Ποια είναι τα «κατορθώματα» της πολυθρύλητης εταίρας Θαΐδας στην αρχαιότητα;

Κωδικός Πόρου: 00285-111743-3732
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 06/02/13 22:29
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111743-3732




Περιγραφή:

Ποια είναι τα «κατορθώματα» της πολυθρύλητης εταίρας Θαΐδας στην αρχαιότητα;

Διαβάστε τον συναρπαστικό βίο της αρχαίας Ελληνίδας εταίρας Θαΐδας, πώς επηρέαζε τον ίδιο τον Μ. Αλέξανδρο και την επιχειρηματολογία, που αναπτύσσει σε διάφορες επιστολές της, η κυριότερη των οποίων στον εραστή της Ευθύδημο, φθάνοντας στο σημείο να κατηγορήσει ακόμη και τον Σωκράτη όπου ένας μαθητής του, ο Κριτίας, έγινε τύραννος των Αθηνών, την ώρα που η εταίρα Ασπασία είχε ως μαθητή της τον Περικλή!..

Ο φιλόσοφος Σωκράτης αναζητεί τον Αλκιβιάδη στο σπίτι της Ασπασίας. Έργο του Jean-Léon Gérôme (1861).

Η Θαΐς, η ωραιοτάτη αυτή Αθηναία, ήτο φίλη του Μ. Αλεξάνδρου. Σύμφωνα με τον Κλείταρχο, ο οποίος συνόδευσε τον θρυλικόν Στρατηλάτην καθ' όλην την εκστρατείαν του στην Ασία και του οποίου - κατά πληροφορία του Στράβωνος - συνέγραψε τις πράξεις, η Θαΐς είναι η αιτία του εμπρησμού των ανακτόρων της Περσεπόλεως.
Τα ίδια πράγματα εξιστορούν ο Πλούταρχος και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης. Μάλιστα ο Πλούταρχος εις τον περί Αλεξάνδρου βίον γράφει:
«Ο Αλέξανδρος ενώ επρόκειτο να κινηθή κατά του Δαρείου έτυχε να παραδοθή μετά των εταίρων του εις διασκέδασιν και μέθην, εις την οποίαν έλαβον μέρος και γύναια τα οποία ήλθαν δια να διασκεδάσουν με τούς εραστάς των. Μεταξύ δε των επισημοτήτων ήτο η Θαΐς, ερωμένη του Πτολεμαίου, όστις εβασίλευσε κατόπιν εις Αίγυπτον, Αθηναία το γένος. Αύτη άλλοτε μεν επαινούσα τον Αλέξανδρον με επιτηδειότητα, άλλοτε δε παίζουσα, έφθασε να είπη λόγον άξιον του ήθους της πατρίδος της, ανώτερον δε του εαυτού της. Δι’ όσα - είπεν - υπέφερε πλανώμενη εις την Ασίαν, αποζημιούται κατά την ημέραν εκείνην, εντρυφώσα εις τα υπερήφανα της Περσίας ανάκτορα, προσθέσασα, ότι θα ηυχαριστείτο ακόμη περισσότερον εάν εν μέσω της διασκεδάσεως επυρπόλει τον οίκον του Ξέρξου, του κατακαύσαντος τας Αθήνας, ανάπτουσα το πυρ η ιδία υπό τα βλέμματα του βασιλέως δια να διαδοθή προς τούς ανθρώπους, ότι τα μετά του Αλεξάνδρου γύναια εξεδικήθησαν περισσότερον τους Πέρσας υπέρ της Ελλάδος παρά οι ναύαρχοι και οι στρατηγοί. Μόλις είπε ταύτα, κρότος ηκούσθη και θόρυβος και προτροπή των εταίρων και φιλοτιμία.
Παρασυρθείς δε ο βασιλεύς και αναπηδήσας επροχώρησε φέρων στέφανον και κρατών λαμπάδα. Οι δε άλλοι, ακολουθούντες με φωνάς και τραγούδια περιεκύκλωσαν τα ανάκτορα και όσοι άλλοι Μακεδόνες ήκουσαν τούτα έτρεξαν μετά λαμπάδων, χαίροντες διότι ήλπιζαν, ότι το να καίη και να καταστρέφη ο ίδιος ο βασιλεύς τα ανάκτορα ήτο απόδειξις, ότι εις την πατρίδα είχε τον νουν του και συνεπώς δεν έμελλε να κατοικήση μεταξύ των βαρβάρων. Και μερικοί λέγουν, ότι τοιουτοτρόπως έγιναν ταύτα, άλλοι δε ότι έγιναν εκ προθέσεως. Πάντως ομολογείται, ότι γρήγορα μετενόησε και διέταξε να σβήσουν το πυρ».

Ας δούμε, τώρα, πώς περιγράφει τα γεγονότα ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, αφού σ' αυτά το πρώτον λόγον τον έχει η Θαΐδα:
«Ο δε Αλέξανδρος πραγματοποιών δια τα επινίκεια μεγαλοπρεπείς θυσίας προς τούς θεούς, προσέφερε συγχρόνως και προς τούς φίλους του λαμπρά γεύματα. Κάποτε, καθ' ην στιγμήν οι φίλοι έτρωγαν και έπιναν, και ο μεν πότος εξηκολούθη η δε μέθη επροχώρη, μία εκ των παρευρισκομένων γυναικών, ονομαζόμενη Θαΐς, εξ Αθηνών, είπεν, ότι θα είναι, το επισφράγισμα παντός ό,τι έπραξεν ο Αλέξανδρος εν Ασία εάν, εφορμών μετ' αυτών, καύση τα ανάκτορα των Περσών, βοηθούμενος από χείρας γυναικών, ικανάς να εξαφανίσουν τα πάντα εις ελάχιστον χρονικόν διάστημα• λεχθέντα πάντα ταύτα εις άνδρας νέους και μεθυσμένους, οίτινες, ως εκ του πότου κακώς εσκέπτοντο, «εμπρός» εφώναξε κάποιος και δάδα κρατών επροχώρησε. Πολλοί επεκρότησαν την χειρονομίαν, ενώ άλλοι εφώναζαν ότι μόνον εις τον Αλέξανδρο αρμόζει η πράξις αύτη. Πράγματι ο βασιλεύς παρεσύρθη από τούς λόγούς τούτους, ενώ όλοι ανεπήδησαν και διέταξαν την πραγματοποίησιν της Βακχικής πομπής. Ταχέως δε πλήθος λαμπάδων ευρεθέντων και λαβουσών μέρος εις την πομπήν και των γυναικών, με ωδάς και αυλούς και σύριγγας, εβάδιζαν προπορευομένου του βασιλέως και οδηγούσης της Εταίρας Θαΐδος. Αύτη δε πρώτη, μετά τον βασιλέα, έρριψε προς τα ανάκτορα την καιομένην δάδα. Πάντες τότε την εμιμήθησαν και μετ' ολίγον, λόγω του μεγέθους της φλογός εκάη όλος ο παρά τα ανάκτορα τόπος. Και το παραδοξώτερον όλων είναι, ότι παρά του βασιλέως των Περσών Ξέρξου γενόμενον ασέβημα περί την ακρόπολιν των Αθηναίων, εξεδικήθη μετά πολλά έτη μία γυνή, πολίτης των αδικηθέντων, ωθούμενη εκ του αυτού πάθους.» (Διοδώρου Σικελιώτου, Βιβλιοθήκη Ιστορική Α΄ 1, 11)

