Τι συνέβαινε, αλήθεια, με τη νομισματοκοπία στην αρχαία Ελλάδα; (3)

Κωδικός Πόρου: 00285-111803-1993
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 21/01/12 19:26
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111803-1993




Περιγραφή:

Τι συνέβαινε, αλήθεια, με τη νομισματοκοπία στην αρχαία Ελλάδα; (3)

Επειδή η δραχμή, αλλά και τα άλλα νομίσματα (ευρώ και δολάριο) έχουν μπει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων των Ελλήνων και ξένων, θα διαβάσουμε μια σειρά άρθρων με πολύ σπουδαίες αποκαλύψεις που έχουν να κάνουν με τη νομισματοκοπία της αρχαίας Ελλάδος, έτσι όπως ακριβώς αναφέρονται στο έργο «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ!...

Έτσι, λοιπόν, εμφανίζονται τρεις αποκλίνουσες χρονολογικές εκδοχές: η παλαιότερη, η μέση και η νεότερη. Σύμφωνα με την παλαιότερη εκδοχή, από την τεχνοτροπία της χάραξης ανθρώπινων προσώπων στα παλαιότερα νομί­σματα από ήλεκτρο, συνάγεται ότι χρονολο­γούνται στο δεύτερο τέταρτο του 7ου αι­ώνα π.Χ. Αν το αποδεχθούμε αυτό, τότε πρέπει τα προ-γενέστερα στάδια νομισματοκο-πίας, πριν από την εμφάνιση του εξελιγμέ­νου τύπου νο­μίσματος, να ανάγονται σε ακόμη παλαιότε­ρα έτη, όχι μετά τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Αυτή η χρονολόγηση των πρώι­μων νομισμάτων από ήλεκτρο επιβεβαιώνεται και από τα ευρήματα στην περιοχή του Αρτεμι­σίου, διότι κανένα από τα είδη νομισμάτων στα οποία βασίστηκε η προαναφερθείσα ανάλυση δεν περιλαμβάνεται στα συγκεκριμένα ευρή­ματα. Έτσι, λοιπόν, οδηγούμαστε στο παράδο­ξο, αλλά πιθανό, συμπέρασμα ότι, παρόλο που στο Αρτεμίσιο υπήρχαν τα πιο πρώιμα νομί­σματα, έλειπαν εντελώς εκείνα που χρονολο­γούνται βάσει της αισθητικής τους στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ.
Ένα -επίσης εκπληκτικό-παρεπόμενο αυ­τής της χρονολόγησης είναι ότι η χρονική διάρ­κεια της χρήσης του ήλεκτρου για την κατα­σκευή νομισμάτων (η οποία προηγήθηκε της χρήσης χρυσού και αργύρου που καθιέρωσε το 560-550 π.Χ. ο Κροίσος), απλώνεται σε εκατόν πενήντα περίπου χρόνια. Διαπιστώνεται μεγά­λη τυπολογική ποικιλία στα νομίσματα από ήλε­κτρο, τα οποία, όμως, από άποψη τεχνικής και τεχνοτροπίας παρουσιάζουν ομοιομορφία. Αυ­τή η ομοιομορφία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η χρήση τους διήρκεσε εντέλει δύο ή τρεις γε­νιές και όχι τέσσερις ή πέντε.
Η μέση χρονολογική εκδοχή βασίζεται σε προσεκτική αρχαιολογική ανάλυση του ανα­σκαφικού υλικού -εκτός από νομί­σματα-, το οποίο βρέθηκε στη Βάση του Αρτεμισίου, το παλαιότερο οικο­δόμημα της περιοχής. Το συμπέρα­σμα της ανάλυσης ήταν ότι «τα ευ­ρήματα. .. χρονολογούνται σχεδόν όλα στον 7ο αιώνα π.Χ., ελάχιστα είναι πιο πρόσφατα, και μόνο ένα εύρημα χρονολογείται πιθανόν στον 8ο αιώ­να π.Χ.». Επομένως, η Βάση του Αρτεμισίου ολοκληρώθηκε στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. και αυτή πρέπει να είναι η χρονολόγηση των πιο πρό­σφατων εξελιγμένων νομισμάτων. Ωστόσο, η παρουσία ποικιλίας πρώι­μων νομισμάτων, με ανεπεξέργαστη την εμπρόσθια όψη, φανερώνει ότι η όλη διαδικασία της νομισματοκοπίας ήταν σχετικώς πρόσφατη. Η έναρξη της, δηλαδή, ίσως έγινε μία-δύο γε­νιές παλαιότερα, γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, μία γενιά περίπου επαρκούσε για να δημιουρ­γήσει τους μεταγενέστερους τύπους νομισμά­των από ήλεκτρο, οι οποίοι δεν περιλαμβάνο­νται στο θησαυρό της Βάσης του Αρτεμισίου, ανάγονται, όμως, χρονολογικώς πριν από το 550 π.Χ., όταν ο Κροίσος διέκοψε τη νομισμα­τική χρήση του ήλεκτρου.
Η νεότερη εκδοχή δεν στηρίζεται σε νομι-σματολογικά δεδομένα, αλλά στην υπόθεση ότι η Βάση και τα πέριξ κτίσματα ήταν χώροι απο­θήκευσης των προσφορών προς το ναό κατά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Σ' αυτή την περίπτω­ση, τα νεότερα αφιερώματα και τα νομίσματα χρονολογούνται μετά το 560 π.Χ. Όμως, αυτή η χρονολόγηση δεν αφήνει χρονικό περιθώριο για τις φάσεις δημιουργίας των υπόλοιπων τύ­πων νομισμάτων από ήλεκτρο, οι οποίοι, αν και δεν περιλαμβάνονται στη Βάση, σίγουρα κατα­σκευάστηκαν πριν το 550 π.Χ., εφόσον τότε ο Κροίσος αντικατέστησε το ήλεκτρο με χρυσό και άργυρο6.
