Τα λόγια του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά»!..

Κωδικός Πόρου: 00285-111975-425
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 29/05/11 15:03
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Βυζαντινή Αυτοκρατορία!.., 00285-111975-425




Περιγραφή:

Τα λόγια του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά»!..

Διαβάστε το  λόγο του Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου,  που απηύθυνε προς τους συμπολεμιστές του, την παραμονή της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως ,7 Απριλίου 1453 , σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο.


Οι θέσεις Βυζαντινών και Τούρκων στην πολιορκία της Κωνσταντινοπόλεως.

«Υμείς μεν, ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί και γενναιότατοι συστρατιώται και πας ο πιστός και τίμιος λαός, καλώς οίδατε ότι έφθασεν η ώρα και ο εχθρός της πίστεως ημών βούλεται ίνα μετά πάσης τέχνης και μηχανής ισχυροτέρως στενοχωρήση ημάς, και πόλεμον σφοδρόν μετά συμπλοκής μεγάλης και συρρήξεως εκ της χέρσου και θαλάσσης δώση ημίν μετά πάσης δυνάμεως, ίνα, ει δυνατόν, ως όφις τον ιόν εκχύση και ως λέων ανήμερος καταπίη ημάς. [Βιάζεται] δια τούτο λέγω και παρακαλώ υμάς ίνα στήτε ανδρείως και μετά γενναίας ψυχής, ως πάντοτε έως του νυν εποιήσατε, κατά των εχθρών της πίστεως ημών. Παραδίδωμι δε υμίν την εκλαμπροτάτην και περίφημον ταύτην πόλιν και πατρίδα ημών και βασιλεύουσαν των πόλεων. Καλώς ουν οίδατε, αδελφοί, ότι δια τέσσαρά τινα οφειλέται κοινώς εσμέν πάντες ίνα προτιμήσωμεν αποθανείν μάλλον η ζην,πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως ως χριστού κυρίου, και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων. Λοιπόν, αδελφοί, εάν χρεώσταί εσμεν υπέρ ενός εκ των τεσσάρων αγωνίζεσθαι έως θανάτου, πολλώ μάλλον υπέρ πάντων τούτων ημείς, ως βλέπετε προφανώς, και εκ πάντων μέλλομεν ζημιωθήναι. Εάν δια τα εμά πλημμελήματα παραχωρήση ο θεός την νίκην τοις ασεβέσιν, υπέρ της πίστεως ημών της αγίας, ην Χριστός εν τω οικείω αίματι ημίν εδωρήσατο, κινδυνεύομεν• ο εστι κεφάλαιον πάντων. Και εάν τον κόσμον όλον κερδήση τις και την ψυχήν ζημιωθή, τι το όφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως υστερούμεθα και την ελευθερίαν ημών. Σρίτον βασιλείαν την ποτέ μεν περιφανή, νυν δε τεταπεινωμένην και ωνειδισμένην και εξουθενωμένην απωλέσαμεν, και υπό του τυράννου και ασεβούς άρχεται. Σέταρτον δε και φιλτάτων τέκνων και συμβίων και συγγενών υστερούμεθα.


H Κωνσταντινούπολη το 1450.

Αυτός δε ο αλιτήριος ο αμηράς πεντήκοντα και επτά ημέρας άγει σήμερον αφ οὗ ημάς ελθών απέκλεισεν και μετά πάσης μηχανής και ισχύος καθ’ ημέραν τε και νύκτα ουκ επαύσατο πολιορκών ημάς• και χάριτι του παντεπόπτου Χριστού κυρίου ημών εκ των τειχών μετά αισχύνης άχρι του νυν πολλάκις κακώς απεπέμφθη. Σα νυν δε πάλιν, αδελφοί, μη δειλιάσητε, εάν και τείχος μερόθεν ολίγον εκ των κρότων και των πτωμάτων των ελεπόλεων έπεσε, διότι, ως υμείς θεωρείτε, κατά το δυνατόν εδιωρθώσαμεν πάλιν αυτό. Ημείς πάσαν την ελπίδα εις την άμαχον δόξαν του θεού ανεθέμεθα, ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις και δυνάμει και πλήθει, ημείς δε εν ονόματι κυρίου του θεού και σωτήρος ημών πεποίθαμεν, δεύτερον δε και εν ταις ημετέραις χερσί και ρωμαλαιότητι, ην εδωρήσατο ημίν η θεία δύναμις. Γνωρίζω δε ότι αύτη η μυριαρίθμητος αγέλη των ασεβών, καθώς η αυτών συνήθεια, ελεύσονται καθ’ ημών μετά βαναύσου και επηρμένης οφρύος και θάρσους πολλού και βίας, ίνα δια την ολιγότητα ημών θλίψωσι και εκ του κόπου στενοχωρήσωσι, και μετά φωνών μεγάλων και αλαλαγμών αναριθμήτων, ίνα ημάς φοβήσωσι. Σας τοιαύτας αυτών φλυαρίας καλώς οίδατε, και ου χρη λέγειν περί τούτων. Και ώρα ολίγη τοιαύτα ποιήσωσι, και αναριθμήτους πέτρας και έτερα βέλη και ελεβολίσκους ωσεί άμμον θαλασσών άνωθεν ημών πτήσουσι• δι’ ων, ελπίζω γαρ, ου βλάψωσι, διότι υμάς θεωρώ και λίαν αγάλλομαι και τοιαύταις ελπίσι τον λογισμόν τρέφομαι, ότι ει και ολίγοι πάνυ εσμέν, αλλά πάντες επιδέξιοι και επιτήδειοι, ρωμαλέοι τε και ισχυροί και μεγαλήτορες και καλώς προπαρασκευασμένοι υπάρχετε.

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εις μάχην 1453, Μυτιλήνη μουσείο Θεόφιλου.

Σαις ασπίσιν υμών καλώς την κεφαλήν σκέπεσθε επί τη συμπλοκή και συρρήξει. Η δεξιά υμών η την ρομφαίαν έχουσα μακρά έστω πάντοτε. Αι περικεφαλαίαι υμών και οι θώρακες και οι σιδηροί ιματισμοί λίαν εισίν ικανοί άμα και τοις λοιποίς όπλοις, και εν τη συμπλοκή έσονται πάνυ ωφέλιμα• α οι εναντίοι ου χρώνται, αλλ’ ούτε κέκτηνται. Και υμείς έσωθεν των τειχών υπάρχετε σκεπόμενοι, οι δε ασκεπείς μετά κόπου έρχονται. Διο, ω συστρατιώται, γίνεσθε έτοιμοι και στερεοί και μεγαλόψυχοι δια τους οικτιρμούς του θεού. Μιμηθήτε τους ποτε των Καρχηδονίων ολίγους ελέφαντας, πως τοσούτον πλήθος ίππων Ρωμαίων τη φωνή και θέα εδίωξαν• και εάν ζώον άλογον εδίωξε, πόσον μάλλον ημείς οι των ζώων και αλόγων υπάρχοντες κύριοι, και οι καθ’ ημών ερχόμενοι ίνα παράταξιν μεθ’ ημών ποιήσωσιν, ως ζώα άλογα, και χείρονες εισιν. Αι πέλται υμών και ρομφαίαι και τα τόξα και ακόντια προς αυτούς πεμπέτωσαν παρ’ υμών. Και ούτως λογίσθητε ως επί αγρίων χοίρων και πληθύν κυνήγιον, ίνα γνώσωσιν οι ασεβείς ότι ου μετά αλόγων ζώων, ως αυτοί, παράταξιν έχουσιν, αλλά μετά κυρίων και αυθέντων αυτών και απογόνων Ελλήνων και Ρωμαίων. Οίδατε καλώς ότι ο δυσσεβής αυτός ο αμηράς και εχθρός της αγίας ημών πίστεως, χωρίς ευλόγου αιτίας τινός την αγάπην ην είχομεν έλυσεν, και τους όρκους αυτού τους πολλούς ηθέτησεν αντ’ ουδενὸς λογιζόμενος, και ελθών αιφνιδίως φρούριον εποίησεν επί το στενόν του Ασωμάτου, ίνα καθ εκάστην ημέραν δύνηται βλάπτειν ημάς. Σους αγρούς ημών και κήπους και παραδείσους και οίκους ήδη πυριαλώτους εποίησε• τους αδελφούς ημών τους Χριστιανούς, όσους εύρεν, εθανάτωσε και ηχμαλώτευσε• την φιλίαν ημών έλυσε.

Σους δε του Γαλατά εφιλίωσε, και αυτοί χαίρονται, μη ειδότες και αυτοί οι ταλαίπωροι τον του γεωργού παιδός μύθον, του εψήνοντος τους κοχλίας και ειπόντος ω ανόητα ζώα και τα εξής. Ελθών ουν, αδελφοί, ημάς απέκλεισε, και καθ’ εκάστην το αχανές αυτού στόμα χάσκων, πως εύρη καιρόν επιτήδειον ίνα καταπίη ημάς και την πόλιν ταύτην, ην ανήγειρεν ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος εκείνος, και τη πανάγνωτε και υπεράγνω δεσποίνη ημών θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία αφιέρωσεν και εχαρίσατο του κυρίαν είναι και βοηθόν και σκέπην τη ημετέρα πατρίδι και καταφύγιον των Χριστιανών, ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων, το καύχημα πάσι τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν. Και ούτος ο ασεβέστατος την ποτε περιφανή και ομφακίζουσαν ως ρόδον του αγρού βούλεται ποιήσαι υπ αὐτόν. Η εδούλωσε σχεδόν, δύναμαι ειπείν, πάσαν την υφ’ ήλιον και υπέταξεν υπό τους πόδας αυτής Πόντον και Αρμενίαν, Περσίαν και Παφλαγονίαν, Αμαζόνας και Καππαδοκίαν, Γαλατίαν και Μηδίαν, Κολχούς και Ίβηρας, Βοσφοριανούς και Αλβάνους, Συρίαν και Κιλικίαν και Μεσοποταμίαν, Φοινίκην και Παλαιστίνην, Αραβίαν τε και Ιουδαίαν, Βακτριανούς και Σκύθας, Μακεδονίαν και Θετταλίαν, Ελλάδα, Βοιωτίαν, Λοκρούς και Αιτωλούς, Ακαρνανίαν, Αχαΐαν και Πελοπόννησον, Ήπειρον και το Ιλλυρικόν, Λυχνίτας κατά το Ανδριατικόν, Ιταλίαν Σουσκίνους, Κελτούς και Κελτογαλάτας, Ιβηρίαν τε και έως των Γαδείρων, Λιβύαν και Μαυρητανίαν και Μαυρουσίαν, Αιθιοπίαν, Βελέδας Σκούδην,Νουμιδίαν και Αφρικήν και Αίγυπτον, αυτός τα νυν βούλεται δουλώσαι, και την κυριεύουσαν των πόλεων ζυγώ υποβαλείν και δουλεία, και τας αγίας εκκλησίας ημών, ένθα επροσκυνείτο η αγία τριας και εδοξολογείτο το πανάγιον, και όπου οι άγγελοι ηκούοντο υμνείν το θείον και την ένσαρκον του θεού λόγου οικονομίαν, βούλεται ποιήσαι προσκύνημα της αυτού βλασφημίας και του φληναφού αυτού ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, και κατοικητήριον αλόγων και καμήλων. Λοιπόν, αδελφοί και συστρατιώται, κατά νουν ενθυμήθητε ίνα το μνημόσυνον υμών και η μνήμη και η φήμη και η ελευθερία αιωνίως γενήσηται.»

Και στραφείς προς τους Ενετούς εν τοις δεξιοίς μέρεσιν ισταμένους έφη: «Ενετοί ευγενείς, αδελφοί ηγαπημένοι εν Χριστώ τω θεώ, άνδρες ισχυροί και στρατιώται δυνατοί και εν πολέμοις δοκιμώτατοι, οι δια των εστιλβωμένων υμών ρομφαίων και χάριτος πολλάκις πλήθος των Αγαρηνών εθανατώσατε, και το αίμα αυτών ποταμειδώς εκ των χειρών υμών έρρευσε, τη σήμερον παρακαλώ υμάς ίνα την πόλιν ταύτην την ευρισκομένην επί τοσαύτη συμφορά του πολέμου ολοψύχως και εκ μέσου ψυχής γένητε υπερασπισταί. Οίδατε γαρ καλώς, και δευτέραν πατρίδα και μητέρα αυτήν αενάως είχετε• διο και εκ δευτέρου πάλιν λέγω και παρακαλώ ίνα εν αυτή ώρα ως φιλοπιστοί τε και ομόπιστοι και αδελφοί ποιήσητε.» Είτα στραφείς εν τοις αριστεροίς μέρεσι λέγει τοις Λιγουρίταις: «Ω Λιγουρίται, εντιμότατοι αδελφοί, άνδρες πολεμισταί και μεγαλοκάρδιοι και φημιστοί, καλώς οίδατε και γινώσκετε ότι η δυστυχής αύτη πόλις πάντοτε ουκ εμοί μόνον υπήρχεν, αλλά και υμίν δια πολλά τινα αίτια. Υμείς μεν πολλάκις μετά προθυμίας αυτή εβοηθήσατε, και συνδρομή υμετέρα ελυτρώσατε από των Αγαρηνών των αυτής εναντίων. Σα νυν πάλιν ο καιρός εστιν επιτήδειος ίνα δείξητε εις βοήθειαν αυτής την Χριστώ αγάπην και ανδρίαν και γενναιότητα υμών.» Και πληθυντικώς στραφείς προς πάντας είπεν: «Ουκ έχω καιρόν ειπείν υμίν πλείονα. Μόνον το τεταπεινωμένον ημέτερον σκήπτρον εις τας υμών χείρας ανατίθημι, ίνα αυτό μετ εὐνοίας φυλάξητε.

 

Παρακαλώ δε και τούτο και δέομαι της υμετέρας αγάπης, ίνα την πρέπουσαν τιμήν και υποταγήν δώσητε τοις υμετέροις στρατηγοίς και δημάρχοις και εκατοντάρχοις, έκαστος κατά την τάξιν αυτού και τάγμα και υπηρεσίαν. Γνωρίσατε δη τούτο. Και εάν εκ καρδίας φυλάξητε τα όσα ενετειλάμην υμίν, ελπίζω εις θεόν ως λυτρωθείημεν ημείς της ενεστώσης αυτού δικαίας απειλής. Δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται υμίν, και μνήμη αιώνιος και άξιος εν τω κόσμω έσεται.» Και ταύτα ειπών και την δημηγορίαν τελέσας και μετά δακρύων και στεναγμών τον θεόν ευχαριστήσας, οι πάντες ως εξ ενός στόματος απεκρίναντο μετά κλαυθμού λέγοντες «αποθάνωμεν υπέρ της Χριστού πίστεως και της πατρίδος ημών.» Ακούσας δε ο βασιλεύς και πλείστα ευχαριστήσας και πλείστας δωρεών επαγγελίας αυτοίς απηγγείλατο. Είτα πάλιν λέγει. «Λοιπόν, αδελφοί και συστρατιώται, έτοιμοι έστε τω πρωΐ, Χάριτι και αρετή τη παρά του θεού υμίν δωρηθείση, και συνεργούσης της αγίας τριάδος, εν η την ελπίδα πάσαν ανεθέμεθα, ποιήσωμεν τους εναντίους μετά αισχύνης εκ των εντεύθεν κακώς αναχωρήσωσιν.»

Ακούσαντες δε οι δυστυχείς Ρωμαίοι καρδίαν ως λέοντες εποίησαν, και αλλήλοις συγχωρηθέντες ήτουν εις τω ετέρω καταλλαγήναι, και μετά κλαυθμού ενηγκαλίζοντο, μήτε φιλτάτων τέκνων μνημονεύοντες ούτε γυναικών η πλούτου φροντίζοντες, ει μη μόνον του αποθανείν ίνα την πατρίδα φυλάξωσι. Και έκαστος εν τω διατεταγμένω τόπω επανέστρεψε, και ασφαλώς εποίουν εν τοις τείχεσι την φυλακήν. Ο δε βασιλεύς εν τω πανσέπτω ναώ της του θεού λόγου σοφίας ελθών και προσευξάμενος μετά κλαυθμού τα άχραντα μυστήρια μετέλαβεν. Ομοίως και έτεροι πολλοί τη αυτή νυκτί εποίησαν. Είτα ελθών εις τα ανάκτορα ολίγον σταθείς και εκ πάντων συγχώρησιν αιτήσας, εν τήδε τη ώρα τις διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους τους εν τω παλατίω; Ει και από ξύλου άνθρωπος η εκ πέτρας ην, ουκ εδύνατο μη θρηνήσαι.

Και αναβάς εφ’ ίππου εξήλθομεν των ανακτόρων περιερχόμενοι τα τείχη [...]

Γεωργίου Σφραντζή, Χρονικόν

 

ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ:
 Πάνω εικόνα: «Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στις επάλξεις, ξημέρωμα 29ης Μαίου 1453» (Αριστερός πίνακας της τριλογίας "Κων. Παλαιολόγος, ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας" – iannisnikou.gr).
 Οι εικόνες είναι από το αρχείο του Βλάση Βλασίδη (1999, Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων).