Το άγνωστο θαύμα του Αγίου Ανδρέου!...

Κωδικός Πόρου: 00285-111554-1665
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 30/11/11 14:55
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αποκαλύψεις, 00285-111554-1665




Περιγραφή:

Το άγνωστο θαύμα του Αγίου Ανδρέου!...

Διαβάστε τι αποκαλύπτεται για ένα μεγάλο θαύμα του Αποστόλου Ανδρέου, που έγινε το 1912, όπως τουλάχιστον καταγράφεται μέσα σε ιστορικά ντοκουμέντα και κείμενα, που ίσως λίγοι Έλληνες γνωρίζουν!...

Ένα μεγάλο θαύμα του Απ. Ανδρέα το 1912.

(α. περιγραφή)Την 10ην Αυγούστου 1912 γίνεται μέγα και πρωτάκουστον θαύμα. Ακούσατε με πολλή προσοχή να θαυμάσετε και να δοξάσετε τον πανεύφημον θαυματουργόν Απ. Ανδρέαν. Από την πόλιν Αλλαγίαν της Μικράς Ασίας ήταν μια γυναίκα Ελληνίδα ονόματι Μαρία, που είχε έναν υιόν 13 ετών, τον Παντελή. Μίαν ημέραν ενώ είχε βγη έξω ο Παντελής, τον επήραν οι Τούρκοι και τον έφεραν κρυφά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί τον εσπούδασαν, παρά τη θέληση του, τα τούρκικα και τον έκαμαν δερβίσην. Φανερά ήταν δερβίσης, αλλά εις το κρυπτόν ήτο ορθόδοξος Χριστιανός και έκρυπτε πολύ μυστικά μέσα στα ενδύματα του ένα εικόνισμα της Παναγίας της Ευαγγελίστριας, το οποίον προσκυνούσε τακτικά.
Η δυστυχής μητέρα, που δεν εγνώριζε πού ευρίσκετο ο υιός της και αν ήταν ζωντανός ή πεθαμένος, έκλαιε απαρηγόρητα ημέρα και νύκτα. Εγονάτιζε και παρακαλούσε θερμά το Θεό και όλους τους Αγίους δια να της φανερώσουν πού βρίσκεται ο υιός της, αν ζη ή απέθανε δια να υπάγη να τον εύρη. Μια νύχτα ενώ ήταν γονατισμένη και έκλαιγε απαρηγόρητα παρακαλώντας το Θεό και τους Αγίους, απεκοιμήθη με συντροφιά τον πόνο. Ενώ εκοιμάτο είδε στο όνειρο της τον πολυθαύμαστον Απόστολον Ανδρέαν, ο οποίος της είπε:
-”Γρηά, γιατί κλαίεις απαρηγόρητα;” Κι’ αυτή του αποκρίνεται:
- “Έχασα το γιο μου 20 χρόνια τώρα, εγύρισα πόλεις και χωριά πολλά, μα δεν άκουσα πουθενά αν ζη ή απέθανε”.
Και τότε ο Άγιος με τη χάρη του Θεού, της λέγει:
-”Ακουσε γρηά να σε καθοδηγήσω για να βρης το γιο σου. Να υπάγης την τάδε ημέρα του τάδε μηνός με ένα Αυστριακό καράβι, που πηγαίνει στην Κύπρο και εκεί θα βρης το γιο σου, ο οποίος ζη και είναι καλά. Να επιστρέψης με το ίδιο πλοίο. Να σημειώσης την ημερομηνία κατά την οποίαν θα υπάγης στο λιμένα της Μερσίνας και θα εύρης το πλοίο. Θα παρακαλέσης τον Καπετάνιο και θα του πης όλα τα συμβάντα”.
Πραγματικώς όταν κατέβη η γρηά στο λιμένα την ημέρα που της είπεν ο άγιος, ήταν το πλοίο έτοιμο για το ταξείδι του. Το καράβι ανεχώρησε για την Κύπρο. Κάποτε εφάνησαν τα παράλια της και στο βάθος πρόβαλλε η Εκκλησία του Αποστόλου Ανδρέου. Οι Κύπριοι επιβάται όταν την είδαν, έκαμαν το σταυρό τους λέγοντας: Να, η Εκκλησία του Αποστόλου Ανδρέου. ..
.Σε μια στιγμή την πλησιάζει και ένας δερβίσης (ο υιός της), που είχε την ίδια επιθυμία, δηλ. να ανταμωθή με τους γονείς του και να απαλλαγή από αυτή τη μισητή ζωή. Ο δερβίσης, λοιπόν, που ήταν μορφωμένος και φορούσε τούρκικο σαρίκι και μεγάλο γένι, λέγει της γρηάς:
- Γιατί, κυρά μου, κλαίεις έτσι απαρηγόρητα; Τι έχεις;
Η γρηά βλέποντας και ακούοντας έναν τούρκο, του λέγει:
-Αφέντη, αφού τόσον επιμένεις και θέλεις να μάθης τους πόνους μου, άκουσε. Προ 20 ετών εχάθη ο υιός μου πηγαίνοντας σχολείο και από τότε δεν ηκούσθη τίποτε πού βρίσκεται. Μετά, όμως, από πολλάς δεήσεις που έκαμα εις τον Θεόν και τους αγίους, με ωραμάτισεν ο Απόστολος Ανδρέας να υπάγω στην Κύπρο όπου είναι η Εκκλησία του για να προσκυνήσω. Τότε, Θεού οικονομία και του Αγίου ενεργεία, ο δερβίσης εγύριζε κι αυτός να βρη τους γονείς του. Λέγει, λοιπόν, προς αυτήν:
- Άκουσε γρηά, να σου ειπώ κάτι γι’ αυτά που ζητάς vq μάθης. Πες μου, ο σύζυγος σου ζη ακόμη και πώς ονομάζεται; Η γρηά του λέγει:
-Έχει καιρόν που απέθανεν ο άνδρας μου και ωνομάζετο Δημήτριος.
-Έχεις και άλλον υιόν;
- Μάλιστα.
- Πες μου, εσύ πώς ονομάζεσαι;
- Μαρία, του λέγει εκείνη.
- Και το όνομα του υιού σου, που εχάθηκε;
- Παντελής, του λέγει η γρηά.
Ο δερβίσης όταν άκουσε το όνομα του πατέρα του, της μητέρας του, του αδελφού του, το δικό του, συνεκινήθη πολύ, αλλά εβάσταξε ακόμη την τελευταίαν και σπουδαιοτέραν απόδειξιν, που είχε για τον εαυτό του, δηλαδή το σημάδι που είχεν εκ γενετής πάνω του, μια εληά κάτω από το μάγουλο.
- Γρηά, θα σε ερωτήσω ακόμη κάτι. Ενθυμείσαι αν ο υιός σου είχε κανένα σημάδι πάνω του; Τότε η γρηά συγκινήθηκε γιατί κατάλαβε ότι κάτι ήξευρεν ο δερβίσης για το γιο της και του λέγει: – Μάλιστα, είχε μίαν εληά κάτω από το μάγουλο.
Ο δερβίσης με τρεμάμενο χέρι σηκώνει το μεγάλο του γένι, το υψώνει και παρουσιάζεται η εληά, στο ίδιο σημείο που την είχεν ο υιός της ο Παντελής.
Η γρηά βλέποντας την ελιποθύμησε, έπεσε κάτω. Αμέσως ο δερβίσης και οι άλλοι επιβάται έχυσαν νερό στη γρηά και την συνέφεραν. Τότε αναστέναξε βαθειά και φώναξε άγρια:
- Αχ Θεέ μου και Απ. Ανδρέα, αυτός είναι ο χαμένος γιος μου που τον ζητώ 20 χρόνια… Τότε ενηγκαλίσθη τη γρηά μητέρα του και εφιλήθηκαν επί ένα λεπτόν, συνοδευόμενοι από δάκρυα χαράς και συγκινήσεως. Πόση χαρά δοκίμασαν, που εκφράστηκε σαν δοξολογία προς το Θεό και τον Άγιον. Μετά την βάπτισιν του Παντελή επήγαν και οι τρεις εις την εκκλησίαν του Απ. Ανδρέου, τον οποίον και προσεκύνησαν με δάκρυα χαράς, μετανοίας και συγκινήσεως. Όλη δε η Κύπρος εχάρη δια το θαύμα του Απ. Ανδρέου.

Ο Παντελής με τη μητέρα του.

(β. περιγραφή) Την περίοδο της ηγουμενίας του Οικονόμου Χριστόφορου Κυκκώτη συνέβηκε ένα θαυμαστό γεγονός, που συγκλόνισε τους κατοίκους της Κύπρου και αύξησε το σεβασμό και την αγάπη τους προς τον Απόστολο Ανδρέα και το μοναστήρι του. Συγκεκριμένα γύρω στο 1896, οι Τούρκοι είχαν απαγάγει στην πόλη Αλλαγιά της Μικράς Ασίας το μοναχογιό μιας φτωχής Ελληνίδας της Μαρίας. Παρά τις προσπάθειες της γυναίκας να επανεύρει το γιο της, τούτο δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό. Ο μικρός Παντελής Χατζηγεώργη είχε οδηγηθεί από τους απαγωγείς του στις στρατιωτικές σχολές του κατακτητή και τα ισλαμικά τάγματα ώστε, μετά την αποφοίτησή του, να υπηρετήσει το Σουλτάνο και το Μωάμεθ. Έκτοτε η μητέρα του εναπόθεσε στο Θεό τις ελπίδες της για την ανεύρεσή του και με καθημερινές και συνεχείς προσευχές Τον ικέτευε να την ελεήσει. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1912, είδε στον ύπνο της κάποιον Ανδρέα, και της ανακοίνωσε ότι σύντομα θα συναντούσε το χαμένο γιο της. Η μάνα πεπεισμένη ότι ο επισκέπτης της δεν ήταν άλλος από το πρωτόκλητο μαθητή του Χριστού, αναχώρησε αμέσως με το αυστριακό ατμόπλοιο που εκτελούσε το δρομολόγιο Σμύρνης – Λάρνακας για προσκύνημα στο μοναστήρι του Αγίου, στην Κύπρο. Με το ίδιο καράβι ταξίδευαν επίσης πολλοί Κύπριοι – άνδρες και γυναίκες – οι οποίοι εργάζονταν στη Μερσίνα και στα Άδανα ως υπάλληλοι γερμανικής εταιρίας που κατασκεύαζε τα μεγάλα σιδηροδρομικά έργα της Ανατολής. Στο καράβι υπήρχε επίσης και μια μικρή ομάδα από δερβίσηδες, που επισκέπτονταν την Κύπρο για να διευθετήσουν διάφορες οικονομικές εκκρεμότητες των τεκέδων του νησιού.
Σε κάποια στιγμή, η Μαρία διηγήθηκε τα συμβάντα στις άλλες γυναίκες που συνταξίδευαν μαζί της και εξέφρασε τη βαθιά της πεποίθηση πως με τη βοήθεια του Αγίου θα επανεύρισκε το γιο της. Τη διήγησή της ακροαζόταν με πολύ ενδιαφέρον ένας από τους Δερβίσηδες, ο οποίος και παρατηρούσε προσεχτικά τη γυναίκα. Τελικά την πλησίασε και της απηύθυνε το λόγο, διαπιστώνοντας ότι ήταν η μητέρα του, αφού όπως φαίνεται, παρά την πολύχρονη παραμονή του στα τουρκικά ιεροδιδασκαλεία, εξακολουθούσε να διατηρεί ενθυμήσεις από την παιδική του ζωή. Αφαίρεσε τότε το κάλυμμα της κεφαλής και αφού ντύθηκε με ελληνικά ρούχα, ομολόγησε την χριστιανική του πίστη. Η χαρά και των δύο, όπως και όσον άλλων Χριστιανών ταξίδευαν μαζί τους, ήταν πολύ μεγάλη και ξεπερνούσε τα όρια της συγκίνησης. Μόλις δε το καράβι προσάραξε στη Λάρνακα, μητέρα και γιος έτρεξαν στο ναό του Αγίου Λαζάρου, όπου προσευχήθηκαν θερμά και ευχαρίστησαν τον Απόστολο Ανδρέα. Στη συνέχεια ο Παντελής ομολόγησε για δεύτερη φορά, μπροστά στον ιερέα του ναού παπά Ιωάννη Μακούλη, πίστη στο Τριαδικό Θεό. Ο παπά Ιωάννης σφράγισε την επάνοδο του Παντελή στο Χριστιανισμό με την τέλεση του μυστηρίου του χρίσματος. Ακολούθως αφού επισκέφθηκαν το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, όπου προσκύνησαν τον Άγιο και τον ευχαρίστησαν για τη θαυμαστή βοήθειά του, μετέβησαν στο μοναστήρι του Κύκκου στο οποίον παρέμειναν για λίγες μέρες.
” ΠΟΛΙΤΗΣ” 14/2/1999

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το λαϊκό ποίημα που γράφτηκε για το θαύμα αυτό.Το ποίημα γράφτηκε από τον αείμνηστο λαϊκό ποιητή μας Ανδρέα Π. Μαππούραν το 1973.

Πηγή: Ριζοκάρπασον
www.fdathanasiou.wordpress.com