Η Θαΐς, μετά τον θάνατον του Μεγάλου Αλεξάνδρου, υπανδρεύθη τον βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίον. Μαζί του έκανε δύο παιδιά: τον Λεοντίσκον και τον Λάγον. Επίσης μία θυγατέρα: την Ειρήνη, την οποίαν ενυμφεύθη ο βασιλιάς της Κύπρου Εύνοστος, σύμφωνα με όσα λέγει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης.
Θα τονίσομε πάντως αυτό, που λέγει και ο Πλούταρχος, ότι η Θαΐς, καθώς και τα άλλα γύναια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εξεδικήθησαν, τις επιδρομές των Περσών κατά της Ελλάδος καλύτερον παντός ναυμάχου ή στρατηγού : «των ναυμάχων και πεζομάχων εκείνων στρατηγών τα μετ’ Αλεξάνδρου γύναια μείζονα δίκην επέθηκε Πέρσαις υπέρ της Ελλάδος.»(Αλέξανδρος 38.4,4).
Ωστόσο, μη λησμονήσωμε ν’ αναφέρωμε το γεγονός, ότι ο Λουκιανός, σε δύο ερωτικούς διαλόγους αναφέρεται στην Θαΐδα, ότι αυτή υπήρξε Εταίρα κοινή, προτού ανέλθη τις βαθμίδες των διαφόρων ανακτόρων.
Κατά τον πρώτο διάλογο Γλυκέρας και Θαΐδος, παραπονείται η πρώτη, ότι η παμπόνηρη Γοργόνα η οποία της προσεποιείτο την φίλην, της επήρε τον ωραίον Ακαρνάνα στρατιώτην, και τούτο της έκανε μεγάλο κακό.
-Κακό είναι, απαντά η Θαΐς, αλλά δεν πρέπει να σου φαίνεται παράδοξον. Γίνεται πολύ συχνά αυτό μεταξύ των Εταιρών. Λοιπόν δεν πρέπει ούτε υπερβολικά να λυπάσαι, ούτε να κατηγορής την Γοργόνα. Μήπως το Αβρότονον δεν σε κατηγόρησε που της έκαμες τα ίδια, καίτοι είσθε φίλες; Απορώ όμως τι της εζήλεψε εκείνος ο στρατιώτης. Οπότε δεν θα είδε τα μισομαδημένα μαλλιά της, την φαλάκρα της, τα χείλη της, τα ωχρά και νεκρικά, τον αδύνατον λαιμό της, που φαίνονται οι φλέβες και την μεγάλη της μύτη. Το μόνο καλό που έχει είναι το ανάστημα. Είναι υψηλή σαν κυπαρίσσι και το χαμογελό της πολύ γλυκό.
-Μα νομίζεις, λέγει η Γλυκέρα, ότι την επροτίμησε δια την ωραιότητά της; Δεν γνωρίζεις, ότι το Χρυσάριον, η μήτηρ της, είναι μάγισσα και ξέρει ξόρκια της Θεσσαλίας και κατεβάζει το φεγγάρι; Λέγουν μάλιστα, ότι πετά την νύκτα σαν νυκτερίδα. Αυτή με τα μαγικά που τον πότισε τον άνθρωπο, τον τρέλανε και τώρα τον μαδούν.
-Παρηγορήσου Γλυκέριον, της λέγει η Θαΐς. Κι εσύ με την σειράν σου θα εύρης άλλον να μαδήσης!.. (Εταιρικοί διάλογοι 1.1,8 κ.ε.)

Ο δεύτερος διάλογος γίνεται μεταξύ της Εταίρας Φιλίννης και της μητρός της, μέσα εις τον οποίον κεντρική ηρωΐδα φαίνεται η Θαΐς, διότι αυτή έγινε η αιτία να δυσαρεστηθή η Φίλιννα με τον φίλο της τον Δίφιλον.
Μέσα σ' αυτόν τον διάλογο ο αναγνώστης διαπιστώνει τις ζηλοτυπίες και τις έριδες μεταξύ των Εταιρών, αφού η ίδια η Θαΐδα, για να πειράξει την Φιλίννη μπροστά στον αγαπημένο της έκανε ακόμη και .... «στριπτίζ», για να το ανταποδώση η Φίλιννα και όλα αυτά τα ... πιπεράτα στιγμιότυπα.
Θα πρέπει εδώ να πούμε, ότι υπάρχει αμφιβολία ή προβληματισμός για το αν ο παραπάνω διάλογος αφορά την Θαΐδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Σίγουρα, όμως, ανήκουν στην Θαΐδα οι παρακάτω επιστολές που μας διασώζει ο Αλκίφρων, με πρώτην αυτήν που στέλνει η διάσημη Εταίρα προς την Θεττάλην:
Διαβάζομεν, λοιπόν, την πρώτην επιστολήν:
«Ουδέποτε εφανταζόμην, ότι κατόπιν τόσης φιλίας, θα εμάλωνα αίφνης με την Ευξίππην. Και δεν θα αναφέρω όλα όσα έκαμα υπέρ αυτής αφ’ ης ήλθεν εκ Σάμου. Αλλ’ από τον Πάμφιλον - το γνωρίζεις και συ καλώς - είχα άφθονα χρήματα. Μόλις εν τούτοις αντελήφθην, ότι ο νέος επιθυμούσε να συνάψη ερωτικάς σχέσεις με την άρτι αφιχθείσαν, έπαυσα αμέσως να τον δέχομαι εις την οικίαν μου, και τούτο δια να διευκολύνω την Ευξίππην. Αντί ευγνωμοσύνης δι' όλα αυτά ιδού πως με αμείβει. Τούτο δε δια να φανή ευάρεστος εις την Μεγάραν. Προς εκείνη δηλαδή προς την οποίαν έχω μία παλιά υποψία για τον Στράτωνα. Αυτός όμως είναι ο χαρακτήρας της.
Είμεθα εις τα Αλώα (: εορτή προς τιμήν της Δήμητρος και του Βάκχου) συνηθροισμέναι όλοι εις την οικίαν μου δια να πανηγυρίσωμεν. Παραξενευόμουν με τον τρόπον με τον οποίον συμπεριεφέρετο μαζί μου η Ευξίππη. Εν πρώτοις εγέλα με εκείνην και με εμυκτήριζεν. Κατόπιν ετραγούδησε μερικά άσματα τα οποία υπηνίσσοντο τον εραστήν, όστις μ' εγκατέλειψε. Όλα αυτά με έκαναν να στεναχωρηθώ ολίγον. «Απαναισχυντήσασα» όμως, έσκωπτε το «φτιασίδωμά» μου και το ερυθρόν χρώμα το οποίον μεταχειρίζομαι προς ψιμυθισμόν. Ελησμόνησε λοιπόν την οικτράν κατάστασιν εις την οποίαν την εγνώρισα, όπου δεν είχε ούτε κάταπτρον; Εάν εγνώριζεν, ότι το χρώμα της είναι όπως της σανδαράχης (: είδος ρητίνης) δεν θα τολμούσε να κατηγορεί εμένα. Και όλα αυτά με ενδιαφέρουν ολίγον. Εγώ επιθυμώ να αρέσω εις τους εραστάς και να μη ομοιάζω προς πιθήκους όπως η Ευξίππη και η Μεγάρα.
Σου κατέστησα πάντα τούτα γνωστά, ίνα μη με κατηγορήσεις, όταν θα μάθης, ότι εξεδικήθην, αφού άλλωστε αμύνομαι. Αλλά δεν θα εκδικηθώ με σκώμματα και βλασφημίες. Η εκδίκησίς μου θα είναι αγρία. Προσκυνώ άλλωστε την θεάν Νέμεσιν». (Αλκίφρονος, Επιστολαί Δ΄, επιστολή 6.1,2).

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΕΥΘΥΔΗΜΟ

Η Θαΐδα, όμως, στέλνει και μία άλλη επιστολή προς τον Ευθύδημον, προς τον οποίον γράφει τα εξής:

«Αφ ότου εσκέφθης να φιλοσοφής, έγινες σεμνός και τας όφρυς (: φρύδια) υπέρ τους κροτάφους φέρεις. Κρατών εις την μίαν χείρα το επανωφόριόν σου και την άλλην «βιβλίδιον» μεταβαίνεις εις την Ακαδημίαν, χωρίς να στρέφης τους οφθαλμούς σου προς την οικίαν μου, ενώ καθ' εκάστην διέρχεσαι προ αυτής.
Παρεφρόνησες, Ευθύδημε; Δεν γνωρίζεις ποίος είναι ο σοφιστής ούτος ο σκυθρωπός όστις σε διδάσκει πάντα ταύτα τα σπουδαία πράγματα; Προ ολίγου χρόνου εξέφρασε την επιθυμίαν να συνάψωμεν μαζί ερωτικάς σχέσεις. Βλέπων δε, ότι δεν ήθελον αυτόν, διότι επεθύμουν σε μάλλον εκείνου, αδιαφορούσα δια το χρυσίον όλων των σοφιστών. Επειδή δε τώρα σε αποτρέπει να έχης πλέον σχέσεις μαζί μου, θα δεχθώ αυτόν, και εάν θέλης, θα σου αποδείξω κάποια νύκτα, ότι, ο δήθεν μισογύνης αυτός διδάσκαλός σου κάθε άλλο ή αρκείται εις συνήθεις ηδονάς. Είναι φλύαρος κενόδοξος και αναλαμβάνει εργολαβικώς την διδασκαλίαν των νέων, μόνον δια να σιτίζεται, ω ανόητε.
Κατά τι, λοιπόν, διαφέρει ο σοφιστής μιας εταίρας;
Ίσως τόσον, όσον δεν πείθουν και οι δύο δια των αυτών μέσων.
Εν τούτοις, ένας είναι δι’ αμφοτέρους ο αντικειμενικός σκοπός, το χρηματίζεσθαι.
Πόσον, όμως, είμεθα ημείς καλλίτεραι και ευσεβέστεροι!
Ουδέποτε λέγομεν, ότι δεν υπάρχουν θεοί. Απ' εναντίας πιστεύομεν εις τους εραστάς, όταν ορκίζονται, ότι μας αγαπούν. Ούτε αξιούμεν από τας μητέρας και τας αδελφάς να συνάπτουν ερωτικάς σχέσεις με τους άνδρας συγγενείς των, αλλά αυτοί με ξένας γυναίκας. Εάν αγνοούμεν πόθεν γίνονται τα σύννεφα και πόθεν έρχονται τα άτομα, δια τούτο ακριβώς είμεθα καλλίτεροι των σοφιστών. Και εγώ εδιδάχθην παρ’ αυτών, αλλά ήτο καιρός χαμένος. Αλλ’ ουδείς εξήλθεν των βραχιόνων της εταίρας και να ονειροπολή και να στασιάση τα κοινά, αλλά μένων πλησίον της έως την αυγήν και μεθών, ηρεμεί αναγκαστικώς έως την τρίτην η τετάρτην ώραν (μ.μ.). Μορφώνομεν δε καλλίτερον ημείς τους νέους. Έπειτα σύγκρινον, εάν θέλης, Ασπασίαν την Εταίραν και Σωκράτην τον σοφιστήν και σκέψου ποίος εκ των δύο εμόρφωσε καλλιτέρους άνδρας. Της μεν μιας θα ίδης μαθητήν τον Περικλέα, του δε άλλου τον Κριτίαν (που έγινε τύραννος).
Αφαίρεσε λοιπόν την μωρίαν ταύτην και την αηδίαν, αγαπημένε μου Ευθύδημε, διότι συ, ο έρως μου, δεν πρέπει να έχης σκυθρωπούς τους ωραίους σου οφθαλμούς. Γύρισε προς την ερωμένην σου, όπως και άλλοτε, όπου επανερχόμενος από το Λύκειον εστέγνωνες τον ιδρώτα σου ίνα κραιπαλήσωμεν πάλιν ολίγον, να γευθώμεν ομού την θείαν ηδονήν. Τώρα μάλιστα θα σου φανώ σοφωτέρα. Οι θεοί μας παρέχουν ελάχιστον χρόνον να ζώμεν. Μη (την) καταναλώσης λοιπόν εις αινίγματα και φλυαρίας. Έρρωσο». (Αλκίφρονος Επιστολαί Δ΄ , Επιστολή 7.4,4).


Μάλιστα!.. Η επιχειρηματολογία των Εταιρών ήτο πανέξυπνη, ουχί όμως, πειστική, αφού δεν μπορούμε να θέσωμεν τον ερωτισμό δύο ατόμων ανώτερον της γνώσεως. Αυτός και ο λόγος που θρυλούνται πολλά για την Θαΐδα, όπως το χαριτωμένο ανέκδοτο που μας αναφέρει ο Αθήναιος (Δειπνοσοφισταί ΙΓ΄ 49, 21):

Κάποτε η Θαΐδα μετέβαινε προς συνάντησιν ενός εραστού, του οποίου το σώμα είχε δυσωδίαν τράγου. Όταν λοιπόν την συνάντησε ένας γνωστός και την ερώτησε που πηγαίνει, αυτή απήντησε μ' έναν στίχο του Ευριπίδη:
«Αιγεί συνοικήσουσα τω Πανδίονος». (= Προς τον Αιγαία τον υιόν του Πανδίονος χάριν γάμου).
Δια του στίχου αυτού η Θαΐς έκανε ένα εκπληκτικό λογοπαίγνιο, δείγμα της υψηλής νοημοσύνης και γνώσεώς της, αφού το προφερόμενον «Αιγεί» δύναται κάλλιστα να εκληφθή ως δοτική της λέξεως «Αιγεύς», αλλά και της λέξεως «Αιξ» (=αίγα, γίδα), για να υπονοήση η Θαΐδα την δυσοσμίαν του σώματος του εραστού προς συνάντησιν του οποίου μετέβαινε. Άλλωστε, εάν δεν ήτο έξυπνη Εταίρα, πώς θα την έπαιρνε μαζί του ο Μέγας Αλέξανδρος; (*)

-------------------
(*) Από το βιβλίο μας: «Οι Ελληνίδες της Αρχαιότητας»