντρωτικών κινημάτων που προκαλούσαν οι διάφορες αιρέσεις, σε μεγάλο βαθμό ιδεολογικές εκφάνσεις πολιτικών αντιθέσεων των διαφόρων εθνοτήτων που συγκροτούσαν την Αυτοκρατορία η ακόμα και κοινωνικών αγώνων. Έτσι, θα εμπεδώσει την πολιτική της ενότητα σε μια ενιαία ιδεολογία και θα υποτάξει στο Κράτος την ορθόδοξη Εκκλησία, που θα στηρίξει την πολιτική αυτή. Κύριο μέλημά της θα είναι η διαφύλαξη της μονολιθικότητας του δόγματος, όπως είχε διατυπωθεί από την παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας ύστερα από πνευματικούς αγώνες που είχαν διαρκέσει κάμποσους αιώνες. Έτσι, οι βυζαντινοί θεολόγοι και διανοητές δεν θα κινηθούν -κι αυτό όχι χωρίς κίνδυνο να θεωρηθούν αιρετικοί- παρά σε πολύ στενά πλαίσια πνευματικής ελευθερίας. Τα έργα τους δεν ξανοίγονται σε τολμηρές συστηματικές πνευματικές συνθέσεις που να προετοιμάζουν νέα φιλοσοφικά συστήματα. Τέτοια είναι τα έργα του Λέοντα του Μαθηματικού, του Φωτίου, του Αρέθα, του Ψελλού, των ουμανιστών της εποχής των Παλαιολόγων.
Η ουσιαστική πρωτοτυπία στη σκέψη στο Βυζάντιο βρίσκεται στα έργα των μεγάλων του μυστικών, του Μάξιμου του Ομολογητή, του Συμεών του Νέου Θεολόγου, του Γρηγορίου Παλαμά, του Νικολάου Καβάσιλα, για ν' αναφέρω μόνον τους κορυφαίους, που, παρά την κλασσική τους παιδεία, στήριξαν τη σκέψη τους στην άμεση ενόραση της θείας ανταύγειας, στη θεία χάρη, στην προσευχή και την άσκηση.
Άγεται κανείς στη σκέψη ότί οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες του Βυζαντίου εναρμονίζονταν περισσότερο με την πέραν του Λόγου παλιά πνευματική παράδοση της Ανατολής που επενεργεί από την εποχή των Νεοπλατωνικών, βρίσκει στη βυζαντινή παραδοσιακή ιδεολογία μικρότερη αντίσταση απ' όση συνάντησε η γενικά λογοκρατική τάση των κλασσικών και φθάνει σε υψηλά πρωτότυπα επιτεύγματα. Μολονότι και οι τάσεις αυτές δεν απέφυγαν τον κίνδυνο να θεωρηθούν αιρετικές, τελικά επιβλήθηκαν.
Διαφορετικό χαρακτήρα έχουν τα επιτεύγματα της αναγεννητικής κίνησης στη Δύση. Η απουσία εδώ ενός ενιαίου συγκεντρωτικού Κράτους, ακόμα και κατά την περίοδο της Αυτοκρατορίας του Καρόλου, και η ύπαρξη πολλών πνευματικών κέντρων που μπορούσαν να υπολογίζουν στην υποστήριξη των πολλαπλών πολιτικών κέντρων που βρίσκονταν συνήθως σε ανταγωνισμό μεταξύ τους και όχι σπάνια με το μεγάλο κέντρο του καθολικισμού, το Βατικανό, εξασφάλιζαν μεγαλύτερα περιθώρια πνευματικής ελευθερίας στους δυτικούς στοχαστές. Την ελευθερία αυτή ενισχύουν ίσως και οι διαφορετικοί δρόμοι, από τους οποίους γνώρισαν την ελληνική σκέψη: λατινικές μεταφράσεις από τα ελληνικά, τα αραβικά η τα εβραϊκά, η αργότερα από τα ελληνικά πρωτότυπα, και οι πολλαπλές επιδράσεις που συνακολουθούν. Σημαντικό ρόλο στην περισσότερο ελεύθερη και αμεσότερη ανάγνωση των ελληνικών έργων θα έπαιξε επίσης η απουσία κάποιας παγιωμένης παράδοσης υπομνηματιστών. Για όλους αυτούς τους λόγους, στους οποίους πρέπει να προστεθεί ο δυναμισμός στην εξέλιξη της δυτικής κοινωνίας από τον 11ον αιώνα και πέρα, η επαφή των δυτικών διανοητών με την ελληνική σκέψη κατέληξε σε νέες πνευματικές συνθέσεις που προοιωνίζουν τη μεγάλη Αναγέννηση του 15ου και 16ου αιώνα, που έθεσε με τόλμη τον άνθρωπο και τον ανθρώπινο Λόγο στο κέντρο κάθε πνευματικής δράστηριότητας.
Στην όλη όμως κίνηση της Δύσης το Βυζάντιο δεν φαίνεται ξένο και ο ρόλος του δεν φαίνεται να είναι ασήμαντος. Σ' αυτό το πρόβλημα θα ήθελα να παρουσιάσω μερικές παρατηρήσεις (16).

Σημειώσεις:
1. Για το πολύπλοκο πρόβλημα του σχηματισμού της πολιτισμικής Ευρώπης και της εξέλιξης του ευρωπαϊκού πολιτισμού, από την απέραντη ειδική βιβλιογραφία δεν σημειώνω εδώ παρά μερικά σχετικά πρόσφατα συνθετικά έργα: Christ Dawson, The Making of Europe, An Introduction to the History of European Unity, London, 1932 (7η έκδοση 1946). Γαλλική μετάφραση υπό την διεύθυνση του L. Halphen,Les οrigines de l’Europe et de la civilisation européenne, Paris, 1934. J. Calmette, L' effondrement d' un empire et la naissance d' une Europe, Paris 1941. Robert Lopez, Naissance de l’Europe, [Paris], 1962.
2. Ν. Lopez, Op.cit., σελ. 19.
3. Για τον Ισίδωρο Κιέβου βλ. H.G. Beck, Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, München, 1959, σελ. 765-767.
4. Ανέκδοτος πανηγυρικός του αυτοκράτορας της Γερμανίας Σιγισμούνδου, Νέος Ελληνομνήμων, τ. 15, 1921, σελ. 113-126.
5. Ibid. σελ. 123.
6. Ibid. σελ. 124, στ. 8-10: Οίμαι μεν ουδέν άλλο σου την θειοτάτην τρέφειν τύχην η τούθ' όπως απάσης εξαιρήσης τους ολέθρους και εχθίστους χριστιανοίς εκείνοις βαρβάρους της οικουμένης.
7. Βλ. Ν. Σβορώνος, Θρησκείες και πολιτισμικές οντότητες στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη: Η περίπτωση της ορθοδοξίας εν Ανάλεκτα Νεοελληνικής Ιστορίας και Ιστοριογραφίας, Αθήνα, 1983, σελ. 163-171.
8. H.G. Beck, Op. cit., σελ. 173 κ. εξ.
9. Για το σημαντικό αυτό πρόβλημα βλ. Gerhard Podskalsky, Theologie und Philosophie in Byzanz, München, 1977, ιδιαίτερα σελ. 283 κεξ. και τις σημαντικές αποχρώσεις που αναπτύσσει ο Herbert Hunger, Die Hochsprachliche profane Literatur der Byzantiner, Erste Band, München, 1978, σελ. 42-62 (Philosophie und Theologie), όπου και η προηγούμενη βιβλιογραφία.
10. Η σχετική τεκμηρίωση και η πρόσφατη βιβλιογραφία έχουν συγκεντρωθεί στο έργο του Paul Lemerle, Le premier humanisme byzantin, Paris, 1971, σελ. 9-21 (interruption de la culture hellenique en Occident): Ελλ. μετάφρ. Μαρίας Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985, σελ. 19-28.
11. Δεν μπορεί βέβαια να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος αριθμός των χειρογράφων του Αριστοτέλη αναφέρεται στη Λογική του (Όργανον). Η. Hunger, Op. cit., σελ. 15 (όπου στη σημ. 16 η σχετική βιβλιογραφία).
12. Από την πλούσια βιβλιογραφία δεν αναφέρονται εδώ παρά οι σχετικά πρόσφατες μελέτες. Για τη Δύση: Εκτός από τις γενικές συνθέσεις που σημειώνονται στη σημείωση 1, αναφέρω ακόμα τα κάτωθι: P. Courcelle, Les lettres grecques en Occident de Macrobe á Cassiodore, Paris, 1943. Ch. Ν. Cochrane, Christianity and classical Culture. A study of Thought and Action from Augustus to Augustine, Oxford University Press, 1944. H. I. Marrou, Histoire de l’education dans l’antiquité, Paris, 1948. H. Steinacker, Die römische Kirche und die griechischen Sprachen Kentnisse des Frühmittelalters. Εν Mitteilungen des Inst. für Osterreichischen Geschichtsforschung, τ. 62, 1954, σελ. 28-66. W. Krause, Die Stellung der frühchristlichen Auctoren zur heidnischen Literatur, Wien, 1958. W. Jaeger, Early Christian and Greek Paideia, Cambridge Mass., 1961. P. Riche, Education et culture dans l’Occident barbare (Vle-VIIIe siècle). Πρβλ. και τις παρατηρήσεις του Paul Lemerle, Op. cit., σελ. 9-21: ελλ. μετάφρ. σελ. 19-28. Για το Βυζάντιο: W. Christ-W. Schmid - Ο. Stählin, Geschishte der griechischen Literatur, zweiter Teil, die Nachklassische Periode der griechischen Literatur, Zweite Häfte, von 100 bis 530 nach Christen, München, 1924. Ακόμα τα προαναφερθέντα έργα του H.G. Beck, Kirche und theologische Literatur, H. Hunger, Die hochsprachliche profane Literatur. Κυρίως, Paul Lemerle, Le premier humanisme byzantin και του G. Podskalsky, Theologie und Philosophie in Byzanz.
13. P. Lemerle, Op. cit. σελ. 172-176 (ελλην. μετάφρ. σελ. 150-152): περίπτωση επίθεσης εναντίον του Λέοντα του Μαθηματικού από το μαθητή του Κωνσταντίνο Σικελό. Πρβλ. Η. Hunger, Op. cit. σελ. 43.
14. Για τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στις ελληνικές σπουδές και τις προσπάθειες ανανέωσης βλ. Η. Hunger, Op. cit. σελ. 42 κεξ.
15. P. Lemerle, Op. cit. σελ. 74-108 (Ελλην. μετάφρ. σελ. 71-101), 109 (ελλ. μετάφρ. 102 κεξ.), 301-307 (ελλ. μτφρ. σελ. 277-286). Βλ. ακόμα τη βιβλιογραφία της σημ. 12.
16. Μια γενική επισκόπηση της επίδρασης του βυζαντινού πολιτισμού στη Δύση από τον 4ον αιώνα ως το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας παρουσιάζεται στο έργο του Deno John Geanakoplos,Interaction of the "sibling" Byzantine and Western Cultures in the Middle Ages and Italian Renaissance, London, 1976. (*)

-----------

(*) Το πρωτότυπο κείμενο, που είναι γραμμένο σε πολυτονική γραφή, μπορεί να το βρει κανείς μέσα στη «Μυριόβιβλο».

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΣΒΟΡΩΝΟ

Ο Νίκος Σβορώνος γεννήθηκε το 1911 στη Λευκάδα και πέθανε το 1989 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάσθηκε στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών. Πήρε μέρος στην αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ. Το 1945, χάρις τις ενέργειες του διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Οκτάβ Μερλιέ και με υποτροφία της Γαλλικής Δημοκρατίας, κατέφυγε στη Γαλλία μαζί με άλλους αριστερούς διανοούμενους. Το 1955 του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια και το 1961 απέκτησε τη γαλλική. Το 1962 απέκτησε το doctorat τρίτου κύκλου και το 1975 ανακυρήχθηκε Docteur es Lettres της Σορβόννης. Εργάσθηκε στο CNRS και δίδαξε ως διευθυντής σπουδών στην Ecole Pratique des Hautes Etudes (IV Section) ιστορία των θεσμών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μετά την πτώση της δικτατορίας δίδαξε στα πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Κρήτης, διετέλεσε μέλος της διοικούσας επιτροπής του Πανεπιστημίου Κρήτης και διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, και ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης.