Ποιους ονόμαζαν τραπεζίτες οι αρχαίοι Έλληνες;

Κωδικός Πόρου: 00285-111701-7153
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 20/05/15 17:21
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111701-7153




Περιγραφή:

Ποιους ονόμαζαν τραπεζίτες οι αρχαίοι Έλληνες;

Με αφορμή το γεγονός ότι το τραπεζικό σύστημα στη Χώρα μας είναι επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε, ας ρίξουμε μια διαχρονική ματιά στην ελληνική αρχαιότητα για να δούμε γιατί οι πρόγονοί μας ονόμαζαν τραπεζίτες εκείνους που ασχολούνταν με το εμπόριο του χρήματος, επειδή κάθονταν σε τραπέζια στην αγορά, που ήταν το κέντρο όλων των εμπορικών συναλλαγών. Άλλαζαν με προμήθεια μεγάλα νομίσματα ή χρυσό με μικρότερα νομίσματα, καθώς και τα χρήματα διαφόρων συστημάτων μεταξύ τους, ενώ στις εμπορικές πόλεις έκαναν σημαντικό εμπόριο μ' αυτό τον τρόπο!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!..

ΕΙΝΑΙ αλήθεια, ότι οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τραπεζίτες εκείνους που ασχολούνταν με το εμπόριο του χρήματος, γιατί κάθονταν σε τραπέζια στην αγορά, που ήταν το κέντρο όλων των εμπορικών συναλλαγών. Άλλαζαν με προμήθεια μεγάλα νομίσματα ή χρυσό με μικρότερα νομίσματα, καθώς και τα χρήματα διαφόρων συστημάτων μεταξύ τους. Στις εμπορικές πόλεις έκαναν σημαντικό εμπόριο μ' αυτό τον τρόπο. Η διαφορά των κριτηρίων και η αβεβαιότητα του σχεδίου των νομισμάτων στην Ελλάδα τους έκαναν αναγκαίους. Δάνειζαν επίσης χρήματα, σε μικρή όσο και σε μεγάλη κλίμακα. Τέλος, δέχονταν και καταθέσεις χρημάτων. Ο κόσμος τοποθετούσε τα χρήματά του σ' αυτούς για την ασφαλή φύλαξή τους και για την καλύτερη διαχείρισή τους. Οι καταθέτες, ανάλογα με τη συμφωνία τους, είτε απέσυραν οι ίδιοι χρηματικά ποσά ή ανέθεταν στον τραπεζίτη τους να κάνει πληρωμές σε τρίτα πρόσωπα. Σ' αυτό το σημείο η εργασία των τραπεζών ήταν σημαντική. Αν ένας πολίτης είχε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σε μια επιχείρηση, προτιμούσε να το τοποθετεί στην τράπεζα και να αναθέτει στον τραπεζίτη τη διαδικασία των πληρωμών του. Και οι ξένοι επίσης έβρισκαν πως οι τράπεζες τους πρόσφεραν ευκολίες και τις χρησιμοποιούσαν πρόθυμα. Οι τραπεζίτες κρατούσαν αυστηρούς λογαριασμούς όλων των χρημάτων που είχαν στη διάθεσή τους. Αν κάποιος έκανε πληρωμή σε άλλον που ήταν καταθέτης στην ίδια τράπεζα, ο τραπεζίτης δεν είχε παρά να μεταφέρει το απαιτούμενο ποσό από τον ένα λογαριασμό στον άλλο. Οι τραπεζίτες ήταν συνήθως πολύ γνωστά πρόσωπα, και όπως ήταν φυσικό αποκτούσαν μεγάλη πείρα στις επιχειρήσεις. Γι' αυτό και ζητούσαν τη συμβουλή και τη βοήθειά τους για τις συνηθισμένες υποθέσεις της ζωής. Τους καλούσαν να παρευρεθούν στη σύναψη συμβολαίων και τους ανέθεταν την φύλαξη χρηματικών ποσών, τίτλων που η κυριότητά τους ήταν αμφισβητούμενη, και άλλων σημαντικών εγγράφων. Γίνεται λόγος, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, για κρατικές τράπεζες. Αλλ' αυτή τη δουλειά την έκαναν συνήθως τα μεγάλα ιερά, όπως των Δελφών, της Δήλου, της Εφέσου και της Σάμου, που τα χρησιμοποιούσαν ως τράπεζες για δάνεια και καταθέσεις τόσο τα άτομα όσο και οι κυβερνήσεις. Οι Ρωμαίοι είχαν, σε μερικές εξαιρετικές περιπτώσεις, κρατικές τράπεζες υπό την επιστασία δημοσίων λειτουργών. Οι κερματιστές (nummularii) και οι αργυραμοιβοί (argentarii) κατείχαν ανάμεσά τους την ίδια θέση όπως οι τραπεζίτες στους Έλληνες. Οι τράπεζες (tabernae argentariae) ήταν εγκατεστημένες στην Αγορά (Forum). Οι κερματιστές είχαν διπλά καθήκοντα:
α) ήταν υπάλληλοι του νομισματοκοπείου, επιφορτισμένοι να δοκιμάζουν τα νέα νομίσματα, να τα θέτουν σε κυκλοφορία, να κυκλοφορούν παλιά ή ξένα νομίσματα και να δοκιμάζουν τη γνησιότητα των χρημάτων σε περιπτώσεις πληρωμών,
β) έκαναν συναλλαγές για δικό τους λογαριασμό, ενώ συγχρόνως ενεργούσαν σαν τραπεζίτες. Με άλλα λόγια, έπαιρναν χρήματα για καταθέσεις, τοποθετούσαν κεφάλαια με τόκο για λογαριασμό των πελατών τους, ρύθμιζαν εκκρεμή χρέη, έκαναν πληρωμές, εκτελούσαν πωλήσεις (ιδιαίτερα δημοπρασίες), δάνειζαν χρήματα ή διαπραγματεύονταν δάνεια, και εκτελούσαν πληρωμές σε ξένα μέρη παραπέμποντας στους εκεί τραπεζίτες.
Οι αργυραμοιβοί και οι κερματιστές υπόκεινταν στην εποπτεία των κρατικών άρχων. Στη Ρώμη έδιναν λόγο στον Praefectus Urbi και στις επαρχίες στους κυβερνήτες. Ήταν από το νόμο υποχρεωμένοι να κρατούν τα βιβλία τους με αυστηρή ακρίβεια. Τα βιβλία τους ήταν τριών ειδών:
α) το Codex Accepti et Expensi (βιβλίο αποδοχών και εξόδων), όπου καταχωρούσαν όλες τις εισπράξεις και τις πληρωμές που έκαναν, με την ημερομηνία, το όνομα του προσώπου και την αιτία της συναλλαγής,
β) το Liber Rationum (λογιστικό βιβλίο), όπου κάθε πελάτης είχε μια ειδική σελίδα στην οποία έγραφαν τον χρεωστικό και πιστωτικό του λογαριασμό, και
γ) το Adversaria (πρόχειρο βιβλίο), για την καταχώρηση των υποθέσεων που βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Σε περιπτώσεις αντιδικίας, αυτά τα βιβλία έπρεπε να παρουσιάζονται ως νομική ένδειξη. Οι Ρωμαίοι τραπεζίτες, όπως και οι Έλληνες, έκαναν συνήθως πληρωμές από τον ένα πελάτη στον άλλο με απλή μεταβολή των αντίστοιχων λογαριασμών.

ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό και Δημοσιογραφικό Αρχείο του γράφοντος, Εγκυκλοπαίδεια «Δομή», με εικόνες από το διαδίκτυο.