Ποία η σχέση Ζωγραφικής και Πολιτικής κατά την ελληνική αρχαιότητα;

Κωδικός Πόρου: 00285-111736-4191
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 25/05/13 22:52
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111736-4191




Περιγραφή:

Ποία η σχέση Ζωγραφικής και Πολιτικής κατά την ελληνική αρχαιότητα;

Κατά τη διάρκεια της τυραννίας μπορούμε να διακρίνουμε τα ποικίλα ενδιαφέροντα των καλλιτεχνικών έργων, τα οποία προ­βάλλουν τον Αίαντα, τον πολιτογραφούν Αθη­ναίο μέσω της σχέσης του με τη Σαλαμίνα και τον ορίζουν επώνυμο ήρωα μίας από τις νέες φυλές της δημοκρατίας. Επίσης, προβάλλουν τους Διόσκουρους, τους θεούς της Σπάρτης, και κατά συνέπεια αγωνιστές κατά της τυραννίας. Τέλος, προβάλλουν τον Θησέα. Ο Θησέας συμβόλιζε για τους δημοκρατικούς ό,τι ο Ηρακλής για τους τυράννους. Ο Ηρακλής δεν μπο­ρούσε να χάσει το γόητρο του διότι είχε την υποστήριξη της Αθηνάς, η οποία ξεπερνούσε τα όρια της πολι­τικής προπαγάνδας!..

Ποικίλη στοά. Αναπαράσταση σε περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας (Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού)

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η πιο πλούσια πηγή μας σε υλικές μαρτυρίες της ύστερης αρχαϊκής Αθήνας είναι οι εικονογραφίες, κυρίως στα αγγεία, και σε μικρότερο βαθμό η γλυπτική σε αυτά, ή τα ανάγλυφα. Μία άλλη πηγή θεωρούνται οι ξυλογραφίες που δυ­στυχώς δεν διασώθηκαν, ωστόσο η ύπαρξη τους αποδεικνύεται από πολλά ευρήματα και κείμε­να. Για τους Έλληνες, η ζωγραφική λειτουργούσε όπως για εμάς το δημοσιογραφικό χαρτί, και χρησίμευε ως μέσο διασκέδασης, διακόσμησης ή αφήγησης. Tα περισσότερα θέματα ήταν μυ­θολογικά, αλλά για τους περισσότερους Έλλη­νες αυτό που ονομάζουμε μύθος αποτελούσε τμήμα της ιστορίας τους, ανεξάρτητα από το τι πίστευε μία ομάδα διανοουμένων της Ιωνίας. Οι Έλληνες ποιητές χρησιμοποίησαν, προσήρμοσαν ή ακόμη επινόησαν μυθολογικές ιστορίες για να εξηγήσουν ή να απεικονίσουν τα σύγ­χρονα γεγονότα και προβλήμα­τα, καθώς και για να υπηρετή­σουν τις νέες λατρείες. Οι καλ­λιτέχνες τους έκαναν το ίδιο κυρίως στο γλυπτό διάκο­σμο μεγάλων οικοδομημά­των. Tα εκατοντάδες διακοσμημένα αγγεία αφηγούνταν μέσω ει­κόνων σύγχρονες εν­διαφέρουσες ιστορίες καθώς και παραδο­σιακά θέματα. Από τα αγγεία αντλούμε στοι­χεία γι' αυτό που ονο­μάζεται «πολιτική» χρήση ή χειραγώγηση των μύθων. Πρέ­πει, όμως, να αφήσουμε τα αγγεία να «μιλήσουν» μόνα τους κι εμείς να εξετάσουμε τις νέες ιστορίες που αφηγούνται, ή τις παραλ­λαγές παλαιότερων ιστοριών, προκειμένου να ανακαλύψου­με το απώτερο κίνητρο που εκ­φράζουν, κι όχι να προβάλουμε αυθαίρετα την ιστορία πάνω στην εικονογράφηση.
Τη δεκαετία του 550 π.Χ., οι Αθη­ναίοι εικονογράφησαν τη γνωστή σκηνή της ανόδου του Ηρακλή στον Όλυμπο, όχι ως πο­μπή κατά την οποία ο Ηρακλής οδηγείται πε­ζός από την Αθηνά στον Δία, αλλά ως αρματο­δρομία, στην οποία η Αθηνά ήταν ο αρματηλά-της. Είναι αδύνατο να μην πρόσεξαν οι Αθη­ναίοι τον υπαινιγμό που κρυβόταν στην πα­ρουσίαση της Φϋης ως Αθηνάς, που οδηγεί με άρμα τον Πεισίστρατο πίσω στην Αθήνα, στο δικό του Όλυμπο, την Ακρόπολη (Ηρόδ. Α', 60: σύμφωνα με το «ευηθέστατον» τέχνασμα έντυ­σαν με πανοπλία μία ψηλή και ωραία νέα, τη Φύη, στην οποία είπαν να πάρει επιβλητικό ύφος και να οδηγήσει, ως Αθηνά, τον Πεισί­στρατο στην Ακρόπολη. Η φήμη απλώθηκε πα­ντού και οι κάτοικοι προσκυνούσαν τη Φύη ως Αθηνά). Η σχέση Αθηνάς-Ηρακλή προϋπήρχε του Ομήρου. Ως σύμβολο της Αθήνας, ενδεχο­μένως να είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από τον Κλει­σθένη τον Σικυώνιο σε ένα γλυπτό του, στο οποίο ο Ηρακλής κρατάει τον τρίποδα του Απόλ­λωνα. Ο τρίποδας ήταν μάλλον αναθηματικό αφιέρωμα στο Μαντείο των Δελφών για τη νί­κη στον Α' Ιερό πόλεμο. Η παρουσία της Αθη­νάς συμβόλιζε την υποστήριξη των Αθηναίων προς τον Κλεισθένη, υπό την ηγεσία του Αλκμέωνα. Η σχέση των δύο ανδρών αργότερα ενισχύθηκε με το γάμο του γιου του Αλκμέωνα, του Μεγακλή, με την κόρη του Πεισιστράτου, την Αγαρίστη. Ήταν ο Μεγακλής που με τον Πεισίστρατο επινόησαν και χρησιμοποίησαν το τέχνασμα της Φύης. Καθ' όλη την περίοδο της τυραννίας στην Αθήνα, ο Ηρακλής κυριαρχεί στην εικονογραφία, μονοπωλώντας και το γλυπτό διάκο­σμο στην Ακρόπολη. Σχεδόν επήλθε πλήρης ταύτιση του ήρωα με τους τυ­ράννους, υπό την αιγίδα της πολιού­χου θεάς. Όταν, για σύντομο χρονι­κό διάστημα και μόνο στα αθηναϊκά αγγεία, βλέπουμε τον Ηρακλή να νικά τον Κέρβερο όχι με τη βία, αλλά επειδή δια­πραγματεύτηκε με την Περσεφόνη, μας έρχε­ται στο νου η ανάληψη των Ελευσίνιων Μυ­στηρίων από τον Πεισίστρατο και οι δικαιολο­γίες των ιερέων του για την καθιέρωση των Μι­κρών Μυστηρίων στην Αθήνα, ως μέσο πολι­τογράφησης του Ηρακλή σε Αθηναίο πολίτη, ο οποίος έπρεπε να προετοιμαστεί και να λάβει την απαραίτητη μύηση, πριν από τις περιπέ­τειες του στον Κάτω Κόσμο. Μόνο για σύντομη περίοδο απεικονίζεται ο Ηρακλής στα αθηναϊ­κά αγγεία να πολεμά με το θαλάσσιο δαίμονα Τρίτωνα. Πρόκειται για σκηνή δανεισμένη από την περίφημη μάχη του με τον Νηρέα και εν­δεχομένως αναφέρεται σε κάποια πολλαπλή επιτυχία: ίσως στη μάχη κατά των Μεγάρων ή στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ή στην είσοδο των Αθηναίων στην Προποντίδα. Επίσης, πάλι για σύντομη περίοδο και μόνο στα αθηναϊκά αγ­γεία, συναντάμε τον Ηρακλή να κρατάει τη λύ­ρα, όπως ένας ραψωδός, και μας έρχεται στο νου η καθιέρωση των μουσικών αγώνων από τον Ιππαρχο στα Παναθήναια.
Ακόμη και κατά τη διάρκεια της τυραννίας μπορούμε να διακρίνουμε τα ποικίλα ενδιαφέροντα των καλλιτεχνικών έργων, τα οποία προ­βάλλουν τον Αίαντα, τον πολιτογραφούν Αθη­ναίο μέσω της σχέσης του με τη Σαλαμίνα και τον ορίζουν επώνυμο ήρωα μίας από τις νέες φυλές της δημοκρατίας. Επίσης, προβάλλουν τους Διόσκουρους, τους θεούς της Σπάρτης, και κατά συνέπεια αγωνιστές κατά της τυραννίας. Τέλος, προβάλλουν τον Θησέα. Ο Θησέας συμβόλιζε για τους δημοκρατικούς ό,τι ο Ηρακλής για τους τυράννους. Ο Ηρακλής δεν μπο­ρούσε να χάσει το γόητρο του διότι είχε την υποστήριξη της Αθηνάς, η οποία ξεπερνούσε τα όρια της πολι­τικής προπαγάνδας. Κατά συνέπεια, οι δημιουργοί των μύθων δεν μπορούσαν να με­τατρέψουν την Αθηνά σε πάτρωνα του Θησέα στο εικονογραφι­κό και λογο­τεχνικό έργο τους. Μετά το 510 π.Χ., επινοήθηκε και δημοσιο­ποιήθηκε, μέσω εικονογρα­φιών και κυρίως μέσω ενός έπους (Θησηίς), ένας κύ­κλος άθλων του Θη­σέα στη διαδρομή του από την Τροιζήνα προς την Αθήνα, που τον ανήγαγε σε Αθη­ναίο πρίγκιπα. Αυτός ο κύκλος των άθλων του Θησεά απηχούσε τα ανδραγαθήματα του Ηρα­κλή, αλλά οι δυο ήρωες δεν αντιμετωπίζονταν ως εχθροί. Δεν χρειάστηκε πολύ για να συσχε­τιστεί ο Θησέας με την τύχη των Φιλαϊδων, του Μιλτιάδη και του Κίμωνα, όπως συσχετίστηκε ο Ηρακλής με τον Πεισίστρατο και τους γιους του. Όταν η Αθήνα ανήγειρε νέο Θησαυρό στους Δελφούς -έργο που προκαλούσε το θαυμασμό όλου του αρχαιοελληνικού κόσμου, και διατη­ρείται σε σχετικά καλή κατάσταση-, την εποχή κατά την οποία άρχισε η ανατροπή των τυράννων, τα γλυπτά που φιλοτεχνήθηκαν τιμούσαν τόσο τον Ηρακλή όσο και τον Θησέα και αφη­γούνταν μία νέα ιστορία, όπου οι δύο ήρωες ένω­σαν τις δυνάμεις τους σε μία εκστρατεία ενα­ντίον των Αμαζόνων της ανατολής. Tα υποτιθέ­μενα αντίποινα σε αυτήν τους την εκστρατεία ήταν η εισβολή των Αμαζόνων στην Αττική, που χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως παραβολή για τις περσικές εισβολές στην περιοχή. Εάν το ει­κονογραφικό θέμα της Αμαζονομαχίας του Θη­σαυρού των Δελφών αντιστοιχεί στην εισβολή στην Αττική, τότε η ανέγερ­ση του -όπως αναφέρει ο Παυσανίας (Φωκικά, Β', 4)- πρέπει να τοποθετη­θεί μετά τη μάχη του Μαραθώνα. Άλλη εκδοχή είναι να απεικονίζει την εκ­στρατεία προς την ανατολή, που απα­ντά, επίσης, σε μία μυθιστορηματική εκδοχή, στην οποία εμφανίζεται ο Θη­σέας να συμμαχεί με τον Ηρακλή. Σε αυτή την περίπτωση, ο Θησαυρός προϋπήρχε, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι μελετητές, βά­σει αρχαιολογικών ευρημάτων. Ενδέχεται το ει­κονογραφικό αυτό θέμα να μνημονεύει τη συμ­μετοχή της Αθήνας στην επανάσταση της Ιω­νίας και την υποτιθέμενη «εκδίκηση» κατά των Περσών, επειδή ανέτρεψαν το φιλόστοργο Κροί­σο, φίλο των Δελφών.
Δεν μπορούμε να καθορίσουμε εύκολα το κίνητρο που ενέπνευσε αυτού του είδους την πολιτική προπαγάνδα, την οποία συναντάμε μόνο στην εικονογραφία, καθώς και το μέσο για την υλοποίηση της. Προφανώς, οι αγγειογρά­φοι ανέπλαθαν ιστορίες και συμπεριφορές που είχαν ήδη προβληθεί με άλλα μέσα, χωρίς να εί­ναι οι ίδιοι άμεσα υπεύθυνοι να τις προπαγαν­δίσουν. Ήταν καθήκον των αριστοκρατικών οι­κογενειών, των ιερέων και των αρχόντων, όπως για παράδειγμα του άρχοντος βασιλέως, να κα­θορίσουν το είδος διακόσμησης που θα φιλο­τεχνούσαν οι καλλιτέχνες στους ναούς και τα δημόσια κτίρια, αλλά και να επινοήσουν ή να δώσουν το επιθυμητό νόημα σε μύθους (όπως τα Μικρά Μυστήρια), οι οποίοι θα υμνούνταν μέσα από τα τραγούδια, τις διηγήσεις ή την ει­κονογραφία. Οι αγγειογράφοι ήταν εκείνοι που έκαναν γνωστές τις ιστορίες στο ευρύ κοινό μέ­σω της ζωγραφικής τους. Το γεγονός ότι η κυ­ριότερη πηγή από την οποία γνωρίζουμε την εικονογράφηση είναι αγγεία που εξήχθησαν στην Ιταλία και δεν βρέθηκαν στην Αθήνα, θα πρέπει να αποδοθεί στον τυχαίο χαρακτήρα των ανασκαφικών ευρημάτων. Κάθε αθηναϊκό αγ­γείο που βρίσκεται σε ετρουσκικό τάφο αποτε­λεί δείγμα εκατοντάδων άλλων αγγείων που δεν εξήχθησαν. Επίσης, τα θραύσματα των αφιερω­μένων αγγείων, που βρέθηκαν στην Ακρόπολη της Αθήνας, φανερώνουν την εξαιρετικά υψη­λή ποιότητα και την ποικιλία των αγγείων που δεν εξήχθησαν. Μπορούμε να φανταστούμε ότι οι δρόμοι του Κεραμεικού, ακριβώς μετά την Αγορά, χρησιμοποιούνταν για να παρουσιάζουν οι καλλιτέχνες νέες παραλλαγές παλαιών ιστο­ριών και επίκαιρα σχόλια, που ήταν περισσότερο κατανοητά στους κα­τοίκους της αρχαϊκής Αθήνας, παρά στους σημερινούς επιστήμονες.
Αυτό το είδος σχολιασμού μέσω μύθων δεν περιοριζόταν στα σύνορα της Αθήνας, αλλά η τέχνη των άλλων πόλεων δεν μας έχει αφήσει ανάλογο πλούτο μαρτυριών. Είναι αρκετό, ωστό­σο, να παρατηρήσουμε ότι ο σχολιασμός δεν εφαρμόζεται μόνο από τους Αθηναίους καλλιτέχνες -παραδείγματος χάριν, ο Πίνδαρος κάνει το ίδιο για τους πάτρωνες του. Η έμπνευ­ση της αλυσίδας Ηρακλής-Αθηνά-Αθήνα προήλ­θε από τη Σικυώνα, από έναν τύραννο, ο οποί­ος χρησιμοποίησε το μύθο και τη λατρεία στη διαμάχη του με το Αργός (Ηρόδ. Ε', 67).

ΠΗΓΗ: Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας»