Τι συνέβαινε, αλήθεια, με τη νομισματοκοπία στην αρχαία Ελλάδα; (2)

Κωδικός Πόρου: 00285-111804-1987
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 20/01/12 17:38
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111804-1987




Περιγραφή:

Τι συνέβαινε, αλήθεια, με τη νομισματοκοπία στην αρχαία Ελλάδα; (2)

Επειδή η δραχμή, αλλά και τα άλλα νομίσματα (ευρώ και δολάριο) έχουν μπει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων των Ελλήνων και ξένων, θα διαβάσουμε μια σειρά άρθρων με πολύ σπουδαίες αποκαλύψεις που έχουν να κάνουν με τη νομισματοκοπία της αρχαίας Ελλάδος, έτσι όπως ακριβώς αναφέρονται στο έργο «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ!...

Η σημαντικότερη παρατήρηση είναι η τε­λευταία: πριν από πενήντα χρόνια ήταν λογικό να τοποθετούμε χρονολογικά την εμφάνιση του αιγινητικού νομίσματος κατά τον 9ο ή 8ο αιώ­να π.Χ. (και κατά συνέπεια την κυκλοφορία νο­μισμάτων στη Μικρά Ασία ακόμη πιο πριν). Όμως, η ποσότητα των ελληνικών αρχαϊκών νομισμάτων, τα οποία έρχονται στην επιφάνεια στις ανασκαφές, αυξήθηκε σταδιακά και θεω­ρείται πλέον βέβαιο ότι τα πρώτα αιγινητικά νο­μίσματα εμφανίστηκαν γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Εφόσον, λοιπόν, η επίμαχη παρά­δοση περιέχει αρκετά θετικά στοιχεία και δεν πρέπει να απορριφθεί, τότε οφείλουμε να βρού­με κάποια σχέση ανάμεσα στα τελευταία έτη της βασιλείας του Φείδωνα και στα παλαιότε­ρα γνωστά νομίσματα. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι η μετάβαση από τους οβελούς στη νομισματοκοπία δεν ήταν ούτε απλή ούτε άμεση. Η ουσία της αλλαγής ήταν ότι, τουλάχιστον στο βασίλειο του Φείδωνα, καθορίστηκε η αντι­στοιχία της ποσότητας του αργύρου που θα ήταν ισοδύναμη σε αξία με μία «χούφτα» οβε­λούς. Αυτή η συγκεκριμένη ποσότητα του αρ­γύρου, είτε έφερε πάνω της κάποιο σύμβολο εί­τε όχι, ήταν η δραχμή και το ένα έκτο της ο οβο-λός. Κομμάτια αργύρου, όχι ακόμη σε μορφή νομίσματος, αλλά που το βάρος τους αντιστοι­χούσε σε αξία με τα μεταγενέστερα νομίσματα, βρέθηκαν στην Έφεσο και σε άλλες περιοχές. Μαζί τους βρέθηκαν και προσεκτικά ζυγισμέ­νες ράβδοι, οι οποίες στην εμπρόσθια όψη τους δεν έφεραν κάποιο έμβλημα, αλλά στην οπίσθια ήταν σημαδεμένες με μία τρύπα. Επομένως, ίσως ο Φείδων καθιέρωσε στο βασίλειο του την πρότυπη δραχμή (ως προς το βάρος του με­τάλλου). Ίσως αυτό το πρότυπο να είναι εκεί­νο που σήμερα ονομάζουμε αιγινητικό -αν και χρησιμοποιείτο εξίσου στην Πελοπόννησο και στην Αίγινα-, με βάση το οποίο η δραχμή ζυγί­ζει περίπου 6 γραμμάρια.
Αργότερα, εξαιτίας κάποιας μεταρρύθμισης στο σύστημα υπολογισμού του βάρους που επη­ρέασε και τη νομισματοκοπία, δημιουργήθηκε σύγχυση, με αποτέλεσμα να σημειωθούν πα­ρανοήσεις όσον αφορά την ακριβή χρονολό­γηση της νομισματοκοπίας. Ανάλογες εξελίξεις σημειώθηκαν και σε άλλες πόλεις, με αποτέλε­σμα τη δημιουργία τοπικών δραχμών με δια­φοροποιήσεις στο βάρος, όπως για παράδειγ­μα συνέβη στην Κόρινθο και την Αθή­να. Η πρακτική της σφράγισης της δραχ­μής -και των υποδιαιρέσεων της- με χαρακτηριστικά καλ­λιτεχνικά σχέδια υιοθετήθη­κε και στις υπόλοιπες περιο­χές της ηπειρωτικής Ελλάδας πολύ αργότερα, τον 6ο αιώνα π.Χ-, όταν οι διαφοροποιήσεις στο βά­ρος πολλαπλασιάστηκαν και ο άρ­γυρος δεν ήταν τόσο δυσεύρετος. Την πρακτική της σφράγισης δανεί­στηκαν οι Έλληνες από τη Μικρά Ασία, όπου και εφαρμοζόταν στα παλαιότερα νομίσματα από ήλεκτρο.
Οι παράγοντες, με βάση τους οποίους καθοριζόταν το βάρος της δραχμής ανά πό­λη, δεν διασώζονται. Υποστηριζόταν παλιό­τερα η άποψη ότι καθοριστικό στοιχείο ήταν ο έντονος εμπορικός ανταγωνισμός ανάμεσα στις πόλεις-κράτη έναντι των ξένων αγορών. Έτσι, η πόλη που θα προσέφερε τη βαρύτε­ρη δραχμή θα αποκτούσε σημαντικό πλεο­νέκτημα, έναντι των ανταγωνιστριών της, όσον αφορά τις εμπορικές συναλλαγές. Ωστόσο, οι μαρτυρίες προς αυτή την κα­τεύθυνση, ότι δηλαδή τα πρώτα νομίσμα­τα κόπηκαν με απώτερο στόχο την εμπο­ρική κατάκτηση ξένων περιοχών, είναι ελάχιστες. Μάλιστα, περιορίζονται σε μία-δύο περιπτώσεις, όπου η ύπαρξη τοπικού ορυχείου εξασφάλιζε σημα­ντικό πλεόνασμα πολύτιμου μέταλ­λου, το οποίο, αφού κάλυπτε τις το­πικές ανάγκες, μπορούσε να εξαχθεί σε ευρεία γεωγραφική έκταση.

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γινόταν εξαγωγή νομισμάτων. Αντιθέτως, από τη διά­σπαρτη γεωγραφική κατανομή των θησαυρών επιβεβαιώνεται ότι υπήρχε κινητικότητα των νομισμάτων. Όταν, όμως, τα νομίσματα έφτα­ναν σε κάποια μακρινή περιοχή, από την οποία δεν ήταν εύκολο να διακινηθούν προς τον τό­πο προέλευσης τους μέσω του εμπορίου, τότε αντιμετωπίζονταν ως πολύτιμα μέταλλα. Tα έλιωναν και τα χώριζαν σε ποσότητες, με βάση τις τοπικές συνήθειες, χωρίς να λαμβάνουν υπό­ψη την αξία των αρχικών νομισματικών μονά­δων.
Επίσης, ένας από τους καθοριστικούς πα­ράγοντες για το βάρος των νομισματοποιημένων δραχμών ήταν προφανώς και τα μέσα συ­ναλλαγής που αντικαταστάθηκαν από τα νομί­σματα. Οι οβελοί, για παράδειγμα, χρησιμο­ποιούνταν μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές, ενώ υπήρχαν κι άλλες μορφές τοπικών μέσων συναλλαγής, όπως πελέκεις και λέβητες, των οποίων η αξία, αν την αντιληφθούμε ως ποσό­τητα αργύρου, ήταν διαφορετική για κάθε σκεύ­ος. Ένας ακόμη πιθανός παράγοντας ήταν η διαθεσιμότητα αργύρου ανά περιοχή, η οποία υπήρξε διαχρονικώς μεταβλητή. Αν και φαίνε­ται λογικό ότι, εφόσον στην Αθήνα υπήρχαν ορυχεία, ο άργυρος θα ήταν φθηνός και αντι­στρόφως ακριβός σε περιοχές χωρίς ορυχεία, από μόνος του αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί στην Αίγινα η δραχμή ζύγιζε 6 γραμμάρια ενώ στην Κόρινθο, μόλις τριάντα μίλια μακριά, 2,7 γραμμάρια.
Ο λόγος για τον οποίο περιγράψαμε πρώ­τα την εμφάνιση της νομισματοκοπίας στην κυ­ρίως Ελλάδα είναι ότι γι' αυτή την περιοχή οι πηγές μας είναι άφθονες. Σίγουρα, όμως, η απαρ­χή της νομισματοκοπίας έγινε στη Μικρά Ασία, όπου το πιο διαθέσιμο μέταλλο ήταν το ακα­τέργαστο ήλεκτρο και όχι ο σίδηρος. Για την πε­ριοχή αυτή δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβατι­κής περιόδου από τη χρήση κοινών μετάλλων στη χρήση πολύτιμων, όπως αναφέραμε για την κυρίως Ελλάδα. Αντιθέτως, η κατασκευή των νομισμάτων στη Μικρά Ασία φαίνεται να βασί­στηκε στην παράδοση που υπήρχε στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με την οποία χρησιμοποι­ούσαν πολύτιμα μέταλλα για κάθε είδους συ­ναλλαγή. Την εξέλιξη της νομισματοκοπίας στην ανατολή διευκρινίζουν δύο σημαντικά ευρή­ματα: από τη μία, οι μεγάλες ράβδοι αργύρου που εντοπίστηκαν στο Βόρειο Ανάκτορο του Ζινκιρλί (αρχαία Σαμάλ), στη Νοτιοανατολική Μικρά Ασία, οι οποίες έφεραν χαραγμένο το όνομα του τοπικού ηγεμόνα Μπαρεκούμπ (πε­ρί το 730 π.Χ.). Από την άλλη, ένα από τα πρώ­τα ιωνικά νομίσματα από ήλεκτρο, στο οποίο αναγράφεται «είμαι η σφραγίδα του Φάνη» και φέρει τη μορφή ελαφιού που βόσκει. Έτσι, εξά­γουμε το συμπέρασμα ότι τα περισσότερα είδη των αχάρακτων νομισμάτων της περιόδου φέ­ρουν τη σφραγίδα ή το έμβλημα των τοπικών ηγεμόνων.
Η εξάρτηση του νομίσματος από τις βασι­λικές ή τις πριγκιπικές Αυλές επέδρασε, με τη σειρά της, στο σύστημα υποδιαίρεσης των νο­μισμάτων που ακολούθησε η Μικρά Ασία. Έτσι, ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα συνήθιζαν να πολ­λαπλασιάζουν την απλούστερη νομισματική μο­νάδα (τον οβελό), ώστε να καταλήξουν στη δραχ­μή και τα πολλαπλάσια της, αντιθέτως, στη Μι­κρά Ασία την κύρια νομισματική μονάδα απο­τελούσε ο μεγάλος και πολύτιμος στατήρας από ήλεκτρο. Tα μικρότερα νομίσματα ήταν απλές υποδιαιρέσεις του στατήρα και περιγράφονταν ως κλάσματα του: ένα τρίτο, ένα έκτο κ,ο.κ. έως το ελάχιστο ενενηκοστό έκτο.
Οι ακριβείς χρονολογίες των εξελίξεων που προαναφέρθηκαν περιληπτικώς δεν είναι εξα­κριβωμένες ούτε για την ηπειρωτική Ελλάδα ούτε για τη Μικρά Ασία. Στην Πελοπόννησο, η μετάβαση από τα νομίσματα-εργαλεία στα αρ­γυρά νομίσματα πιθανολογείται ότι ξεκίνησε επί της βασιλείας του Φείδωνα το πρώ­το μισό του 7ου αιώνα πΧ Μοιάζει απίθανο, όμως, να κό­πηκαν νομί­σματα στην Αί­γινα πριν από τον 6ο αιώνα π.Χ. Κάποιοι, μάλιστα, υποστήριξαν ότι τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν μετά το 550 π.Χ. Όποτε, όμως, κι αν χρο­νολογούνται τα πρώτα νομίσματα της Αίγινας, είναι βέβαιο ότι τα νομίσματα από ήλεκτρο της Μικράς Ασίας είναι κατά πολύ αρχαιότερα. Διό­τι μόνο στη Μικρά Ασία έχει βρεθεί -μαζί με τα εξελιγμένα νομίσματα- αριθμός νομισμάτων που ανήκουν σε πρώιμα εξελικτικά στάδια. Ανά­λογα ευρήματα δεν απαντούν σε κανέναν άλλο τόπο. Δυστυχώς, οι συστηματικές αρχαιολογι­κές ανασκαφές έχουν φέρει στο φως ελάχιστα νομίσματα από ήλεκτρο. Το σημαντικότερο εύ­ρημα ήταν ενενήντα τρία νομίσματα από ήλε­κτρο που βρέθηκαν το 1904-5 στην Έφεσο, στις ανασκαφές του Βρετανικού Μουσείου. Οι ανα­σκαφές έγιναν σε διάφορα σημεία στα θεμέλια του ναού της Αρτέμιδος, ο οποίος ολοκληρώ­θηκε με τη συνδρομή του Κροίσου στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Ενώ, όμως, τα ευρήματα χρο­νολογούνται με βεβαιότητα πριν από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., δεν μας παρέχουν αντι­προσωπευτικό δείγμα των νομισμάτων εκείνης της εποχής. Αυτό συμβαίνει, διότι η πλειονό­τητα των νομισμάτων και των διαφόρων αντι­κειμένων που βρέθηκαν μαζί τους (κοσμήματα, αγαλματίδια από ελεφαντόδοντο κ.λπ.) συνδέ­ονται περισσότερο με τις αρχικές οικοδομικές φάσεις και όχι με τις αλλεπάλληλες προσθήκες που ακολούθησαν μετά την οικοδόμηση του να­ού του Κροίσου. Επομένως, είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε το χρονικό κενό μεταξύ (α) των πλέον πρωτόγονων έως των πιο εξε­λιγμένων νομισμάτων του θησαυρού, και (β) της σφράγισης του θησαυρού έως της ανεγέρσεως του ναού από τον Κροίσο.

Συνεχίζεται…