Προς τι η δολοφονία του Ίππαρχου;

Κωδικός Πόρου: 00285-111763-3320
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 02/11/12 23:40
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111763-3320




Περιγραφή:

Προς τι η δολοφονία του Ίππαρχου;

Ποιος ο ρόλος της αδελφής του Αρμοδίου και κατά πόσο δικαιώνεται ο Θουκυδίδης που υποστήριξε με σθένος ότι η δολοφονία ήταν «περιστατικό ερωτικής φύσεως», παρόλο που πήρε πολιτικές διαστάσεις; Κι όχι μόνο!.. Γιατί ο Αριστοτέλης, σε γενικές γραμμές, ασπαζόταν την άποψη αυτή, αν και η τοποθέτηση του στο έργο του Αθηναίων Πολιτεία διαφέρει σε σημαντικές λεπτομέρειες και σε ένα σημείο έρχε­ται σε αντίθεση με τον Θουκυδίδη;

Η πανέμορφη Ελληνίδα ηθοποιός και τηλεπαρουσιάστρια, Μαριαλένα Ανδρέου, σε μία φωτογράφηση, θέλοντας να μας θυμίσει την αδελφή του Αρμοδίου! Ως γνωστόν, ο Αριστογείτων σχεδίαζε ήδη την εκδίκηση, όταν ο Ίππαρχος επιδείνωσε την κατάσταση, προσβάλλοντας δημοσίως την αδερ­φή του Αρμοδίου!..

ΑΝΑΝΤΙΡΡΗΤΑ η καμπή της τυραννίας στην αρχαία Αθήνα σημειώνεται το έτος 514 π.Χ. με μία συνωμοσία που κα­τέληξε στη δολοφονία του Ιππάρχου, στα «Παναθήναια» του έτους εκείνου.

Οι συνωμότες ήταν ο Αριστογείτων και ο νεότερος συγγενής του Αρ­μόδιος, από το γένος των Γεφυραίων, της Αιαντίδας φυλής. Κατάγονταν και οι δύο από το δή­μο των Αφιδνών, στη Βορειοανατολική Αττική (1). Το γένος τους, υπό μία έννοια, δεν ήταν αθηναϊκής κα­ταγωγής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η εγκατά­σταση του στην Αττική ήταν πρόσφατη. Κατά τη γενικώς αποδεκτή άποψη των Αθηναίων, το κί­νητρο της δολοφονίας υπήρξε πολιτικό και σκο­πός της ήταν να δώσει τέλος στην τυραννία. Ο Ηρόδοτος δεν το αρνείται και σχεδόν το υπαι­νίσσεται (2) . Ο Θουκυδίδης, ωστό­σο, υποστήριξε με σθένος ότι η δολοφονία ήταν «περιστατικό ερωτικής φύσεως», παρόλο που πήρε πολιτικές διαστάσεις. Ο Αριστοτέλης, σε γενικές γραμμές, ασπαζόταν την άποψη αυτή (3), αν και η τοποθέτηση του στο έργο του Αθηναίων Πολιτεία διαφέρει σε ση­μαντικές λεπτομέρειες και σε ένα σημείο έρχε­ται σε αντίθεση με τον Θουκυδίδη.

Η εκδοχή του Θουκυδίδη είναι ότι ο Ίππαρ­χος προσπαθούσε χωρίς αποτέλεσμα να προ­σεγγίσει ερωτικά τον Αρμόδιο, ο οποίος έκανε τα παράπονα του στον εραστή του, τον Αριστογείτονα. Ο Αριστογείτων σχεδίαζε ήδη την εκδίκηση, όταν ο Ίππαρχος επιδείνωσε την κα­τάσταση, προσβάλλοντας δημοσίως την αδερ­φή του Αρμοδίου. Ισχυρίστηκε ότι ήταν ανάξια να γίνει κανηφόρος και να φέρει τον κάλαθο στις δημόσιες πομπές (4). Όπως σχολιάζει ο Πλάτων (5), είναι μία ανόητη ιστορία που αντι­κατέστησε μία άλλη. Οι συνωμότες αποφάσι­σαν να δράσουν στα Παναθήναια, διότι ο μι­κρός αριθμός τους μπορούσε να ενισχυθεί από τους οπλισμένους, για την επίσημη πομπή, πο­λίτες. Ο Ιππίας βρισκόταν στην αρχή της πο­μπής στον Κεραμεικό και ο Ίππαρχος μέσα στο Λεωκόρειον, η γεωγραφική θέση του οποίου δεν έχει εντοπιστεί με βεβαιότητα. Επειδή υπο­ψιάζονταν ότι η συνωμοσία τους αποκαλύφθηκε στον Ιππία, ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων χτύ­πησαν τον Ίππαρχο. Ο Αρμόδιος σκοτώθηκε αμέσως από τη φρουρά του Ιππάρχου και ο Αρι­στογείτων πέθανε μετά από βασανιστήρια. Ο Ιππίας αφόπλισε με ένα τέχνασμα τους πολίτες και ανέκτησε τον έλεγχο της κατάστασης.

Ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων δολοφονούν τον ϊππαρχο, τον αδερφό του τυράννου Ιππία.

Ο Αριστοτέλης (6) αθω­ώνει τον Ίππαρχο και καθιστά υπεύθυνο τον Θεσσαλό για την προσβολή, θεωρεί ότι στην υπόθεση αναμείχθηκαν πολλά άτομα, και αντι­στρέφει τις θέσεις του Ιππία και του Ιππάρχου στην πομπή, αρνούμενος κατηγορηματικά ότι οι πολίτες ήταν οπλισμένοι. Επιπλέον, προσθέτει δύο διηγήσεις για τη συμπεριφορά του Αριστογείτονα όταν τον βασάνιζαν: στην πρώτη εκδοχή, ο Αριστογείτων επινόησε φανταστικά ονόματα συνενόχων για να μπερδέψει τον Ιππία (άποψη, η οποία, κατά τα φαινόμενα, ανήκε στον Έφορο, Διόδ. Σικ., Βιβλίο 10,17.2), και στη δεύτερη αποκάλυψε τα αληθινά ονόματα.

Δεν έχει νόημα να αποτιμή­σουμε τις ποικίλες εκδοχές. Άλλωστε, από την αρχή, πρέ­πει να διατυπώθηκαν πολλές και διαφορετικές σχετικά με την υπόθεση, πέρα από τις ενδεχόμενες διαστρεβλώσεις που σχηματίστηκαν κατά τη μεταγενέστερη λατρεία των Τυραννοκτόνων και την απο­δοχή των ενεργειών τους (7). Ο Θουκυ­δίδης ήταν εξοργισμένος από αυτές τις εκδηλώσεις, όπως η ωδή στον Αρμόδιο, η οποία εξυμνούσε το γεγονός ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων σκότωσαν τον τύ­ραννο και έφεραν την ισονομία στην Αθήνα. Έτσι, έπεσε ο ίδιος θύμα του νόμου που απαγόρευε την προσβολή της μνήμης τους (8). Αλλά μόνο οι πιο υπερβολικές εκ­δοχές περί παιδεραστίας υποστήριζαν ότι είχε τε­θεί τέλος στην τυραννία (9). Ο ισχυρισμός του Θουκυδίδη ότι οι Αθηναίοι γνώ­ριζαν πως η ανατροπή της τυραννίας υπήρξε έρ­γο των Σπαρτιατών (10) είναι πράγματι σω­στός (11).

Ο Θουκυδίδης, αν και δεν το συνήθιζε, έδω­σε ιδιαίτερο βάρος στην ήπια διακυβέρνηση των Πεισιστρατιδών (12). Ο Πλά­των, στον Ίππαρχο (13), πηγαίνει μακρύτε­ρα. Αλλά όλες οι πηγές συμφωνούν ότι η πε­ρίοδος που ακολούθησε ήταν πολύ πιο σκλη­ρή (14). Ο Αριστοτέλης αποδίδει τη σκλή­ρυνση του καθεστώτος στην επίδραση που εί­χαν στον Ιππία οι αποκαλύψεις του Αριστογείτονα, όταν υπέστη τα βασανιστήρια, και κάνει λόγο για πολλές εκτελέσεις και εξορίες. Ο Θου­κυδίδης αναφέρει ότι ο Ιππίας ήταν πλέον πο­λύ πιο φοβισμένος και εκτέλεσε πολλούς πο­λίτες, ενώ ταυτοχρόνως αναζητούσε καταφύ­γιο σε περίπτωση που θα ξεσπούσε εξέγερση. Αναζητώντας έναν ασφαλή τόπο για να κατα­φύγει, ο Ιππίας πάντρεψε την κόρη του Αρχεδίκη με τον Αιαντίδη, το γιο του Ιππόκλου, τυ­ράννου της Λαμψάκου, «μία Αθηναία με έναν Λαμψακηνό», «πιστεύοντας ότι η Λάμψακος εί­χε μεγάλη επιρροή στο βασιλιά Δαρείο». Ήταν πράγματι αξιοσημείωτο ότι μία Αθηναία παντρεύτηκε Λαμψακηνό, δεδομένων των συνεχών συγκρούσεων της Λαμψάκου με τους Αθηναίους για την κυριαρχία της Χερσονήσου. Μέσα στα προβλήμα­τα του, ο Ιππίας θεώρησε ότι ο Ίπποκλος (15) ήταν καταλ­ληλότερος από τον Μιλτιάδη, για να τον βοηθήσει να προσεγγίσει τον Δαρείο. Σε αυτή την περίοδο εντο­πίζεται η ενίσχυση του Πελασγικού Τείχους, το οποίο ήταν καλά εφοδιασμένο και παρείχε το τελευταίο καταφύγιο των τυράν­νων (16), καθώς και η οχύ­ρωση της Μουνιχίας στον Πειραιά (17), που χρονολογείται περίπου σε εκεί­νη την εποχή.

Στο μεταξύ, οι Αλκμεωνίδες είχαν αναπτύξει σχέσεις με τους Δελφούς. Tα σχέδια για ανοικοδόμηση του κα­μένου ναού του Απόλλωνα είχαν ξε­κινήσει πολύ πριν το 526 π.Χ. (18), αν και η ακριβής χρονολογία της οικοδόμησης του παραμένει υπό αμφισβήτηση. Οι Αλκμεωνίδες ανα­μείχθηκαν στην ανοικοδόμηση και επέδειξαν μεγάλη γενναιοδωρία (19). Σύμφωνα με μία εκδοχή (20), ενίσχυσαν το κύρος τους, όταν προσέφεραν ένα σημαντικό δώρο στην ίδια την Πυθία. Το απο­τέλεσμα ήταν ότι όλοι οι Σπαρτιάτες που συμ­βουλεύονταν το μαντείο, για δημόσιες ή ιδιω­τικές υποθέσεις, έπαιρναν την εντολή να ελευ­θερώσουν την Αθήνα. Παρά την ξενία τους με τους Πεισιστρατίδες, οι Σπαρτιάτες σεβάστη­καν τους χρησμούς. (21)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ηρόδ. Ε', 57• Πλούτ., Ηθικά, 628D
2. Ηρόδ. ΣΤ', 123.2.
3. Πολιτικά 1311a 36-9
4. Μένανδρος, Επιτρέποντες, 438-41
5. Ίππαρχος, 229c
6. Αθηναίων Πολιτεία, 18
7. Ηρόδ. ΣΤ', 123.2
8. Υπερείδης, κατά Φιλιππίδου, Β'
9. Πλ. Συμπόσιο, 182c
10. ΣΤ', 53.3
11. Αριστοφάνης, Λυσιστράτη, 1150-6
12. ΣΤ', 54.5-6, 57.2
13. 229b
14. Ηρόδ. Ε', 62.2• ΣΤ', 123.2• Θουκ. Ε', 59.2, Πλάτων, Ίππαρχος, ό.π., Αριστ., Αθηναίων Πολιτεία, ΙΘ', 1
15. Ηρόδ. ΣΤ, 138.1
16. Ηρόδ. Ε', 64.2-65.1
17. Αριστ., Αθηναίων Πολιτεία, ΙΘ', 2
18. Ηρόδ. Β', 180
19. Ηρόδ. Ε', 62.3
20. Ηρόδ. Ε', 63.1
21. Βλέπε: Πανεπιστήμιο Καίμπριτζ: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας»