Τι συνέβαινε, αλήθεια, με τη νομισματοκοπία στην αρχαία Ελλάδα; (1)

Κωδικός Πόρου: 00285-111805-1976
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 18/01/12 20:39
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111805-1976




Περιγραφή:


Οι δύο όψεις του Αθηναϊκού τετράδραχμου. Στην μία η Αθηνά και στην άλλη, το σύμβολο της Αθήνας, η γλαυξ (κουκουβάγια).

Επειδή η δραχμή, αλλά και τα άλλα νομίσματα (ευρώ και δολάριο) έχουν μπει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων των Ελλήνων και ξένων, θα διαβάσουμε μια σειρά άρθρων με πολύ σπουδαίες αποκαλύψεις που έχουν να κάνουν με τη νομισματοκοπία της αρχαίας Ελλάδος, έτσι όπως ακριβώς αναφέρονται στο έργο «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ!...

Από όλους τους Μεσογειακούς λα­ούς, οι Έλληνες μόνο ήταν εκεί­νοι οι οποίοι, παρακινημένοι από συγκεκριμένες πρακτικές της Μέ­σης Ανατολής, κατέστησαν τη νο­μισματοκοπία δικό τους χαρα­κτηριστικό. Αντίθετα, τα ξένα γειτονικά τους έθνη -οι Ετρούσκοι, οι Σικελοί, οι Καρχηδόνι­οι, οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι-, παρά το γεγονός ότι ασχολούνταν ανέκαθεν με το εμπόριο, υιο­θέτησαν, σχετικά αργά, την κοπή νομισμάτων και μάλιστα σε πιστή απομίμηση των ελληνι­κών. Από ό,τι φαίνεται, όμως, οι Έλληνες δεν πίστευαν ότι η ανάπτυξη ή, όπως οι ίδιοι θα έλε­γαν, η εφεύρεση της νομισματοκοπίας, οριο­θέτησε την έναρξη μίας νέας εποχής για το εμπό­ριο ούτε ότι θα είχε ως αποτέλεσμα την ανακά­λυψη ενός υλικού πιο εύχρηστου για τη συσ­σώρευση και την αποτίμηση του πλούτου. Οπωσ­δήποτε, η λογοτεχνία της εποχής παρέχει ελά­χιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αντι­μετώπιζαν το νόμισμα από αυτή την οπτική γω­νία. Η αύξηση του πλούτου κατά τη διάρκεια του 7ου και του 6ου αιώνα π.Χ., όπως επίσης και οι δυσμενείς επιδράσεις στην κοινωνική και πολιτική ζωή σχολιάστηκαν διεξοδικά στα έρ­γα του Θέογνη, του Σόλωνα και άλλων, όμως δεν γίνεται καμία σχετική αναφορά για τον πλού­το με την ειδική, απτή και φορητή μορφή του νομίσματος. Ο Ηρόδοτος αφηγείται την ιστο­ρία του Λυδού Πυθίου, ο οποίος ισχυριζόταν ότι είχε στην κατοχή του το εκπληκτικό από­θεμα των τεσσάρων εκατομμυρίων χρυσών δαρεικών περίπου (Ζ', 27-9). Αν και η ιστορία το­ποθετείται χρονολογικά μία γενιά μετά την κα­θιέρωση του περσικού αυτοκρατορικού νομί­σματος από τον Δαρείο, αυτό που τονίζεται ως αξιοθαύμαστο είναι το μέγεθος του πλούτου και όχι η ποσότητα των νομισμάτων. Σε κάποιο άλ­λο σημείο (Α', 94), ο Ηρόδοτος παρατηρεί ότι ο πρώτος λαός που χρησιμοποίησε χρυσά και ασημένια νομίσματα ήταν οι Λυδοί. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε αν με το σχόλιο αυτό ο Ηρό­δοτος θέλει να αποδώσει στους Λυδούς την «εφεύρεση» της νομισματοκοπίας καθεαυτής ή την καθιέρωση των χρυσών και αργυρών νομισμάτων (σε αντίθεση με τα έως τότε νομίσμα­τα από ήλεκτρο, φυσικό κράμα χρυσού και αρ­γύρου) ή -που είναι και πιθανότερο- και τα δύο. Αν και ο Ηρόδοτος γνώριζε ότι το ήλεκτρο χρη­σιμοποιείτο ως πολύτιμο μέταλλο, όπως ανα­φέρει και στην περιγραφή του για τα δώρα του Κροίσου προς τους Δελφούς (Α', 50), δεν φαί­νεται να είχε υπόψη του ότι, πριν από την επο­χή του Κροίσου, χρησιμοποιείτο και για την κα­τασκευή νομισμάτων. Θεωρείται, μάλιστα, ότι ο Κροίσος ήταν ο πρώτος που έκοψε νομίσμα­τα από καθαρό χρυσό ή άργυρο.

Με τη νομισματοκοπία, οι Έλληνες ανέ­πτυξαν ένα εμπορικό εργαλείο, το οποίο ουδέ­ποτε εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια. Οφείλουμε, λοιπόν, να διερευνήσουμε τις περιστάσεις και τις συνθήκες υπό τις οποίες συντελέστηκε αυτό το γεγονός, καχ επίσης να προσπαθήσου­με να ανακαλύψουμε το σκοπό αυτής της καρ­ποφόρας καινοτομίας. Εκτός από την αμφίση­μη αναφορά του Ηροδότου, την οποία έχουμε ήδη επισημάνει, υπάρχει μία παλαιότερη ελλη­νική παράδοση για την προέλευση του νομι­σματικού συστήματος. Σ' αυτή την παράδοση αξίζει να δώσουμε προσοχή, διότι ερμηνεύει την ετυμολογία των ελληνικών νομισματικών μονάδων. Πολλοί μεταγενέστεροι συγγραφείς, των οποίων οι πηγές χρονολογούνται πριν τον 4ο αιώνα π.Χ., αποδίδουν τα πρώτα νομίσματα (τα οποία σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες ήταν χρυσά και σύμφωνα με άλλες αργυρά) στον Φεί­δωνα, το βασιλιά του Αργούς, και θεωρούν ως τόπο κοπής τους την Αίγινα. Μία άλλη εκδοχή της ίδιας παράδοσης αποδίδει την τιμή απο­κλειστικώς στους Αιγινήτες, χωρίς οποιαδήπο­τε ανάμειξη του Φείδωνα. Επιπλέον, λέγεται ότι όταν ο Φείδων εξέδωσε τα πρώτα του αργυρά νομίσματα, απέσυρε από την κυκλοφορία τους σιδερένιους οβελούς, τους οποίους και προσέ­φερε στο ναό της Ήρας στο Άργος. Από τα πρώ­τα αυτά νομίσματα προέρχονται και τα ονόμα­τα δραχμή (από το ρήμα δράττω = αδράχνω < χούφτα>) και οβολός (οβελός = ραβδί, σούβλα). Αργότερα, οι ονομασίες αυτές δόθηκαν στα αρ­γυρά νομίσματα. Μόνον που έξι ασημένιοι οβελοί δεν θα γέμιζαν ούτε την πιο μικρή παλάμη, ενώ έξι σιδερένιοι οβελοί ήταν όσοι ακριβώς μπορούσε να κρατήσει ένα χέρι.

Τη λεπτομερή αυτή παράδοση υπάρχουν στοιχεία που τη στηρίζουν και άλλα που την κα­ταρρίπτουν. Tα στοιχεία που μπορούμε να πα­ραθέσουμε υπέρ αυτής είναι:
1. Ότι έτσι εξηγείται η προέλευση των ονομά­των των αργυρών νομισμάτων, μία ερμηνεία που σαφώς μάς είναι απαραίτητη.
2. Το γεγονός ότι τα παλαιότερα αιγινητικά νο­μίσματα φαίνεται πως ήταν τα πρώτα αργυρά νομίσματα στην κυρίως Ελλάδα, ενώ πιθανό­τατα ήταν και τα πρώτα που κατασκευάστη­καν ποτέ από άργυρο (όχι βέβαια και τα πρώ­τα νομίσματα παγκοσμίως, καθώς στη Μικρά Ασία κυκλοφορούσαν ήδη νομίσματα από ήλε­κτρο).
3. Η ανεύρεση το 1894 στο Ηραίο του Άργους μεγάλης προσφοράς σιδερένιων οβελών. Ωστό­σο, δεν υπάρχει τρόπος να αποδειχθεί ότι αυ­τή ήταν όντως η προσφορά του Φείδωνα. Και τέλος,
4. Η εκτεταμένη εμπορική δραστηριότητα των Αιγινητών, χάρη στην οποία είχαν γνωρίσει το νομισματικό σύστημα από τις επαφές τους με τους Έλληνες της Ανατολής -είτε στις πόλεις τους είτε στη Ναύκρατη, το εμπορικό κέντρο της Αιγύπτου, το οποίο και μοιράζονταν.

Κατά της παράδοσης αυτής μπορούμε να παραθέσουμε:

1. Το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος δεν τη γνώριζε και γι' αυτό, όταν περιγράφει τον Φείδωνα, ανα­φέρει απλώς ότι καθιέρωσε τα μέτρα και τα σταθ­μά στην Πελοπόννησο (ΣΤ', 127: «τα μέτρα ποιήσας»).
2. Το γεγονός ότι άλλες πηγές δεν αναφέρουν ότι ο Φείδων κυριάρχησε στην Αίγινα. Και τέλος,
3. Το πρόβλημα ότι η πιθανή χρονολόγηση της βασιλείας του -κατά το πρώτο ήμισυ του 7ου αιώνα π.Χ.- είναι προγενέστερη από την εμ­φάνιση οιουδήποτε ελληνικού νομίσματος στον κυρίως ελληνικό χώρο. (…)

Συνεχίζεται…