Από τις τρεις εκδοχές που προαναφέρθη­καν, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ελκυστι­κότερη φαίνεται η δεύτερη. Έτσι, λοιπόν, η χρήση του ήλεκτρου για την κατασκευή νομισμάτων στη Μικρά Ασία διήρκε­σε έναν αιώνα περίπου, μέχρι τη με­ταρρύθμιση του Κροίσου (δηλαδή από το 650/640 έως το 550 π.Χ.). Με βά­ση αυτούς τους υπολογισμούς, το χρο­νικό όριο για τον αποθηκευτικό χώ­ρο της Βάσης του Αρτεμισίου μετατί­θεται στα 590/580 π.Χ. Διατυπώθηκε η ένσταση ότι αυτή η άποψη δεν αφή­νει επαρκές χρονικό περιθώριο για τις διάφορες φάσεις ανοικοδόμησης του μνη­μείου, οι οποίες μάλλον προηγήθηκαν του να­ού, που χτίστηκε στα μέσα του 6ου αιώνα π Χ. Στην ένσταση αυτή, όμως, μπορούμε να αντιπαρα­βάλουμε ότι τα πέριξ κτίσματα (των οποίων τα εποικοδομήματα καταστράφηκαν από τους ερ­γάτες που έχτιζαν το ναό του Κροίσου) δεν ανε-γέρθηκαν κατά διαδοχική σειρά, αλλά θα πρέ­πει να τα εκλάβουμε ως επανειλημμένες προ­σπάθειες (που έγιναν σε σύντομο χρονικό διά­στημα) να στερεωθεί στο ελώδες εκείνο έδαφος η αρχική Βάση, η οποία παρέμεινε το επίκεντρο της περιοχής.
Η εξέλιξη που παρατηρείται στη Μικρά Ασία με την έκδοση νομισμάτων που φέρουν δια­κριτές παραστάσεις στην εμπρόσθια όψη τους παρέχει το terminus post quern (ανώτερο χρο­νικό όριο) για την εμφάνιση της νομισματοκο­πίας στην κυρίως Ελλάδα. Αυτό το όριο, όμως, χρησιμεύει μόνο για να αποκλειστούν οι πα­λαιότερες χρονολογήσεις που έχουν προταθεί για την κοπή νομισμάτων στην Αίγινα και την Κόρινθο, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι οι πόλεις αυτές αντέγραψαν σε άργυρο το ανατο­λικό πρότυπο του νομίσματος από ήλεκτρο. Tα κυριότερα νομισματοκοπεία στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν τρία: της Αίγινας, της Κορίνθου και της Αθήνας. Το πρώτο ήταν το πιο παρα­γωγικό κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. και, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, υπήρξε και το αρ­χαιότερο, χωρίς, όμως, να υφίστανται έγκυρες αποδείξεις για τη χρονολόγηση της πρώτης κο­πής. Ο θησαυρός των θεμελίων της Αίθουσας Ακροάσεων (Απαντάνα) στα ανάκτορα του Δα­ρείου Α' στην Περσέπολη αποτελεί την παλαιό­τερη τοποθεσία στην οποία έχει βρεθεί αιγινη-τικό νόμισμα. Αυτό το ανάκτορο δεν μπορεί να κτίστηκε πριν από το 515 π.Χ. Συνεπώς, η νο-μισματοκοπία εμφανίστηκε στην Αίγινα μερι­κές δεκαετίες νωρίτερα.
Έχουν διατυπωθεί δυο ανακριβείς απόψεις, σχετικά με τη νομισματοκοπία της Αίγινας. Η πρώτη αφορά τη σχέση ανάμεσα στα νομίσμα­τα της Αίγινας και τα νομίσματα των γειτονικών της πόλεων, Αθηνών και Κορίνθου. _____ Η δεύτερη αφορά την πιθανή σχέση τους με τα αργυρά νομίσματα του Κροίσου. Όσον αφορά τα κορινθια­κά νομίσματα, η κατά προσέγγιση χρονολόγηση τους προκύπτει από τα δείγματα που έχουν βρεθεί σε αρκε­τούς αρχαϊκούς θησαυρούς. Από τα δείγματα αυτά προκύπτει ότι στα τέ­λη του 6ου αιώνα π.Χ. (510/ 500 π.Χ.), οι Κορίνθιοι πρόσθεσαν στο νόμισμα τους την προ­τομή της Αθηνάς. Για το στάδιο πριν από την απει­κόνιση της Αθηνάς έχουν καταγραφεί περίπου εβδο­μήντα μήτρες. Αν και ο πραγματικός αριθμός πι­θανότατα ήταν μεγαλύτε­ρος, από την αισθητική τους προκύπτει ότι η πρώιμη νομι­σματική φάση είχε διάρκεια μι­κρότερη από μισό αιώνα και στηρί­χτηκε σε ένα μέτριας παραγωγής νο­μισματοκοπείο. Με τον τρόπο αυτόν τοποθετούμε την έναρξη της Κοριν­θιακής νομισματοκοπΐας στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Εφόσον τα νομί­σματα της Αίγινας είναι παλαιότερα, τότε η κατασκευή τους θα πρέπει να άρχισε από το 570/560 π.Χ. περίπου.
Όσον αφορά την περίπτωση της Αθήνας, οι απόψεις διίστανται. Οι γρα­πτές πηγές μαρτυρούν ότι ο Σόλων

επέφερε ορισμένες τροποποιήσεις στο νόμισμα της Αθήνας (Αριστ., Αθηναίων Πολιτεία, Γ), το οποίο υποδηλώνει ότι στην Αθήνα πρέπει να είχαν κυκλοφορήσει νομίσματα από τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. Οι σύγχρονοι ερευνητές, όμως, αμφιβάλλουν για την ορθότητα αυτής της χρο­νολόγησης και τη θεωρούν πολύ παλιά. Επίσης, υποστηρίζουν ότι το κύρος του Σόλωνα ως νο­μοθέτη είχε ως αποτέλεσμα να συνδεθούν με το όνομα του μέτρα που ελήφθησαν πολύ αρ­γότερα. Όπως και στην περίπτωση του Φείδω­να, δημιουργήθηκε σύγχυση ανάμεσα σε κά­ποια μεταρρύθμιση που αφορούσε μερικά πρό­τυπα και κάποια άλλη που αφορούσε τη νομι­σματοκοπία. Επιπλέον, πλείστα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι τα αθηναϊκά νο­μίσματα με έμβλημα τη γλαύκα πρωτοεμφανί­στηκαν τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια του 7ου αιώνα π.Χ. Αυτά, όμως, δεν ήταν τα πρώτα _ νομίσματα της Αθήνας. Προηγήθη­καν σειρές νομισμάτων με απλού­στερα σχέδια και εμβλήματα, γνωστές σήμερα στους συλλέκτες ως εραλδι­κά (Wappenmiinzen, με ποικιλία τύ­πων, που ονομάστηκαν έτσι, επειδή οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν ότι συνδέονται με εμβλήματα σημα­ντικών οικογενειών), των οποίων τα παλαιότερα δείγματα χρονολο­γούνται λίγο πριν από τα μέ­σα του αιώνα. Έτσι, προκύ­πτει το πιθανό συμπέρασμα ότι η περίοδος 570-550 π.Χ. σηματοδότησε την αρχή της νομισματοκοπΐας στην Αίγινα και ότι, αμέσως με-ι τά, εμφανίστηκαν τα πρώ­τα νομίσματα στην Κό­ρινθο και την Αθήνα. Δε­δομένου ότι η νομισματο­κοπία διαδόθηκε με ταχύτατους ρυθμούς στον ελληνικό κόσμο, δεν πρέπει να μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην κο­πή των πρώτων νομισμάτων στις τρεις πόλεις που βρέχονταν από την ίδια θάλασσα.

Συνεχίζεται…