Τι αναφέρουν τα Ελληνικά του Ξενοφώντα;

Κωδικός Πόρου: 00285-111687-7421
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 25/07/15 18:38
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111687-7421




Περιγραφή:

Τι αναφέρουν τα Ελληνικά του Ξενοφώντα;

Τα δύο πρώτα βιβλία γράφηκαν γύρω στο 390 π.Χ., λίγο μετά το γυρισμό του Ξενοφώντα από την Ασία. Το δεύτερο μέρος άρχισε να το συγγράφει μετά το 390 π.Χ., γιατί εν τω μεταξύ ασχολήθηκε με τη συγγραφή της Κύρου Αναβάσεως. Από το τέλος του Γ' βιβλίου, όπου μνημονεύεται ο θάνατος του βασιλιά Παυσανία, συνάγεται πως αυτό γράφτηκε γύρω στο 380 π.Χ. και ίσως το δεύτερο μέρος του να συμπληρώθηκε γύρω στο 355 π.Χ. Η συγγραφή των Ελληνικών άρχισε στο πλούσιο αγρόκτημα κοντά στην Σκυλλούντα της Ήλιδας, που παραχώρησαν στον Ξενοφώντα οι Σπαρτιάτες, μετά την εξορία του από την Αθήνα, και το έργο τερματίστηκε στην Κόρινθο. Γι' αυτό η έλλειψη ενότητας, ύφους και μεθόδου, που προκαλεί σύγχυση, οδήγησε πολλούς στο συμπέρασμα πως τα Ελληνικά δεν είναι το ίδιο το έργο του Ξενοφώντος αλλά μια επιτομή του. Η γνώμη αυτή απορρίπτεται σήμερα από τους φιλολόγους.

ΑΝΑΝΤΙΡΡΗΤΑ τα «Ελληνικά» του Ξενοφώντα είναι το σημαντικότερο έργο του Αθηναίου ιστορικού. Οι Αλεξανδρινοί το χωρίζουν σε 7 βιβλία, που τα δύο πρώτα τους συνεχίζουν την ιστορία του Θουκυδίδη για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (φθινόπωρο 411 και 401 π.Χ.), και στα πέντε επόμενα εξιστορούνται όσα έγιναν στην Ελλάδα και στη Μικρά Ασία από το 401 π.Χ. ώς τη μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.). Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι, συνοπτικά, το ακόλουθο:
Έπειτα από την καταστροφή της Σικελίας, οι Αθηναίοι ανασυγκροτούν τις ναυτικές τους δυνάμεις και με την ενίσχυση μοίρας στόλου που οργάνωσε ο Αλκιβιάδης στην Περσία, με χρήματα του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη, νικούν τους Λακεδαιμόνιους κοντά στην Άβυδο και την Κύζικο, καταλαμβάνουν το Βυζάντιο και κυριαρχούν στα στενά του Ελλήσποντου. Οι Λακεδαιμόνιοι, όμως, έχουν αποκλείσει την Αθήνα από ξηράς, ξεκινώντας από τη Δεκέλεια, που την είχαν καταλάβει από το 413 π.Χ. Ο Αλκιβιάδης, που τον έχουν ανακαλέσει από την εξορία, γυρίζει στην Αθήνα και διορίζεται αρχιστράτηγος των αθηναϊκών δυνάμεων στη στεριά και τη θάλασσα. Ο στόλος όμως των Αθηνών, υπό τη διοίκηση του Αντίοχου και ενώ απουσίαζε ο Αλκιβιάδης, νικήθηκε από τον Λύσανδρο, ναύαρχο των Λακεδαιμονίων, κοντά στην Έφεσο (407 π.Χ.), και ο Αλκιβιάδης, αν και δεν έφταιγε, έπεσε πάλι σε δυσμένεια. Αποσύρεται στην οχυρή περιοχή της Καλλίπολης και στη θέση του εκλέγονται δέκα στρατηγοί που νίκησαν τους Λακεδαιμόνιους, υπό τον Καλλικρατίδα, στις Αργινούσες (406 π.Χ.). Κατηγορήθηκαν όμως ότι δεν φρόντισαν για την περισυλλογή των ναυαγών και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο επιστολεύς (υποναύαρχος) του στόλου Λύσανδρος, που τον είχαν διορίσει οι Λακεδαιμόνιοι, γλίτωσε από τον αθηναϊκό στόλο και προσορμίστηκε στη Λάμψακο της Μικράς Ασίας. Οι Αθηναίοι, με 180 πλοία, επιβιβάστηκαν στην περιοχή Αιγός Ποταμοί της ευρωπαϊκής ακτής του Ελλήσποντου. Με αιφνιδιαστική επίθεση ο Λύσσανδρος καταστρέφει το στόλο των Αθηναίων, που εξαντλημένοι αναγκάζονται να συνάψουν ειρήνη. Υποχρεώνονται να κατεδαφίσουν τα μακρά τείχη και τις οχυρώσεις του Πειραιά, να παραδώσουν το στόλο τους εκτός από 12 πλοία, να δεχτούν την επάνοδο των πολιτικών εξορίστων και να συνδεθούν με συμμαχία με τους Λακεδαιμόνιους. Το δημοκρατικό πολίτευμα των Αθηνών αντικαταστάθηκε από τους Τριάκοντα Τυράννους. Έπειτα από πενταετή σκληρή και αιμοσταγή διακυβέρνηση, οι τελευταίοι ανατράπηκαν από τον Θρασύβουλο. Οι νικητές Σπαρτιάτες αποβιβάζονται στη Μικρά Ασία, με πρόσκληση των ελληνικών πόλεων που καταπιέζονται από τον Τισσαφέρνη, νικούν τους Πέρσες και φέρνουν σε δύσκολη θέση τους σατράπες του Αρταξέρξη. Στην κυρίως όμως Ελλάδα, η Αθήνα, η Θήβα, η Κόρινθος και το Άργος ενώνονται και η Σπάρτη ανακαλεί τις δυνάμεις της στην Ιωνία, νικάει τους ενωμένους αντιπάλους της κοντά στη Νεμέα και την Κορώνεια, αλλά δεν κατορθώνει να τους εκτοπίσει από τις θέσεις τους κοντά στον Ισθμό. Εν τω μεταξύ, ο Αθηναίος ναύαρχος Κόνων, που διοικεί και τον περσικό στόλο, καταναυμαχεί τους Σπαρτιάτες κοντά στην Κνίδο της Μικράς Ασίας (394 π.Χ.), λεηλατεί τα πελοποννησιακά παράλια και με χρήματα του Φαρνάβαζου, ανοικοδομεί τα τείχη των Αθηνών, ενώ ο Ανταλκίδας, που τον είχαν στείλει οι Σπαρτιάτες στη Μικρά Ασία, διαπραγματεύεται ειρήνη με τους Πέρσες, και οι Αθηναίοι εξακολουθούσαν το ναυτικό πόλεμο. Όμως, τα παράλια της Αττικής λεηλατούνται από το σπαρτιατικό στόλο και μπροστά στον κίνδυνο οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους υπογράφουν την Ανταλκίδειον Ειρήνη που επέβαλε ο Πέρσης βασιλιάς (387 π.Χ.). Σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή οι πόλεις της Ασίας, οι Κλαζομενές και η Κύπρος περιέρχονται στους Πέρσες, οι παλιές αθηναϊκές κτήσεις, εκτός από τις Λήμνο, Ίμβρο και Σκύρο, κηρύσσονται αυτόνομοι και την εποπτεία για την εκτέλεση της συνθήκης αναλαμβάνουν, μαζί με τους Σπαρτιάτες, οι Πέρσες. Η προσωρινή ησυχία που επικράτησε στην Ελλάδα μετά την Ανταλκίδειον Ειρήνη διαταράχθηκε το 383 π.Χ. από τους Σπαρτιάτες, που κυρίευσαν αιφνιδιαστικά την ακρόπολη των Θηβών Καδμεία, κατέλυσαν το πολίτευμα και εγκατέστησαν ολιγαρχία. Οι πολιτικοί όμως φυγάδες κατέφυγαν στην Αθήνα, όπου οργανώθηκαν και γύρισαν στη Θήβα, σκότωσαν τους αρχηγούς των ολιγαρχικών και έδιωξαν τη σπαρτιατική φρουρά. Οι Σπαρτιάτες, που αμέσως βάδισαν εναντίον των Θηβών, είχαν μικρές επιτυχίες, και οι Αθηναίοι, συμμαχώντας με τους Θηβαίους, λεηλάτησαν με το στόλο τους τα παράλια της Πελοποννήσου. Το 374 π.Χ. ο θηβαϊκός στρατός εισβάλλει στη Φωκίδα, αναγκάζεται όμως από το βασιλιά της Σπάρτης Κλεόμβροτο να γυρίσει για να υπερασπιστεί τη Θήβα. Οι Αθηναίοι συνάπτουν ειρήνη με τους Σπαρτιάτες και οι Θηβαίοι, ενώ αρχικά πείστηκαν από τους Σπαρτιάτες να υπογράψουν και αυτοί, μετανόησαν και ζήτησαν απαλλαγή τους από τις συνθήκες. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει ο Κλεόμβροτος με το στρατό του στη Βοιωτία. Η αναμέτρηση Θηβαίων και Σπαρτιατών έγινε στα Λεύκτρα της Βοιωτίας (371 π.Χ.) και ο Επαμεινώνδας με τη νέα τακτική του νίκησε τους Σπαρτιάτες, ενώ ο Κλεόμβροτος σκοτώθηκε. Όλες οι πόλεις της Πελοποννήσου εγκατέλειψαν τότε τη Σπάρτη, εκτός από τη Φλειούντα και οι είλωτες και περίοικοι κινήθηκαν για εξέγερση εναντίον των Σπαρτιατών, ενώ οι Μαντινείς, Αργείοι και Ηλείοι, συνασπισμένοι με τους Θηβαίους, βαδίζουν εναντίον της Σπάρτης. Οι Σπαρτιάτες, μόλις και μετά βίας κατόρθωσαν, με τη βοήθεια των Αθηναίων, να αποκρούσουν τους επιδρομείς. Το 370 π.Χ. οι Θηβαίοι με τον Πελοπίδα προσπαθούν να επιτύχουν υποστήριξη των Περσών και με τον Επαμεινώνδα επιχειρούν νέα εκστρατεία εναντίον των Πελοποννησίων. Η συμμαχία των Θηβαίων με τις πελοποννησιακές πόλεις ενισχύεται με την προσθήκη της Αχαΐας και την εγκατάσταση θηβαϊκών φρουρών στις συμμάχους πόλεις. Οι εχθροπραξίες σταματούν και το 362 π.Χ. οι Θηβαίοι στέλνουν τον Επαμεινώνδα με στρατό, κατά παράκληση του κοινού της Αρκαδίας, στην Πελοπόννησο. Ο Επαμεινώνδας φτάνει αιφνιδιαστικά μπροστά στη Σπάρτη που ήταν έρημη από υπερασπιστές, αλλά έγκαιρος ελιγμός των Σπαρτιατών υπό τον Αγησίλαο και το νεαρό γιο του Αρχίδαμο σώζει την πόλη. Ο Επαμεινώνδας υποχωρεί στην Αρκαδία και τότε γίνεται η μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.), που νικούν μεν οι Θηβαίοι, αλλά σκοτώνεται ο Επαμεινώνδας. Έτσι, ο αγώνας έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, γιατί και οι δύο αντίπαλοι θεωρούσαν πως είχαν νικήσει κι επικρατούσε στην Ελλάδα ακρισία και ταραχή έτι πλείων μετά την μάχην.

Στα δύο πρώτα βιβλία, ο Ξενοφών έχοντας για πρότυπο τον Θουκυδίδη και χρησιμοποιώντας την ίδια χρονολογική διαίρεση κατά εποχές, παρουσίασε τα πρόσωπα της ιστορίας να εκφωνούν ρητορικούς λόγους και προσπάθησε να φανεί αμερόληπτος και αντικειμενικός. Αν και δεν φτάνει στο ύψος του Θουκυδίδη στην ενατένιση των ιστορικών γεγονότων, έχει γλαφυρότητα ύφους, παραστατικότητα στην έκφραση και σαφήνεια στις περιγραφές. Αναπαριστά με μεγάλη δεξιοτεχνία την παράδοση των Αθηνών, την αστάθεια και το ευμετάβλητο του αθηναϊκού λαού, τις θυελλώδεις συνεδριάσεις της εκκλησίας του δήμου και η δίκη των στρατηγών μετά τη ναυμαχία των Αργινουσών. Γενικά το πρώτο τμήμα των Ελληνικών αποτελεί λαμπρό ιστορικό έργο, πολύ ανώτερο των επόμενων πέντε βιβλίων. Το Γ' βιβλίο και η αρχή του Δ' δεν παρουσιάζουν πια την ίδια ακρίβεια σχετικά με τις χρονολογίες, ούτε την ίδια αρμονία. Αν και στα γεγονότα που γνωρίζει ο συγγραφέας εξ ακοής, προσπαθεί να διατηρήσει το απρόσωπο ύφος, είναι έκδηλη η συμπάθειά του προς τη Σπάρτη, γιατί αποσιωπά γεγονότα σημαντικότατα, όπως η ανόρθωση των Αθηνών, και αντίθετα λεπτολογεί για ασήμαντες λεπτομέρειες, όπως οι προετοιμασίες του Αγησίλαου στην Έφεσο και η συνάντησή του με τον Φαρνάβαζο. Η συμπάθεια του Ξενοφώντος προς τη Σπάρτη και η προσπάθειά να παρεμβάλει ηθικολογικές παρατηρήσεις ή μαθήματα στρατιωτικής τέχνης τον αναγκάζουν να παραβλέπει την αληθινή ιστορική αφήγηση. Η αντιπάθειά του προς τη Θήβα τον κάνει να μνημονεύει ελάχιστα τον Επαμεινώνδα, ενώ εξυμνεί την ασήμαντη Φλειούντα επειδή έμεινε πιστή στους Σπαρτιάτες. Στην εξιστόρηση των γεγονότων στα πενήντα χρόνια που περιλαμβάνονται στα Ελληνικά, διαδραματίζονται γεγονότα πολύ πιο σημαντικά από όσα εξιστόρησε ο Θουκυδίδης, όπως η πτώση των Αθηνών και η βαθμιαία ανάκτηση της δυνάμεώς τους, η εμφάνιση των Θηβών και η ανάπτυξή τους σε μία από τις πρωταγωνίστριες ελληνικές πόλεις. Ο Ξενοφών όμως αδιαφορεί για όλα αυτά και το μόνο που κυριαρχεί στην αφήγησή του είναι η άνοδος και η πτώση της Σπάρτης. Έτσι, η διήγησή του στερείται του στοιχείου εκείνου που θα την έκανε μεγάλη ιστορική αφήγηση και πολλοί πιστεύουν πως είναι έργο της γεροντικής ηλικίας του συγγραφέα. Τα Ελληνικά αρχίζουν χωρίς πρόλογο, με τις λέξεις μετά ταύτα και τελειώνουν χωρίς επίλογο, πράγμα που ερμηνεύτηκε σαν ένδειξη πως ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί το έργο του. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γράφηκαν τα Ελληνικά, πάντως φαίνεται απίθανο να γράφηκαν όλα μαζί.

Τα δύο πρώτα βιβλία γράφηκαν γύρω στο 390 π.Χ., λίγο μετά το γυρισμό του Ξενοφώντα από την Ασία. Το δεύτερο μέρος άρχισε να το συγγράφει μετά το 390 π.Χ., γιατί εν τω μεταξύ ασχολήθηκε με τη συγγραφή της Κύρου Αναβάσεως. Από το τέλος του Γ' βιβλίου, όπου μνημονεύεται ο θάνατος του βασιλιά Παυσανία, συνάγεται πως αυτό γράφτηκε γύρω στο 380 π.Χ. και ίσως το δεύτερο μέρος του να συμπληρώθηκε γύρω στο 355 π.Χ. Η συγγραφή των Ελληνικών άρχισε στο πλούσιο αγρόκτημα κοντά στην Σκυλλούντα της Ήλιδας, που παραχώρησαν στον Ξενοφώντα οι Σπαρτιάτες, μετά την εξορία του από την Αθήνα, και το έργο τερματίστηκε στην Κόρινθο. Γι' αυτό η έλλειψη ενότητας, ύφους και μεθόδου, που προκαλεί σύγχυση, οδήγησε πολλούς στο συμπέρασμα πως τα Ελληνικά δεν είναι το ίδιο το έργο του Ξενοφώντος αλλά μια επιτομή του. Η γνώμη αυτή απορρίπτεται σήμερα από τους φιλολόγους.

ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό και Δημοσιογραφικό Αρχείο του γράφοντος, Εγκυκλοπαίδεια «δομή».