Ο έρωτας, οι φιλόσοφοι και οι ερωτύλοι της αρχαιότητας!..

Κωδικός Πόρου: 00285-111666-8243
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 14/02/16 21:00
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111666-8243




Περιγραφή:

Ο έρωτας, οι φιλόσοφοι και οι ερωτύλοι της αρχαιότητας!..

Στο Συμπόσιον, ο έρωτας υψώνεται σε παγκόσμια δημιουργική δύναμη. Το κάλλος αποτελεί απλώς μια περιοχή, που κατέχει στον Έρωτα τη δυνατότητα να συνεχίσει τη δημιουργική του δραστηριότητα. Ο Έρωτας είναι η κίνηση από το μη είναι προς το είναι, όχι απλώς μια μεταμόρφωση και εξύψωση του γενετήσιου ένστικτου, αλλά κάτι που δίνει νόημα στη γενετήσια ορμή και την καθυποτάσσει. Σκοπός του είναι η διαρκής κατοχή του αγαθού. Η μάντισσα Διοτίμα, που έχει εμπνεύσει, στην περίπτωση αυτή, τον Σωκράτη, θεωρεί τον έρωτα σαν δαιμόνιον μεταξύ Θεού τε και θνητού!..

ΕΙΝΑΙ αλήθεια ότι. από την άποψη της φιλοσοφίας, ο έρωτας αναφέρεται πρώτα από τον Ησίοδο, που τον θεωρεί θεότητα που γεννήθηκε μετά το Χάος και τη Γη, δηλαδή, όπως παρατηρεί ο Αριστοτέλης, υπήρξε η αρχή των όντων. Την κοσμογονική σημασία του έρωτα παραδέχεται και ο Παρμενίδης. Σύμφωνα με αυτόν, η θεά (δαίμων) που κυβερνάει τα πάντα και βρίσκεται στο κέντρο της σφαίρας του κόσμου δημιούργησε τον Έρωτα πριν από όλους τους θεούς. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τον Εμπεδοκλή, που θεωρεί τη Φιλότητα, μαζί με το Νείκος, μια από τις αρχές που διέπουν το Σύμπαν.
Ο Ορφέας, ο Μουσαίος ο Φερεκύδης και άλλοι αναγνώριζαν τον Έρωτα ως αρχαιότατη θεότητα, που δημιούργησε όλα όσα έχουν ζωή. Ο Πλάτωνας ασχολήθηκε με το πρόβλημα του Έρωτα σε τρεις διαλόγους του, τον Λύσιν, το Συμπόσιον και τον Φαίδρον. Στον Λύσιν, το πρόβλημα που συζητείται είναι η φιλία, και το συμπέρασμα είναι πως υπάρχει μια υπερβατική αρχή (το αγαθόν) προς την οποία στρέφεται η φιλία και ο έρωτας.
Στο Συμπόσιον, ο έρωτας υψώνεται σε παγκόσμια δημιουργική δύναμη. Το κάλλος αποτελεί απλώς μια περιοχή, που κατέχει στον Έρωτα τη δυνατότητα να συνεχίσει τη δημιουργική του δραστηριότητα. Ο Έρωτας είναι η κίνηση από το μη είναι προς το είναι, όχι απλώς μια μεταμόρφωση και εξύψωση του γενετήσιου ένστικτου, αλλά κάτι που δίνει νόημα στη γενετήσια ορμή και την καθυποτάσσει. Σκοπός του είναι η διαρκής κατοχή του αγαθού. Η μάντισσα Διοτίμα, που έχει εμπνεύσει, στην περίπτωση αυτή, τον Σωκράτη, θεωρεί τον έρωτα σαν δαιμόνιον μεταξύ Θεού τε και θνητού. Είναι γιος της πενίας και του γιου της Μήτιδος (εφευρετικής σκέψης) Πόρου, και βρίσκεται μεταξύ γνώσης και αμάθειας, γι' αυτό είναι φιλόσοφος.
Στον Φαίδρον, ο Πλάτωνας συσχετίζει το πρόβλημα του έρωτα με την προΰπαρξη της ψυχής και με τη δύναμη που έχει η τελευταία να θυμάται όσα λαμπρά θεάματα έχει δει στον ουρανό, πριν ξεπέσει σ' αυτόν τον κόσμο. Θεωρώντας τον έρωτα κοινή ενόραση της ίδιας ιδέας, ο Πλάτων δίνει μεταφυσικό νόημα στο αίσθημα αυτό, το βλέπει σαν καθαρά πνευματική σχέση, θεσμό μορφωτικό και παιδαγωγικό και συνιστά την καταπολέμηση των κατώτερων ροπών, που τείνουν στην εξαχρείωση της αγάπης.
Ο Αριστοτέλης πιστεύει πως ο Θεός κινεί την ύλη ως ερώμενον (σαν αντικείμενο έρωτα). Η ύλη καταλαμβάνεται από ασυγκράτητη επιθυμία να πλησιάσει προς το θείο κάλλος της πρώτης αρχής, γι' αυτό επενδύεται μορφή και προσπαθεί να εξομοιωθεί προς την πρώτη πηγή της ενέργειας. Τη φιλία θεωρεί ο Αριστοτέλης συνεκτική δύναμη των πόλεων και αρχή του έρωτα. Τα πρόσωπα που συνδέονται με φιλία δεν έχουν ανάγκη δικαιοσύνης. Για τους οπαδούς του Επίκουρου, ο ασφαλέστερος δεσμός είναι η φιλία, δηλαδή κοινότητα συναισθηματική και περιουσιακή που συνδέει όσους συμμερίζονται τα δόγματα της επικούρειας φιλοσοφίας.
Οι Στωικοί κατέτασσαν τον έρωτα στα πάθη, θεωρώντας τον μία από τις μορφές με τις οποίες εμφανίζεται η σαρκική επιθυμία. Ο Χρύσιππος συνιστούσε μη είναι συνουσίας, αλλά φιλίας. Ο Ζήνων ο Κιτεύς θεωρούσε τον έρωτα θεό της φιλίας και της ελευθερίας. Ο Πλωτίνος, όπως και άλλοι νεοπλατωνικοί, θεωρούν τον έρωτα πορεία της ψυχής προς το αγαθόν.

Οι ερωτικές ολονυχτίες της Αθήνας

Από ένα άρθρο του κ. Μάρκου Καρασαρίνη με τίτλο: «Σεξ, μαστιγώματα και ευθανασία στην Αρχαία Ελλάδα», το οποίο δημοσιεύτηκε στο BHmagazino την Κυριακή 29 Ιουνίου 2014, διαβάζουμε τα εξής:

«Εξίσου εύκολα με την κοινωνική του παρουσία το εξωλογικό στοιχείο μπορούσε να λειτουργήσει ως διαιτητής στον ατέρμονο αγώνα κυριαρχίας μεταξύ των δύο φύλων. Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερη εικόνα της αρχαιότητας από το συμπόσιο, αυτή τη σύναξη καλής συντροφιάς με τη συνοδεία εκλεκτού φαγητού, ποτού και διαλόγου - αλλά όχι γυναικών. Εξόριστο από τον «ανδρώνα» στην ηθική της εποχής, το άφαντο έτερον ήμισυ προσφεύγει σε δικές του τελετουργίες για να οριοθετήσει τη θέση του. Αν στον καιρό της ισότητας το «bachelor's party» (πάρτι εργένηδων) έχει το φυσιολογικό αντίστοιχό του στη «hen night» (νύχτα της εργένισσας), η ανισότητα της αρχαιότητας επιβάλλει, σύμφωνα με τον αμερικανό κοινωνιολόγο Ρίτσαρντ Σένετ, απέναντι στην ανδρική κοινωνική πρακτική του συμποσίου να τεθεί η γυναικεία θρησκευτική λατρεία του Αδωνη. Και μάλιστα με μια μάλλον επίμαχη διάσταση: «Τα Αδώνια», επισημαίνει ο Σένετ στο «Flesh and Stone. The Body and the City in Western Civilization» (εκδ. W. W. Norton & Company), «εξυμνούν τη γυναικεία σεξουαλική επιθυμία».

Ο μύθος θέλει τον Αδωνη αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ Αφροδίτης και Περσεφόνης με τον Δία σε ρόλο επιδιαιτητή. Τη σολομώντειο λύση της διανομής του χρόνου του στα τρία, ακολουθεί η απόφαση του Αδωνη να χαρίσει τον προσωπικό του χρόνο στη θεά του έρωτα και, τέλος, ο θάνατός του από τους χαυλιόδοντες ζηλόφθονου κάπρου σταλμένου από την Αρτεμη, τον Αρη ή τον Απόλλωνα στο πλαίσιο της διευθέτησης κάποιας από τις άπειρες βεντέτες των Ολύμπιων. Συνώνυμο της ηδονής, τιμημένος από την Αφροδίτη για τη μορφή του έρωτα που εκπροσωπούσε, ο Αδωνης βρισκόταν στους αντίποδες του Ηρακλή: ήταν μια προσωπικότητα του πανθέου που δεν κατανάλωνε θηλυκά με απληστία και λαιμαργία, όπως ο κατά συρροήν ερωτύλος ημίθεος ο οποίος στην επίγεια θητεία του έγινε πατέρας 72 γιων και μίας κόρης, αλλά ταυτιζόταν με την ικανοποίηση του γυναικείου φύλου.

Αποκλειστικά γυναικεία διαδικασία, ο εορτασμός του στην κλασική Αθήνα στα μέσα του Ιουλίου είχε αποκτήσει τη φήμη δραστηριότητας με λάγνα αστεία και παράνομους έρωτες: περιελάμβανε ολονυχτίες στις στέγες των οικιών, χορούς, μεθύσια και, για κάποιους μελετητές τουλάχιστον, λεσβιακές συνευρέσεις. (Η Σαπφώ στη σωζόμενη ποίησή της αναφέρεται ρητά στη λατρεία του: «- Πεθαίνει, Κυθήρεια, ο ευγενικός Αδωνις, τι να κάνουμε; - Χτυπήστε τα στήθη σας, κόρες, και σχίστε τους χιτώνες σας».)

Η επίσημη πολιτεία απέφευγε να αναγνωρίσει τα Αδώνια ή να τα εντάξει στο εορτολόγιο - επρόκειτο για ανεπίσημο θεσμό που οι άνδρες σχολίαζαν είτε κοροϊδευτικά ως σκανδαλιστική περίσταση (όπως ο Αριστοφάνης στη «Λυσιστράτη») είτε επικριτικά ως εφήμερη απόλαυση (όπως ο Πλάτωνας στον «Φαίδρο»). Για κατάργηση, φυσικά, ούτε λόγος. Αν «το έκφυλο στοιχείο και η αναισχυντία βρίσκονται στην καρδιά των Αδωνίων», όπως γράφει ο γάλλος ανθρωπολόγος Μαρσέλ Ντετιέν στο βιβλίο «Οι κήποι του Αδωνη» (εκδ. Πατάκη), ταυτόχρονα η πρακτική λειτουργεί ως «μια εικόνα αποπλάνησης». Οταν «οι εραστές θριαμβεύουν και οι γυναίκες συμπεριφέρονται ως απαιτητικές αφέντρες», επέρχεται ίσως και μια ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων. Κύριοι του οίκου, της αγοράς, της ιδιωτικής και της δημόσιας ζωής, οι άνδρες δεν μπορούν να τα έχουν όλα. (…)»