Μπορούμε με την Τέχνη και την Ποίηση να αναπαραστήσουμε την ζωή της Αρχαίας Αθήνας;

Κωδικός Πόρου: 00285-111809-1435
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 24/10/11 17:06
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αρχαία Ελλάδα, 00285-111809-1435




Περιγραφή:

Μπορούμε με την Τέχνη και την Ποίηση να αναπαραστήσουμε την ζωή της Αρχαίας Αθήνας;

Διαβάστε τι αποκαλύπτει το Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ που αναφέρει ότι «με τη βοήθεια της ποίησης και της τέχνης μπο­ρούμε να αναπαραστήσουμε τη ζωή στην Αθή­να κατά τα τέλη της αρχαϊκής περιόδου, όπως ακριβώς την περιγράφει ο Θουκυδίδης»!..

Πάνω: Σταματίνα Τσιμτσιλή. Κάτω: Δέσποινα Καμπούρη. Δύο πανέμορφες Ελληνίδες τηλεπαρουσιάστριες σε μία φωτογράφησή τους όπου μάς θυμίζουν κάτι από τη ζωή της Αρχαίας Αθήνας!..

Συνήθως, κατά τις ειρηνικές περιόδους, τα έρ­γα τέχνης είναι πλούσια σε πραγματολογικά στοιχεία. Αντίθετα, τα έργα που έχουν ως θέμα τον πόλεμο, στερούνται αυτών των στοιχείων. Με τη βοήθεια της ποίησης και της τέχνης μπο­ρούμε να αναπαραστήσουμε τη ζωή στην Αθή­να κατά τα τέλη της αρχαϊκής περιόδου, όπως ακριβώς την περιγράφει ο Θουκυδίδης. Η ζωή στην πόλη -και αναμφίβολα στην ύπαιθρο- δεν ήταν καθόλου ήρεμη, καθώς η περίοδος αυτή περιλάμβανε τις εξεγέρσεις κατά των τυράννων, τα καταπιεστικά χρόνια της διοίκησης του Ιππία, την εισβολή των Σπαρτιατών και τέλος την ει­σβολή των Περσών. Παρόλο που η ελευθερία του πολίτη ελάχιστα απειλήθηκε, είναι εξακρι­βωμένο ότι η ζωή των δούλων δεν βελτιώθηκε. Αντιθέτως, ο πληθυσμός τους αυξήθηκε, προ­κειμένου να χρησιμοποιηθούν ως εργάτες στα ορυχεία καθώς και για τις ανάγκες της μετα­ποίησης που προώθησε το κράτος. Το εμπό­ριο της Αθήνας, η διάδοση του νομίσμα­τος της και τα υπερπόντια συμφέροντα της, κυρίως στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, εξα­σφάλιζαν μεγαλύτερη ποικιλία σε αγαθά και τρό­φιμα από ό,τι στο παρελθόν. Tα πολυτελέστατα εμπορεύματα από χρυσό και φίλντισι, που είχαν ήδη φτάσει στην Αθήνα και τις υπόλοιπες ελ­ληνικές πόλεις της ενδοχώρας από τον 8ο αιώ­να π.Χ., κατά κύριο λόγο προέρχονταν από τη Μικρά Ασία και τις ανατολικές χώρες. Από τη στιγμή, όμως, που η Περσική Αυτοκρατορία εξα­πλώθηκε και κατέλαβε τα ελληνικά λιμάνια στις ακτές της Συρίας και της Παλαιστίνης καθώς και μερικές ελληνικές πόλεις στη Δυτική Μικρά Ασία, χάθηκε η επαφή με τις ανατολικές πηγές πλούτου -όχι απαραίτητα εξαιτίας της κάμψης του εμπορίου, η οποία όντως επήλθε, αλλά επει­δή έπαυσε η εισροή πολύτιμων δώρων στους κυβερνώντες και στα ιερά θυσιαστήρια και έτσι διακόπηκε η προμήθεια πολύτιμων υλικών και αντικειμένων. Για το δικό τους πολύτιμο μέταλ­λο, τον άργυρο, οι Έλληνες επινόησαν άλλες χρήσεις -τη νομισματοκοπία.
Αυτό που έλκει την προσοχή μας δεν είναι η παρουσία ή απουσία, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, κάποιου εξωτικού στοιχείου. Οι ξενικές επι­δρομές και οι δημοσιονομικές υποθέσεις ελά­χιστα επηρέασαν, τουλάχιστον μακροπρόθε­σμα, τις συνήθειες της καθημερινής ζωής και την ανθρώπινη συμπεριφορά. Οι πηγές μας, κυ­ρίως η εικονογραφία, παρουσιάζουν μία κοι­νωνία της οποίας η καθημερινότητα δεν υπέ­στη σημαντικές μεταβολές κατά τη μεταβατική περίοδο από την παρακμή της τυραννίας μέχρι τα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας. Το γε­γονός ότι αυτή η ποιότητα ζωής είναι ευδιάκριτη και στα χρόνια των Πεισιστρατιδών αποδεικνύει, κατά κάποιο τρόπο, ότι επιτεύχθηκε χάρη στις συν­θήκες της δικής τους διακυβέρνησης και ότι διατηρήθηκε και μετά την εξορία τους. Οι νεόδμητοι ναοί, τα δημόσια κτί­σματα και τα δημόσια έργα ήταν το επι­στέγασμα ενός τρόπου ζωής, ο οποίος, για το μέσο ευκατάστατο πολίτη, ελάχιστα βελτιώθηκε κατά τα πλουσιότερα χρόνια της κλασικής ή της Ελληνιστικής περιόδου. Η άποψη μας για τη ζωή εκείνης της πε­ριόδου έχει κατά κάποιο τρόπο επηρεαστεί από τα άφθονα εικαστικά ευρήματα. Η δημό­σια και ιδιωτική συμπεριφορά είναι πλήρως τεκ­μηριωμένη -αρέσκονταν στα συμπόσια, στο εμπόριο και στη λατρεία των θεών. Κυριαρχεί η αντίληψη ότι αυτό που ο εκάστοτε εικονο­γράφος θεωρούσε άξιο να απεικονιστεί ήταν είτε τα θέματα που απασχολούσαν την καθη­μερινή ζωή είτε οι κοινωνικές ή οι πολιτιστικές σχέσεις, οι οποίες σπανίως αναφέρονταν σε γραπτά κείμενα. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε αυτή την αντίληψη είναι ότι οι καλλιτέχνες μπο­ρεί να εισήγαγαν τα δικά τους προσωπικά στοι­χεία αλλοιώνοντας τα πρωταρχικά.
Οι λόγοι που συνέβαλαν στην ξεχωριστή ποιότητα ζωής αυτή την περίοδο ενδεχομένως ποικίλλουν, σίγουρα όμως υπάρχουν μερικοί βασικοί παράγοντες τους οποίους οφείλουμε να εντοπίσουμε. Πρωταρχικός παράγοντας πρέ­πει να ήταν η πολιτική που ακολουθούσαν οι τύραννοι. Οι «Αυλές» των τυράννων αποτελού­σαν για τους ποιητές και τους καλλιτέχνες ή τους μηχανικούς και τους αρχιτέκτονες όχι μό­νο θέλγητρο για διασκέδαση αλλά και ευκαιρία για να σχεδιάσουν τα μεγαλύτερα δημόσια έργα, τα οποία χαρακτηρίζουν αρκετά ελληνικά τυραννικά καθεστώτα (ας θυμηθούμε τον Πο­λυκράτη της Σάμου). Η συμπεριφορά τους απο­τελούσε παράδειγμα προς μίμηση για τους εύ­πορους, ενώ στην πιο ταπεινή μορφή της ήταν το πρότυπο συμπεριφοράς για την τάξη των πο­λιτών. Επομένως, η προστασία των καλλιτεχνών πρέπει τουλάχιστον εν μέρει να συνέβαλε στη δημιουργία νέων συνηθειών στα τέλη της ελ­ληνικής αρχαϊκής περιόδου.
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας, τον οποίο θα συναντήσουμε και σε άλλες περιπτώ­σεις, ήταν το παράδειγμα της Ιωνίας και του ανατολικού κόσμου γενικότερα. Ήδη, από τις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., οι Έλληνες της ανατολής επηρεάσθηκαν από τον πλούτο και τους τρόπους συμπεριφοράς της Λυδίας. Ο χρυσός των βαρβάρων χρηματοδοτούσε τις πολιτικές φρατρίες και έρεε αφειδώς στα ελληνικά ιερά. Στον Μίμνερμο και τη Σαπφώ συναντούμε ανα­φορές για τον πολυτελή και άνετο τρόπο ζωής στην κοιλάδα του Έρμου ποταμού. Οι πόλεις της Ανατολικής Ελλάδας ήταν πλούσιες, οι να­οί τους στα μέσα του αιώνα παρέμεναν οι με­γαλύτεροι του ελληνικού κόσμου και ο τρόπος ζωής τους αντανακλούσε τις συνήθειες της γει­τονικής τους ενδοχώρας. Κατά το τρίτο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ., όταν οι Πέρσες λεηλά­τησαν τις Σάρδεις και σταδιακά κυριάρχησαν στις περισσότερες πόλεις της Ανατολικής Ελ­λάδας, σημειώθηκε έξοδος των Ιώνων προς τη Δύση, την οποία εύκολα εντοπίζουμε από τα έργα τέχνης που έφεραν μαζί τους. Η επιρροή τους έγινε περισσότερο αισθητή στην Ετρουρία αλλά και στην Αθήνα, όπου ανιχνεύουμε αλ­λαγές στον τρόπο συμπεριφοράς και μπορού­με να τις αποδώσουμε στην ίδια αιτία. Αυτή η περίοδος ιωνικής επιρροής στην αθη­ναϊκή τέχνη έπαψε να προ­σελκύει την προσοχή των επι­στημόνων, μετά την τάση του «Πανιωνισμοϋ» στις αρχές του 20ού αιώνα. Τώρα, όμως, μπορούμε να την εκτιμήσουμε και να την κρίνουμε καλύτε­ρα. Ωστόσο, δεν πρέπει να αποδώσουμε στους Ίωνες μετανάστες όλες τις μεταβο­λές ή τα χαρακτηριστικά της ζωής στην Αθήνα κατά τα τέ­λη της αρχαϊκής περιόδου. Αδιαμφισβήτητα, μερικά από αυτά ήταν το αποτέλεσμα της ιωνικής επιρροής, ενώ άλλα ήταν η απόρροια του νέου κύματος εμπνεύσεων. Tα κρίσιμα χρόνια υπο­λογίζονται από το 520 π.Χ. μέχρι και μετά το θάνατο του Πεισιστράτου. Όσον αφο­ρά την τέχνη, στα χρόνια αυ­τά σημειώθηκε η κύρια πα­ραγωγή σε Κόρες με ιωνικά στοιχεία, οι οποίες χρησι­μοποιούνταν ως αφιερώματα στην Ακρόπολη. Ο τύπος των ενδυμάτων τους, ο χαλαρός με μακριά μανίκια χιτώνας και ο πέπλος που κρεμόταν από τον έναν ώμο και στερεωνόταν με περόνες και ζώνη στη μέση, έγινε το σύνηθες ένδυμα των γυναικών της Αθή­νας εκείνη την εποχή. Ο χιτώνας ήταν ήδη γνω­στός, ωστόσο λίγο μετά τα μέσα του αιώνα, έλα­βε τη νέα του μορφή και έτυχε πλήρους απο­δοχής. Πάνω στις βάσεις των αγαλμάτων της Ακρόπολης αναγράφονται τα ονόματα των Ιώ­νων γλυπτών από τη Χίο, τη Μίλητο και την Έφεσο. Την ίδια εποχή τα κεφαλαία γράμματα του ιωνικού αλφαβήτου εμφανίζονται συχνά στις αφιερώσεις των επιτύμβιων στηλών. Επί­σης, άρχισαν να χρησιμοποιούνται πιο απλοί τύποι επιτύμβιων πλακών, χωρίς το κόσμημα της σφίγγας, το οποίο ήταν εμπνευσμένο από τις ιωνικές επιτύμβιες στήλες και έγινε πιο γνω­στό από την πλούσια συλλογή της Σάμου.
Γύρω στο 530 π.Χ., ανακαλύφθηκε στην Αθή­να ο ερυθρόμορφος ρυθμός, που εφαρμόστηκε στην εικονογραφία των αγγείων. Δεν φαίνεται να ήταν επινόηση των Ιώνων, αν και αυτό δεν αποκλείεται, καθώς οι τεχνοτροπίες που χρη­σιμοποιήθηκαν για τη σχεδίαση των περι­γραμμάτων ήταν παλαιότερες στη Μικρά Ασία από ό,τι στην Αττική. Ο ερυθρόμορφος ρυθμός ενδιαφερόταν περισσότερο απ' ό,τι ο μελανό­μορφος για τα σχέδια των ενδυμάτων, εάν όχι και την ανατομία. Το ίδιο ενδιαφέρον χαρα­κτήριζε τη γλυπτική της Ιωνίας. Οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τον ερυθρόμορφο ρυθμό στην ουσία παρήγαγαν μέσω αυτού τα ήδη γνωστά σχήματα και σχέδια του μελανόμορφου. Τους διαδέχθηκαν καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με την παραγωγή αγγεί­ων, καθώς και μία διακεκριμένη ομάδα καλλι­τεχνών, επονομαζόμενοι «Πρωτοπόροι», οι οποί­οι διακοσμούσαν αγγεία όλων των σχημάτων με εικόνες υψηλής ποιότητας, επιβεβαιώνοντας έτσι τη δυναμική του νέου ρυθμού. Εν τω με­ταξύ, ο παλαιός ρυθμός συνέχισε να εξασκεί­ται στην Αθήνα και τα μελανόμορφα αγγεία εξα­κολουθούσαν να προτιμούνται από όσα ελλη­νικά κράτη εισήγαγαν είδη κεραμικής από την Αθήνα. Tα ερυθρόμορφα είτε προορίζονταν για οικιακή χρήση είτε εξάγονταν στην Ετρουρία, όπου μάλλον υπήρχε πολύ μεγάλη ζήτηση για σκεύη, γεγονός που εξηγεί την άνιση γεωγρα­φική διασπορά τους. Μετά το 500 π.Χ., όλα τα είδη των αγγείων ήταν διακο­σμημένα, ενώ η παραγωγή μελανό­μορφων ειδών παρουσίασε ποσο­τική μείωση και ποιοτική κάμψη. Οι Πρωτοπόροι ήταν εξαιρετικοί και πολύ έξυπνοι καλλιτέχνες. Στα έργα τους υπάρχουν αναφορές του ενός για τον άλλον, γεγονός το οποίο μάς βοηθά να αντιλη­φθούμε τη συναδελφικότητα και τον ανταγωνισμό σε μία ομάδα καλλιτεχνών, των οποίων το έρ­γο προφανώς γεφυρώνει τη με­τάβαση της πόλης τους από την τυραννία στη δημοκρατία. Ο Λέαγρος -που αργότερα έγινε στρατη­γός- ήταν ένα από τα αγαπημένα θέματα των Πρωτοπόρων. Στο εσωτε­ρικό κύλικας επαινείται ως «κα­λός» -κατά το συνήθη τρόπο στα αθηναϊκά κεραμικά σκεύη μετά τα μέσα του αιώνα. Η οικογένεια του κατοικούσε στο δήμο όπου βρι­σκόταν η συνοικία των αγγειοπλα­στών και ο νεαρός Λέαγρος προ­φανώς τους συντρόφευε συχνά στα γλέντια τους. Οι ομοφυλοφιλικές συναναστροφές είναι εμφανείς στις επιγραφές «καλός» και η ομο­φυλοφιλική πράξη αποτελούσε συνηθισμένο θέμα των αγγείων -περισσότερο συνήθη από την ετεροφυλική, η οποία περιορίστηκε κυρίως στις απεικονίσεις των Σατύρων. Οι κοινωνικές επιπτώσεις αυ­τών των απεικονίσεων δεν αποτελούν θέμα της παρούσας μελέτης, ωστόσο αξίζει να σημειω­θεί το πόσο νωρίς φαίνεται να έγινε αποδεκτή η δημόσια έκφραση αυτού του θέματος.
Θα ήταν χρήσιμο να γνωρίζαμε ποιοι ήταν οι Πρωτοπόροι, αλλά όπως και οι περισσότεροι Έλληνες αγγειογράφοι, άλλοι από αυτούς έφεραν ψευδώνυμα (ο Σμικρός), άλλοι δεν ήταν Αθηναίοι (ο Φιντίας), άλλοι πάλι έφεραν ονό­ματα που δεν μοιάζουν με αθηναϊκά ή ήταν επι­νοημένα (όπως Ψίαξ, Ευφρόνιος, Ευθυμίδης) ή ήταν ονόματα που οι Αθηναίοι χρησιμοποίησαν πολύ αργότερα. Επίσης, υποστηρίζεται ότι πολ­λοί καλλιτέχνες στη συνοικία των αγγειοπλα­στών ήταν μέτοικοι, εάν όχι δούλοι, αν κρίνου­με από τη μεγάλη οικειότητα προς τους νεα­ρούς ευγενείς εκείνης της εποχής. Οι αγγειο­πλάστες μπορούσαν να αποκτήσουν μεγάλη περιουσία από το επάγγελμα τους και μερικοί προσέφεραν πολύτιμα αφιε­ρώματα στην Ακρόπολη.

Οι Πρωτοπόροι και οι άμεσοι διά­δοχοι τους αφιέρωναν πολύ χρόνο στις εορτές, στους κώμους (πανηγυρισμούς) και στα συμπόσια. Οι άντρες, από τους νεαρούς μέχρι τους μεσήλικες, χόρευαν γυμνοί ή περίπου γυμνοί (και χωρίς να παριστάνουν κάποιον ήρωα), γυρνώ­ντας από γιορτή σε γιορτή, ή ξάπλω­ναν σε κλίνες, όπου τους σέρβιραν οι­νοχόοι και τους διασκέδαζαν νεαρές με τη συ­νοδεία αυλού ή λύρας (αυλητρίδες). Οι συνή­θειες και τα έπιπλα που χρησιμοποιούσαν στους κώμους και τα συμπόσια περιγράφονται με σαφήνεια, καθώς απεικονίζονται σε παλαιότερα αγγεία, ωστόσο υπάρχουν ορισμένα νέα στοι­χεία που χρήζουν προσοχής. Μερικοί από τους συνδαιτυμόνες απεικονίζονται φορώντας μίτρα και όχι πέτασο, ή πίλο, ή κυνή (σκούφο), πολ­λοί είναι γυμνοί, ενώ αντιθέτως άλλοι φορούν πολύπτυχους ποδήρεις χιτώνες και ιμάτια και κάποιοι εμφανίζονται με ομπρέλες (σκιάδια) ή και αργότερα με σκουλαρίκια (ενώτια): «Παρενδυσία» (τραβεστί), θα μπορούσα­με να πούμε. Η μίτρα, ωστόσο, απο­τελεί το αντρικό κάλυμμα της κεφα­λής από την περιοχή της Λυδίας (μοιά­ζει με σαρίκι). Ο χιτώνας ήταν το σύ­νηθες αντρικό ένδυμα της Ανατολικής Ελλάδας (πολλοί Κούροι της Ανατο­λικής Ελλάδας είναι ντυμένοι, σε αντί­θεση με αυτούς της κυρίως Ελλάδας), και επίσης τον φορούσαν οι Αθηναί­οι διονυσιαστές και οι πρεσβύτεροι. Στη Μικρά Ασία και γενικότερα στην ανατολή, το σκιάδιο (αλεξήλιο-ομπρέλα) ήταν χαρακτηριστικό μάλλον του άντρα αξιωματού­χου ή του βασιλιά, παρά των γυναικών, αλλά και τα σκουλαρίκια (ενώτια) τα φορούσαν άντρες. Η θηλυπρέπεια των ενδυμάτων μπορεί να χα­ρακτήριζε και τα αθηναϊκά ενδύματα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προέλευση τους ανά­γεται στην Ανατολική Ελλάδα, και κατ' επέκτα­ση στη Λυδία. Μερικοί συνδαιτυμόνες φορού­σαν καινούργιες μαλακές μπότες (ενδρομίδες), χωρίς κορδόνια, που πρέπει να ήταν οι λυδικοί κόθορνοι. Στα χέρια πολλές φορές κρατούν τη βάρβιτο, ένα μακρύ έγχορδο μουσικό όργανο, κατάλληλο να συνοδεύει την αντρική φωνή, ανα­τολικής προέλευσης, επίσης. Σαφέστατα, όλοι οι παραπάνω παράγοντες καταδεικνύουν την εμφανή εισροή συνηθειών από τη Λυδία και την Ιωνία. Η μίτρα και η βάρβιτος συνδέονται στη λογοτεχνία με τον ποιητή Ανακρέοντα, που κα­ταγόταν από την πόλη Τέω. Μάλιστα ένα αγ­γείο, το οποίο περιγράφει μία σκηνή με άντρες που φορούν μίτρες και ενδύματα όπως ανα­φέρθηκε παραπάνω, απεικονίζει και μία βάρβι­το με το όνομα του να αναγράφεται επάνω.
Αρχικά, ο Ανακρέων υπηρέτησε στην Αυ­λή του Πολυκράτη, αλλά μετά το θάνατο του τυράννου τον έφερε στην Αθήνα ο Πεισίστρα­τος, ο γιος του Ιππάρχου (Πλάτων, Ίππαρχος, 228b). Αφού ταξίδευσε έως τη Θεσσαλία, επέ­στρεψε στην Αθήνα, όπου πέθανε σε μεγάλη ηλικία. Καθώς φαίνεται, οι νέες συνήθειες από την ανατολή είχαν τον «αρχιερέα» τους και έτσι ο Ανακρέων τιμήθηκε με ένα άγαλμα στην Ακρό­πολη (Παυσανίας, Αττικά, ΚΕ', 1). Οι παραπά­νω παρατηρήσεις μπορεί να αποτελούν κά­ποιες από τις κοινοτυπίες της ζωής στην Αθή­να στα τέλη της αρχαϊκής περιόδου, ωστόσο μας βοηθούν να προσεγγίσουμε τους άντρες που σύντομα επρόκειτο να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες και να χτίσουν την αθηναϊκή αυ­τοκρατορία. (*)

-----------

(*)  Βασική πηγή: Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας».