Ο άγνωστος Ευριπίδης!.. (4)

Κωδικός Πόρου: 00285-111781-2689
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 02/06/12 19:15
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111781-2689




Περιγραφή:

Ο άγνωστος Ευριπίδης!.. (4)

Μια σειρά άρθρων για την άγνωστη και αθέατη πλευρά της ζωής του μεγάλου αρχαίου Έλληνα τραγικού ποιητή, Ευριπίδη, έτσι όπως ακριβώς αλιεύονται μέσα από κείμενα πανεπιστημιακών δασκάλων, που επιστρατεύουν πλούσια βιβλιογραφικά στοιχεία για την μεγάλη αυτή μορφή της ελληνικής αρχαιότητας, ο οποίος γεννήθηκε τη μέρα που έγινε η ναυμαχία της Σαλαμίνας!..

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Η «Ηλέκτρα του Ευριπίδη (γύρω στο 413, ύστερα από την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή;) έχει για σκηνι­κό της χώρο το αγρόκτημα ενός απλού ανθρώ­που, στον οποίο η Ηλέκτρα έχει δοθεί ως σύζυ­γος. Η επιστροφή του Ορέστη στην πατρική του γη, ο αναγνωρισμός των αδερφιών, η φονική απόπειρα, τέλος ο φόνος της μάνας: σ' αυτή την κορυφαία στιγμή, προς την οποία σκοπεύει όλο το μίσος της Ηλέκτρας, τα αδέρφια κυριεύονται από μια πανίσχυρη φρίκη και καταρρέουν κάτω από το βάρος της· η εκδίκηση έχει συντελεσθεί, όμως και αυτοί που την εκτέλεσαν είναι τώρα εξοντωμένοι" η εντολή του θεού Απόλλωνα για εκδίκηση δεν ήταν καθόλου σοφή· μια λογική λύση είναι αδύνατη, μια σχεδόν επιφανειακή λύ­ση προσφέρουν οι εμφανιζόμενοι στο τέλος του έργου Διόσκουροι (από μηχανής θεοί). Ο Ευριπίδης έβα­λε το κοινό του κατευθείαν αντιμέτωπο με τα προβλήματα της μητροκτονίας ο Σοφοκλής, ωστόσο, που άφησε τα προβλήματα αυτά να υποχωρήσουν σε δεύτερο επίπεδο, άσκησε πολύ μεγαλύτερη επίδραση στους κατοπινούς δη­μιουργούς, που τον ακολούθησαν σχεδόν σε όλα τα σημεία.
Το 415 ο Ευριπίδης ανέβασε στη σκηνή την τριλο­γία 'Αλέξανδρος, Παλαμήδης, Τρωάδες (τ τριλο­γία έκλεινε με το σατυρικό δράμα Σίσυφος), μια τριλογία με θεματική ενότητα, με συγγενικές μεταξύ τους μορφές από τον τρωικό μυθικό κύ­κλο· το σκηνικό των «Τρωάδων» (όπως ακριβώς και στην περίπτωση τη Εκάβης) ήταν το στρα­τόπεδο με τις αιχμάλωτες γυναίκες της Τροίας, που ύστερα από την πτώση της πόλης αντιμετω­πίζουν τη μεταφορά τους στην Ελλάδα και τη σίγουρη σκλαβιά. Η σειρά των σκηνών του απο­χαιρετισμού, του πένθους, του θρήνου και του αποχωρισμού κορυφώνεται με την κτηνώδη θα­νάτωση του παιδιού Αστυάνακτα, για να τελειώ­σει με το βουβό πένθος της γριάς γυναίκας, που κρατά στην αγκαλιά της τον νεκρό εγγονό της· ως πλούσιο σε αντιθέσεις ενδιάμεσο επεισόδιο λειτουργεί η συνάντηση Εκάβης-Ελένης, λίγο προτού η Τροία καταστραφεί από μια πελώριων διαστάσεων πυρκαγιά. Το έργο στο σύνολο του είναι μια προφητική υποδήλωση ότι ο πόλεμος είναι μια συμφορά και μια δυστυχία, το ίδιο για νικητές και νικημένους, μια μάστιγα για την αν­θρωπότητα, που ακριβώς την εποχή της παρά­στασης κατακάθεται πάνω από την Αθήνα. Μια ποιητική προειδοποίηση, που έγινε κατανοητή και επαναλήφθηκε στους δύο παγκόσμιους πο­λέμους του 20ού αιώνα: διασκευή του ευριπιδικού έργου από τον F. Werfel το 1915, από τον J. P. Sartre το 1965.
Η Ελένη έδωσε επίσης το όνομα της στον τίτλο μιας ξεχωριστής τραγωδίας (412), με την παραλλαγή πως κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου η αληθινή Ελένη βρισκόταν στην Αίγυ­πτο, όπου περίμενε τον σύζυγο της μένοντας πι­στή σ' αυτόν, ενώ οι Έλληνες αγωνίζονταν για ένα «είδωλο». Αναγνωρισμός, δόλος, σκευωρία, απαγωγή είναι τα στοιχεία του έργου· σε όλα αυ­τά κυρίαρχοι δεν είναι οι θεοί, αλλά η τυφλή Τύ­χη, η σύμπτωση. Ειρωνεία και αποστασιοποίη­ση, και επίσης η φαντασία του παραμυθιού είναι τα χαρακτηριστικά του δράματος, που είχε να παρουσιάσει στο κοινό μιαν άλλη Ελένη. Χρο­νολογικά πολύ κοντά στην 'Ελένη βρίσκεται η «Ιφιγένεια η εν Ταύροις», όπου ένα μεγάλου εν­διαφέροντος και έντασης παιχνίδι αντιξοοτή­των, συμπτώσεων και εμποδίων καθυστερούν για πολύ, σχεδόν ανυπόφορα, τον αναγνωρισμό των δύο αδερφιών Ιφιγένειας και Ορέστη, στη συνέχεια όμως, μέσα από τους περίπλοκους δρό­μους του δόλου, και μάλιστα της πιο χοντροκομ­μένης εξαπάτησης, μπαίνει σε ενέργεια η διαδι­κασία της σωτηρίας. Στη σχεδόν σχηματοποιη­μένη πια χρήση του δόλου, της σύμπτωσης και της σκευωρίας η σωτήρια εμφάνιση της θεάς Αθηνάς φέρνει τη λύση με την ίδρυση μιας συ­γκεκριμένης λατρείας. Το θεατρικό αυτό υλικό ξαναέκανε πολλές φορές την εμφάνιση του στη σκηνή της όπερας (Scarlatti 1713, Gluck 1779)· ύστερα από τον J. Ε. Schlegel (1737) ο Goethe το ανύψωσε σε ένα υψηλότερο επίπεδο (1787).
Έργο ίντριγκας είναι και ο 7ων (επίσης του έτους 412), έργο όμως πολύ πιο βαθυστόχαστο και εξαιρετικής καλλιτεχνικής εκλέπτυνσης. Ο Ίωνας, γιος του Απόλλωνα και μιας θνητής, έκ­θετο βρέφος που σώθηκε και έγινε υπηρέτης του Απόλλωνα στους Δελφούς, αναγνωρίζει τη μη­τέρα του, γίνεται, σύμφωνα με θεϊκή υπόσχεση, γενάρχης φημισμένων απογόνων ένα περίπλο­κο παιχνίδι με προσκόμματα, παρεξηγήσεις, απάτες, στις οποίες είναι έκθετοι ακόμη και οι θεοί που φαινομενικά κατευθύνουν τα πράγμα­τα, η Αθηνά και ο Απόλλωνας· η Τύχη τους κυ­βερνά και αυτούς. Παρόμοια παιχνίδια της Τύ­χης κυριαρχούσαν επίσης και στα δράματα Αλέ­ξανδρος και Κρεσφόντης.
Στα χρόνια μεταξύ 411 και 408 ανήκει η τριλογία στην οποία, εκτός από τα δράματα Οι­νόμαος και Χρύσιππος, ανήκει και το δράμα «Φοίνισσαι», θεματικά συγγενικό με τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου: φιλονικία των αδελ­φών Ετεοκλή και Πολυνείκη που τελειώνει με τον θάνατο και των δύο. Ένα πλήθος από εντυ­πωσιακές επιμέρους σκηνές εναλλάσσονται με γρήγορο ρυθμό: αγγελικές ρήσεις και τειχοσκοπία, αγώνας λόγων και χρησμός· η μητέρα Ιοκάστη που προσπαθεί να πετύχει κάποιον συμβι­βασμό, ο τυφλός πατέρας Οιδίποδας που κατα­ριέται τους γιους του, η αδερφή Αντιγόνη που συμμετέχει με τις παρακλήσεις της, το επεισό­διο με τον θαρραλέο απέναντι στον θάνατο Μενοικέα. Σε μια από τις πιο ψηλές κορυφές τουαντίχτυπου που μπορεί να έχει το θέατρο στην ψυχή του θεατή έφτασε ο Ευριπίδης με τον θρήνο Οιδί­ποδα και Αντιγόνης στο αντίκρυσμα των πτω­μάτων μητέρας και γιων στο τέλος πατέρας και κόρη παίρνουν τον δρόμο για την εξορία. Το δράμα, πάντως, αυτό με τη μεγάλη σκηνική επε­νέργεια στο θεατή ένα δράμα που στα επιμέ­ρους δεν είναι απαλλαγμένο από εσωτερικές αντιφάσεις επικρίθηκε ήδη στην αρχαιότητα και εξαιτίας των εξαιρετικά αυτοτελών χορικών του· παρ' όλα αυτά, μαζί με την Εκάβη και τον Ορέστη, ανήκει στα πιο πολυδιαβασμένα δρά­ματα του Ευριπίδη. Το έργο κίνησε και του Schiller το ενδιαφέρον (μετέφρασε ένα μέρος του· δέχτηκε την επίδραση του στο Braut von Messina).
Στον θηβαϊκό μυθικό κύκλο ανήκουν επίσης ο Οιδίπους και μια Αντιγόνη, στην οποία δια­φορετικά από ό,τι στον Σοφοκλή ο Αίμωνας βοηθάει τη μνηστή του στην πράξη της και στο τέλος την παντρεύεται.

Συνεχίζεται…