Τι τόνισε χθες στη δευτερολογία του ο Έλληνας Πρωθυπουργός;

Κωδικός Πόρου: 00285-114453-7724
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 08/10/15 20:52
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Πολιτικά Θέματα, 00285-114453-7724




Περιγραφή:

Τι τόνισε χθες στη δευτερολογία του ο Έλληνας Πρωθυπουργός;

«Να μιλάμε εδώ με επιχειρήματα. Είμαι στη διάθεσή σας να αντικρούσω οποιοδήποτε επιχείρημα, αλλά να μιλάμε τη γλώσσα της αλήθειας και με αριθμούς και με επιχειρήματα. Σας παρακαλώ λοιπόν αυτό το προεκλογικό πυροτέχνημα ότι δήθεν αυξήσαμε το χρέος κατά 90 δισεκατομμύρια ευρώ να μην το ξαναχρησιμοποιήσετε, διότι και ένα παιδί του δημοτικού πλέον μπορεί να καταλάβει ότι αυτά είναι πράγματα που δεν ισχύουν…»

Δευτερολογία του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στην συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις (08-10-2015)

Κύριε Πρόεδρε, επιτρέψτε μου μία παρατήρηση αρχικά. Έχετε απόλυτο δίκιο ότι στη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων πρέπει να μιλήσουν οι Υπουργοί, διότι είναι οι προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης.
Εντούτοις, καλό θα ήταν και καλό θα είναι από εδώ και στο εξής, διότι η Βουλή είναι κατεξοχήν χώρος λόγου και αντιλόγου, να φροντίζουμε, ώστε στο τέλος τουλάχιστον της διαδικασίας να εναλλάσσονται Βουλευτές της Συμπολίτευσης και Υπουργοί με Βουλευτές της Αντιπολίτευσης, διότι αυτό σημαίνει ουσιαστικός διάλογος και αντίλογος.
Βεβαίως, δεν ευθύνεται το Προεδρείο, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι πρέπει να είμαστε την επόμενη φορά πιο προσεκτικοί ως προς αυτό.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στην προχθεσινή μου ομιλία προσπάθησα να περιγράψω αναλυτικά τη στρατηγική στόχευση της νέας Κυβέρνησης, αλλά και να παρουσιάσω αυτό που θα μπορούσα να ονομάσω «οδικό χάρτη» των επόμενων βημάτων μας, να περιγράψω τους βασικούς σταθμούς της πορείας, όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε, για την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση, για το οριστικό τέλος αυτής της πολυετούς επιτροπείας της περιόδου των μνημονίων.
Είμαι πεπεισμένος και θέλω να επαναλάβω αυτή την πίστη μου, ότι αυτή η Βουλή κατά τη διάρκεια αυτής της τετραετίας, παρά τις μεγάλες και πραγματικές δυσκολίες που έχουμε μπροστά μας, μπορεί να είναι η Βουλή -και θα είναι- και η τετραετία της εξόδου από την κρίση και της ανάκαμψης της οικονομίας. Μπορεί να είναι μία τετραετία που θα χαρακτηριστεί ταυτόχρονα από βαθιές αλλαγές και ρήξεις, που έχει ανάγκη και το πολιτικό σύστημα και η ελληνική κοινωνία.
Το χρονοδιάγραμμά μας είναι μεν φιλόδοξο, αλλά είναι και συγκεκριμένο. Πρώτος μας στόχος είναι εντός του επόμενου μήνα, εντός του Νοέμβρη, να έχει λήξει η διαδικασία της πρώτης αξιολόγησης, ώστε μέχρι το τέλος του έτους να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και να ανοίξει επιτέλους η κρίσιμη συζήτηση για την απομείωση του ελληνικού χρέους.
Έτσι, θα πληρωθούν οι προϋποθέσεις, ώστε να επιστρέψουμε μέχρι το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2016 σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης -και είναι εφικτό αυτό. Σας εξήγησαν γιατί και ο Υπουργός Οικονομίας και ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών.
Έτσι, θα μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε σταδιακά τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και με τις κατάλληλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις και την εμπιστοσύνη των επενδυτών και εντός του 2017 -στις αρχές του 2017- θα μπορέσουμε να ανακτήσουμε την πρόσβαση μας στις διεθνείς αγορές δανεισμού.
Και, ξέρετε, δεν αξίζει πια να μιλάμε με όρους επικοινωνίας για αυτό. Βεβαίως και πρέπει να το θέτει κανείς ως στόχο, αλλά καλό θα είναι να οργανώσουμε το σχέδιο, ώστε με σταθερά βήματα να μπορέσουμε να ανακτήσουμε την πρόσβαση στις αγορές, με σταθερότητα, διάρκεια, αλλά και χαμηλά επιτόκια.
Επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο να σας θυμίσω ότι η αρχή της κατάρρευσης της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ τον Αύγουστο του 2014 ήταν όταν επιχειρήθηκε, για λόγους αποκλειστικά επικοινωνιακούς, για να υποστηριχθεί όλη αυτή η προπαγάνδα του success story αλλά και να στηθεί μια καινούργια προπαγάνδα, βλέποντας ότι φτάνει το όριο της προεδρικής εκλογής που δεν υπήρχε η πλειοψηφία, να στηριχθεί η επικοινωνιακή προσπάθεια ότι βγαίνει η χώρα στις αγορές και άρα βγαίνουμε απ’ το μνημόνιο.
Σας θυμίζω τι αποτελέσματα είχε αυτό. Λέγατε τότε ότι φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ που κάνει αντιπολίτευση. Σας θυμίζω ότι είχε πάει ο Υπουργός τότε των Οικονομικών να συναντήσει την κ. Λαγκάρντ στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. H ίδια τότε είχε μιλήσει για ερασιτεχνισμό και τα spreads –όχι από τον ΣΥΡΙΖΑ- τότε ανέβηκαν ραγδαία. Για ποιον λόγο; Για τον λόγο πολύ απλά, που όλοι γνωρίζουν και οι επενδυτές και οι αγορές, ότι δεν βγαίνεις στις αγορές, όταν έχεις ένα χρέος 180% του ΑΕΠ και με την ταυτόχρονη υποχρέωση υπερβολικών –άπιαστων, θα έλεγα εγώ- πρωτογενών πλεονασμάτων.
Δεν βγαίνεις στις αγορές, όταν οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για το μεσοβραχυπρόθεσμο διάστημα είναι τόσο υψηλές και ταυτόχρονα ακάλυπτες. Διότι όλοι γνωρίζουμε -κι αυτό το διάστημα που εμείς διαπραγματευόμασταν σκληρά- ότι η προηγούμενη συμφωνία δεν είχε χρήματα για να καλυφθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες του επόμενου διαστήματος. Δεν βγαίνεις στις αγορές, όταν έχεις μια οικονομία που στους δείκτες ανταγωνιστικότητας είναι τόσο πολύ χαμηλά. Δεν βγαίνεις, όμως –θα προσθέσω και κάτι ακόμα- όταν έχεις δημιουργήσει τόσο βαθιές πληγές στο κοινωνικό σώμα, όταν έχεις διαρρήξει την κοινωνική συνοχή και δεν έχεις πάρει καμία πρωτοβουλία αυτές τις πληγές να τις αποκαταστήσεις.
Γι’ αυτό, ξέρετε, αυτό που γεννά την πολιτική αστάθεια και κατ’ επέκταση προξενεί κλίμα οικονομικής αβεβαιότητας δεν είναι οι αντιπαραθέσεις μας εδώ, δεν είναι οι διαφορετικές μας απόψεις. Είναι η κοινωνική ένταση που προκαλείται από την κοινωνική αδικία και από τις πληγές στο κοινωνικό σώμα.
Και, ξέρετε, εδώ είναι η βασική διαφορά μας. Πρώτο μας μέλημα, σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας, ήταν να σταματήσουμε τα περί success story, να πάμε σε μια σκληρή διαπραγμάτευση, το αποτέλεσμα της οποίας το κρίνει το ελληνικό Κοινοβούλιο και ο ελληνικός λαός. Το έκρινε κιόλας και θα το κρίνει, δεν υπάρχει αμφιβολία. Πρώτο μας μέλημα σ’ αυτές τις συνθήκες της οικονομικής ασφυξίας ήταν να αναδείξουμε ότι στη χώρα τα πέντε τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί κρίση ανθρωπιστικών διαστάσεων. Και καταφέραμε να αναδείξουμε αυτήν την αλήθεια μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να βρούμε συμπαραστάτες σ’ αυτό. Και μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες οι πρώτοι μας νόμοι ήταν ο νόμος για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, με τις λιγοστές δυνατότητες που είχαμε, αλλά και ο νόμος για τις εκατό δόσεις και την ελάφρυνση της πραγματικής οικονομίας.
Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, εσείς τότε επιχειρήσατε με έναν εντελώς επικοινωνιακό τρόπο να βγείτε στις αγορές, ενώ γνωρίζατε ότι η χώρα δεν μπορούσε να επιστρέψει.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, περίμενα λοιπόν από την Αξιωματική Αντιπολίτευση σ’ αυτήν την τριήμερη συζήτηση να τοποθετηθεί πάνω στο σχέδιο που εμείς καταθέσαμε για την επιστροφή στην ανάπτυξη και για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και στον οδικό χάρτη. Να τοποθετηθεί, βεβαίως, ασκώντας εποικοδομητική κριτική. Δεν είπαμε να συμφωνήσετε μαζί μας. Περιμέναμε να ακούσουμε κάποιες εναλλακτικές λύσεις ή να προτάξετε μια διαφορετική στρατηγική. Και δυστυχώς, τίποτα απ’ αυτά δεν έγινε.
Φαίνεται ότι η διαδικασία των Προγραμματικών Δηλώσεων χρησιμοποιήθηκε από την Αξιωματική Αντιπολίτευση περισσότερο ως μια αρένα για την εσωτερική αντιπαράθεση, για το ποιος θα είναι πιο επιθετικός, ποιος είναι αυτός που μπορεί να κάνει πιο δύσκολη τη ζωή του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ.
Όμως, το πρόβλημα για τον τόπο δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα για τον τόπο είναι με ποιο σχέδιο θα βγούμε από την κρίση, αν υπάρχουν εναλλακτικές να κατατεθούν και όχι ανερμάτιστες και αντιφατικές -θα μου επιτρέψετε- αντιπολιτευτικές κραυγές.
Επίσης, θα μου επιτρέψετε να πω και κάτι ακόμα. Στη διήμερη, τριήμερη παρουσία σας ακυρώσατε όλη σας την τακτική και τη στρατηγική της προεκλογικής περιόδου. Ποιος ξεχνάει ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου βασική σας στρατηγική, στόχευση και γραμμή ήταν η γραμμή της συνεννόησης, ακόμα-ακόμα και του μεγάλου συγκυβερνητικού συνασπισμού;
Σας θυμίζω, κύριε Πρόεδρε, ότι όταν δεν απευθυνόσασταν με υποτιμητικά λόγια απέναντί μου -αλλά δεν υπάρχει κάποιο προσωπικό θέμα, καθώς στη διάρκεια μιας προεκλογικής αντιπαράθεσης αυτά ακούγονται- συζητάγατε να συναινέσουμε εμείς, να προχωρήσουμε αφού, όπως λέτε, «μαζί ψηφίσαμε τη συμφωνία» και να κυβερνήσουμε μαζί και σας λέγαμε «όχι, έχουμε διαφορές μεγάλες, σημαντικές».
Σε μια μέρα τα ξεχάσατε όλα αυτά κι έρχεστε εδώ, όχι για να ξαναμιλήσετε για την ανάγκη συνεννόησης, σε όποια σημεία μπορεί να υπάρξει, αλλά για να μας πείτε ότι κατά βάθος είστε αντιμνημονιακοί εσείς, ενώ τα προηγούμενα χρόνια κάνατε κάποιο λάθος, ίσως.
Ούτε πριν θέλατε πραγματικά την συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ -προφανώς και δεν την αντέχατε-, αλλά ούτε και τώρα τα πιστεύετε αυτά που λέτε, όταν κάνετε κριτική στην προσπάθεια να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση.
Ξέρετε ποιος ήταν ο μόνος και τότε και τώρα σταθερός σας στόχος; Η προσπάθεια τότε μήπως και τα καταφέρετε, με ένα άλλο εκλογικό αποτέλεσμα από αυτό που έδωσε ο λαός, να έχετε τη δυνατότητα να εκβιάζετε την παρουσία σας σε θέση εξουσίας και τώρα η προσπάθειά σας να μπορέσετε γρήγορα να ξαναγυρίσετε σε θέση εξουσίας. Διότι, αυτή είναι η πραγματική ασθένειά σας: η εξουσιομανία και ο κυβερνητισμός.
Όμως, με αυτήν την στρατηγική που δεν δίνει δεκάρα για τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας, αλλά μονάχα για την ιδιοτέλεια της εξουσίας, όχι την τετραετία αυτήν δεν θα δείτε εξουσία, αλλά ούτε και την επόμενη, κύριοι της Νέας Δημοκρατίας, με όποιον αρχηγό.
Η Αξιωματική Αντιπολίτευση, λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κατά την εκτίμησή μου, αυτό το τριήμερο αποδείχθηκε, δυστυχώς, κατώτερη των περιστάσεων, διότι δεν μας είπατε ποιο είναι το δικό σας σχέδιο για την έξοδο από την κρίση, ποιο είναι το στρατηγικό σας όραμα γι’ αυτόν τον τόπο.
Είχατε στρατηγικό σχέδιο και όραμα να φτιάξετε μαζί με κάποιους άλλους συνοδοιπόρους εκείνη την περίοδο -δεν ξέρω αν ακόμα θέλουν να πάνε μαζί σας- το περίφημο κόμμα του ευρώ, το κόμμα της Ευρώπης. Όμως, αποδείχθηκε ότι οι πραγματικές δυνάμεις -της Ευρώπης όμως που μας αξίζει, όχι της Ευρώπης αυτής που θέλει μονάχα τιμωρίες, μνημόνια και πειθαρχία, αλλά της Ευρώπης που πρέπει να αναδείξει ξανά τις ιδρυτικές της αξίες, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης-, της πραγματικής Ευρώπης, της καλής Ευρώπης, δεν είστε εσείς, αλλά είμαστε εμείς που πήραμε τη δύσκολη απόφαση, δώσαμε όμως και τη μεγάλη μάχη για να ανοίξουμε ρωγμές στην Ευρώπη και να αναδείξουμε την προοπτική μιας εναλλακτικής πορείας στην Ευρώπη.
Και όταν πήραμε την κρίσιμη και δύσκολη απόφαση να δώσουμε τη μάχη, αλλά να παραμείνουμε στο ευρωπαϊκό πλαίσιο με κόστος, τότε το στρατηγικό σας σχέδιο, του κόμματος του ευρώ, του κόμματος της Ευρώπης, που θα ήταν σύμπτυξη πολλών κομμάτων προφανώς, διαλύθηκε, κατακερματίστηκε ως χάρτινος πύργος.
Και τώρα είναι προφανές: Έχετε έλλειμμα στρατηγικής, γι’ αυτό και δεν μπορείτε να κάνετε ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση στις προτάσεις που καταθέτουμε. Δεν λέμε ότι είναι οι καλύτερες των προτάσεων, είμαστε ανοικτοί όμως να ακούσουμε τις δικές σας.
Έρχεστε σήμερα και επαναλαμβάνετε το παραμύθι των προβλέψεων για το 2015 για ανάπτυξη 2,9%. Μα, όλοι γνωρίζουν ότι αυτές οι προβλέψεις στα λεγόμενα «debt sustainability analysis», που έβγαζαν δηλαδή τις αναλύσεις για τη βιωσιμότητα του χρέους, ήταν υπερβολικά υψηλές ως προς την πρόβλεψη της ανάπτυξης, ακριβώς για να δικαιολογήσουν ότι το χρέος μπορεί να γίνει βιώσιμο το 2022. Όλοι το ξέρουν αυτό και όλοι ξέρουν τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις προβλέψεις έτος με έτος απ’ ό,τι πραγματικά απέδιδε η ελληνική οικονομία. Πάνω απ’ όλα, είναι ανώφελο να συγκρίνει κανείς προβλέψεις με πραγματικότητες.
Αλήθεια, αναρωτιέμαι: Με βάση την υποχρέωση που είχε η χώρα για πρωτογενές πλεόνασμα 3% μέσα στο 2015, πόσα νέα μέτρα χρειαζόταν να πάρετε για να πιάσετε αυτόν το στόχο; Τη στιγμή μάλιστα που στελέχη σας έχουν σε ανύποπτο χρόνο δημοσίως παραδεχθεί –ο κ. Σταϊκούρας, αν δεν κάνω λάθος- ότι δεν θα είχατε να πληρώσετε μισθούς και συντάξεις το Φλεβάρη του ’15. Γι’ αυτό άλλωστε και επισπεύσατε την προεδρική εκλογή, τη φέρατε Δεκέμβρη αντί για Φλεβάρη και πήρατε τη δίμηνη μόνο παράταση, γιατί νομίσατε, υπολογίσατε ότι θα ξεμέναμε εμείς το Φλεβάρη κι έτσι θα γινόταν πράξη το σχέδιο της πολύ σύντομης παρένθεσης.
Μιλήσατε για τις περικοπές δαπανών και την αύξηση των φόρων που προβλέπει η νέα συμφωνία, δηλώνοντας με κομπασμό ότι θα είστε απέναντι. Απαριθμήσατε μέτρα, «φουσκώνοντας» πολλά και παίξατε με την πραγματική αγωνία των αγροτών, των συνταξιούχων, των μικρομεσαίων.
Όμως, το πρόβλημά σας, κύριοι της Νέας Δημοκρατίας, είναι ότι αργά το θυμηθήκατε, πολύ αργά. Τι λέγατε καθ’ όλο το επτάμηνο που εμείς γι’ αυτούς τους ανθρώπους, γι’ αυτές τις κοινωνικές ομάδες κάναμε σκληρή διαπραγμάτευση; Τι λέγατε γι’ αυτούς; Γιατί δεν λέγατε τα ίδια, όταν δίναμε τη μάχη για να υπερασπιστούμε τα δικαιώματά τους και καταθέταμε δεκάδες προτάσεις με ισοδύναμα που απορρίπτονταν από τους δανειστές;
Πρέπει, λοιπόν, να το παραδεχθείτε: Η ηγεσία τότε της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ είχε έναν και μόνο στόχο. Προσδοκούσε να αποτύχει η προσπάθειά μας, να αποτύχει η διαπραγματευτική μας προσπάθεια, γιατί μοναδικό άγχος ήταν η πολιτική τους δικαίωση για τα πεπραγμένα που είχαν κάνει τα προηγούμενα πέντε χρόνια και για την καταστροφή που είχε έλθει στον ελληνικό λαό. Αυτή, όμως, δεν είναι στάση ευθύνης απέναντι στη χώρα, απέναντι στην κοινωνία και απέναντι στον ελληνικό λαό.
Να σας πω και κάτι ακόμα: Βάζουμε πράγματι τα χέρια να βγάλουμε τα κάστανα από τη φωτιά και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό, διότι η Αριστερά και οι προοδευτικές δυνάμεις στον τόπο έχουν νόημα ύπαρξης όχι μόνο καταγγέλλοντας τα δύσκολα που έρχονται, να καθόμαστε στη γωνία και να λέμε «έρχονται δύσκολα, έρχεται Αρμαγεδδώνας», αλλά προσπαθώντας να αλλάξουμε τα πράγματα στην πρώτη γραμμή της μάχης και ήμασταν στην πρώτη γραμμή της μάχης και παραμένουμε στην πρώτη γραμμή της μάχης.
Όμως, τα δικά σας κάστανα προσπαθούμε να βγάλουμε από τη φωτιά, τις δικές σας αμαρτίες σαράντα χρόνων και φυσικά τα ερείπια που έχουν δημιουργήσει αυτές οι πολιτικές που προσπαθούμε να συμμαζέψουμε.
Θα παρακαλέσω να σταματήσετε και αυτήν την προεκλογικού χαρακτήρα ανοησία ότι φορτώσαμε με 90 δισεκατομμύρια ευρώ το δημόσιο χρέος.
Αν θέλετε, θα σας το εξηγήσω, για τελευταία όμως φορά. Νομίζω ότι αν δώσετε λίγη προσοχή, θα το καταλάβετε.
Η συμφωνία με τους δανειστές προβλέπει χρηματοδότηση ύψους 86 δισεκατομμυρίων ευρώ. Από αυτά, λοιπόν, τα 53 δισεκατομμύρια αφορούν αναδιάρθρωση βραχυχρόνιου με μακροχρόνιο χρέος και μάλιστα με πολύ καλύτερα επιτόκια, τόσο το χρέος που ήταν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όσο και αυτό που ήταν και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Είναι μια διαδικασία που αποτελεί de facto μίνι αναδιάρθρωση του χρέους. Και καλύπτει τις μεσοβραχυπρόθεσμες δανειοδοτικές ανάγκες, αλλά και μικραίνει τα επιτόκια. Άρα, εδώ έχουμε μείωση του χρέους και αντίστοιχη ελάφρυνση χρηματοδοτικών αναγκών και όχι αύξηση.
Από τα υπόλοιπο 33 δισεκατομμύρια ευρώ, για να φτάσουμε στα 86, τα 7 πηγαίνουν κατευθείαν στην πραγματική οικονομία για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Τα υπόλοιπα 25 δισεκατομμύρια ευρώ πηγαίνουν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Επιτρέψτε μου δύο παρατηρήσεις εδώ. Αν αυτά θα τα χρεωθεί ο ελληνικός λαός και το ελληνικό Δημόσιο, θα φανεί –εις το σύνολό τους ή όχι – και θα φανεί όταν τελειώσει η διαδικασία την επανάκτησης των μετοχών από ιδιώτες. Θα είναι φυσικά σε εξάρτηση με την πορεία και τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το αν θα πωληθούν ξανά σε ιδιώτες σε αντίστοιχες τιμές με αυτές που αγόρασε το ελληνικό Δημόσιο. Αλλά θα το δούμε πόσα από τα 25 δισεκατομμύρια ευρώ θα χρεωθούμε, εάν θα χρεωθούμε.
Αλλά θέλω εδώ να κάνω μια παρατήρηση: Είναι δυνατόν να λέτε ότι την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών τη δημιούργησε η πολλή άσχημη αυτή εξέλιξη; Κανείς δεν είναι εύχαρις για αυτό. Αλλά είναι δυνατόν να λέτε ότι τα δημιούργησαν τα capital controls;
Δεν γνωρίζετε ότι εσείς είχατε ανακεφαλαιοποιήσει ήδη τις τράπεζες με 40 δισεκατομμύρια ευρώ και δεν έφτασαν αυτά για να καλύψουν τα «κόκκινα» δάνεια; Δεν γνωρίζατε ότι υπήρχαν 10 δισεκατομμύρια στο ΤΧΣ, τα οποία βεβαίως στην αρχή της διαπραγμάτευσης τον Φλεβάρη πήγαν στον EFSF; Δεν γνωρίζετε ότι υπήρχαν για αυτόν ακριβώς τον λόγο;
Και σας ρωτώ ευθέως, τα δισεκατομμύρια ευρώ των «κόκκινων» δανείων τα δημιούργησαν τα capital controls ή μήπως η εξοντωτική πολιτική της τελευταίας πενταετίας, που διέλυσε τα εισοδήματα και την καταναλωτική βάση της χώρας, ή μήπως το PSI, το οποίο οδήγησε φυσικά και στη διάλυση των ασφαλιστικών ταμείων, αλλά δημιούργησε και αυτά τα κενά στις τράπεζες;
Να μιλάμε εδώ με επιχειρήματα. Είμαι στη διάθεσή σας να αντικρούσω οποιοδήποτε επιχείρημα, αλλά να μιλάμε τη γλώσσα της αλήθειας και με αριθμούς και με επιχειρήματα. Σας παρακαλώ λοιπόν αυτό το προεκλογικό πυροτέχνημα ότι δήθεν αυξήσαμε το χρέος κατά 90 δισεκατομμύρια ευρώ να μην το ξαναχρησιμοποιήσετε, διότι και ένα παιδί του δημοτικού πλέον μπορεί να καταλάβει ότι αυτά είναι πράγματα που δεν ισχύουν.
Μας ασκείτε επίσης κριτική για το ασφαλιστικό. Και εγώ σας ζήτησα σε ένα τόσο κρίσιμο για την κοινωνία, για την πορεία του τόπου, εθνικό θέμα, τη διασφάλιση της αλληλεγγύης των γενεών, να μην κάνουμε μια μικροκομματική αντιπαράθεση. Να συμφωνήσουμε ότι έχουμε ένα ασφαλιστικό σύστημα το οποίο για λόγους που έχουν να κάνουν με το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, με την υπογεννητικότητα, με τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, της μαύρης εργασίας –αυτά δεν έγιναν τους επτά μήνες που κυβερνήσαμε- είναι ένα σύστημα που έχει πρόβλημα βιωσιμότητας. Και να έρθετε εδώ να καταθέσετε προτάσεις, να δούμε πως θα το αντιμετωπίσουμε.
Αντ’ αυτού έρχεστε με το επιχείρημα ότι εμείς που κυβερνήσαμε εφτά μήνες ευθυνόμαστε για το πρόβλημα βιωσιμότητας του ασφαλιστικού, όταν έχετε και τη μεγάλη ευθύνη του PSI, που κατέστρεψε τα ασφαλιστικά ταμεία.
Όταν, λοιπόν, εσείς ευθύνεστε για όλα αυτά, για την υλοποίηση μιας πολιτικής που συρρίκνωσε την ελληνική οικονομία τα προηγούμενα πέντε χρόνια κατά είκοσι πέντε μονάδες και εκτίναξε την ανεργία στο 27%, είναι τουλάχιστον υποκριτικό να κατηγορείτε εμάς.
Αν δεν θέλετε να καταθέσετε προτάσεις μην καταθέσετε. Εμείς πάλι θα μπούμε μπροστά να βγάλουμε τα κάστανα από τη φωτιά. Πρέπει να λυθεί αυτό το θέμα. Δεν θέλετε να βοηθήσετε; Μην βοηθήσετε αλλά ας μιλήσουμε επιτέλους σοβαρά, ας μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας.
Και η αλήθεια είναι ότι είναι η δική μας Κυβέρνηση που μέσα σε ένα τρομακτικά δυσμενές περιβάλλον κατάφερε με σκληρή διαπραγμάτευση να μειώσει τους υπερβολικούς στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων εξασφαλίζοντας δημοσιονομικό χώρο 20 δισεκατομμυρίων ευρώ για την επόμενη τριετία.
Η αλήθεια είναι ότι είναι η δική μας Κυβέρνηση που κατάφερε επιτέλους επί της ουσίας να ανοίξει το θέμα του χρέους. Ξέρετε ποιο χρέος: εκείνο για το οποίο ο τότε πρωθυπουργός, ο κ. Σαμαράς, έλεγε ότι είναι βιώσιμο και αναζητούσε από την κ. Μέρκελ πιστοποιητικό βιωσιμότητας.
Και τώρα, ανεξάρτητα από τι λένε οι συμφωνίες, τα χαρτιά –μη μπαίνουμε σ’ αυτό το θέμα, θα τα δούμε όλα μπροστά μας– εγώ ένα ξέρω: Όλοι σήμερα στην Ευρώπη αλλά και στον κόσμο, διεθνείς οργανισμοί αλλά και μεγάλοι ηγέτες, όπως ο Πρόεδρος της Γαλλίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άνοιξε το θέμα του χρέους και είπε ότι είναι υποχρέωση της Ευρώπης να λύσει αυτό το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας που είναι ταυτόχρονα κα πρόβλημα της Ευρώπης. Γιατί δεν έγινε αυτό επί των δικών σας ημερών και γίνεται τώρα;
Η αλήθεια είναι ότι η δική μας Κυβέρνηση είναι που θα φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο της εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος και με μοναδικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και όχι την εξυπηρέτηση συμφερόντων.
Η δική μας Κυβέρνηση είναι αυτή που πέτυχε να υπάρξει μια μεγάλη ένεση στην πραγματική οικονομία μέχρι τέλους του 2015 εξασφαλίζοντας περίπου 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ σε ρευστότητα. Πώς; Με τα 3 δισεκατομμύρια από τις εκταμιεύσεις των δόσεων για τα ληξιπρόθεσμα, που θα πάνε στην πραγματική οικονομία –ένας ακόμα λόγος που πρέπει να επιταχύνουμε τη διαδικασία της αξιολόγησης– αλλά και με τη νέα συμφωνία με την Κομισιόν για μηδενική ελληνική συμμετοχή αλλά και για εμπροσθοβαρή χρηματοδότηση επενδύσεων, που θα οδηγήσει σε πρόσθετη ρευστότητα, συνολικά θα αγγίξει περίπου τα 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ από τα προγράμματα αυτά μέσα στο 2015.
Και μάλιστα αυτά –και θέλω αυτό να το τονίσω– παρά τις αντιδράσεις συντηρητικών κυβερνήσεων και στελεχών στην Κομισιόν, των συμμάχων σας δηλαδή, στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, κυρίες και κύριοι της Νέας Δημοκρατίας.
Είπα προχθές ότι στόχος δικός μας είναι να βάλουμε την ελληνική οικονομία σε μια νέα πορεία ανάπτυξης, μιας ανάπτυξης που δε θα στηρίζεται στα κοινωνικά ερείπια, αλλά θα αξιοποιεί ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας.
Αναφέρθηκα σε τέσσερις μεγάλες μάχες-στόχους που έχουμε μπροστά μας, στα ανοιχτά ζητήματα, που πρέπει να υπάρξουν ευρύτερες συναινέσεις, δυνάμεων κοινωνικών και πολιτικών αντινεοφιλελεύθερων και προοδευτικών για να κερδηθούν αυτές οι μάχες. Μίλησα για την ανάγκη επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων και ταυτόχρονα κατάργησης των ομαδικών απολύσεων, της ασυδοσίας στις εργασιακές σχέσεις, για τη μάχη να κρατηθεί ο δημόσιος χαρακτήρας της ΔΕΗ και του ΑΔΜΗΕ, για τη μάχη ώστε να φτιαχτεί ένα νέο ταμείο για την αξιοποίηση και όχι την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και για τη μάχη για τη ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων και την προστασία της πρώτης κατοικίας.
Απευθύνθηκα ειδικά στις δυνάμεις εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται στον προοδευτικό και αντινεοφιλελεύθερο χώρο, διότι γνωρίζω ότι η ιδεολογική και πολιτική προτεραιότητα συντηρητικών και νεοφιλελεύθερων δυνάμεων από ιδεολογία είναι ότι αυτά δεν είναι ζητήματα τα οποία πρέπει να παλέψουμε.
Δεν είναι ζήτημα να παλέψουμε οι συλλογικές διαπραγματεύσεις. Πλήρης απελευθέρωση στην αγορά εργασίας. Δεν είναι ζήτημα να παλέψουμε για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, διότι πιστεύουν δογματικά στις ιδιωτικοποιήσεις. Ούτε τους ενδιαφέρει και πολύ η προστασία της πρώτης κατοικίας, διότι ακριβώς η λογική της οικονομίας της αγοράς λέει ότι αν έχεις ένα σπίτι στην Κυψέλη και δεν μπορείς να το κρατήσεις, να το πουλήσεις και να πας να αγοράσεις σε μια πιο φτωχή περιοχή, στο Περιστέρι. Κι αν δεν μπορείς και στο Περιστέρι, να πας σε μια ακόμα πιο φτωχή περιοχή, στην Αγία Βαρβάρα. Κι αν δεν μπορείς, να πας στη Σαλαμίνα. Κι αν δεν μπορείς, να μείνεις σε τσαντίρι.
Αυτή είναι η λογική της αγοράς και της απόλυτης πίστης στην οικονομία της αγοράς.
Εμείς, λοιπόν, που δεν είμαστε νεοφιλελεύθεροι –ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ούτε οι ΑΝΕΛ, δεν είμαστε νεοφιλελεύθεροι- προσδοκούμε να υπάρξουν ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες σε αυτά τα θέματα.
Περίμενα, λοιπόν, ότι σε αυτά τα τέσσερα πολύ συγκεκριμένα θέματα που έθεσα, οι αυτοαποκαλούμενες, μάλιστα, προοδευτικές δυνάμεις, χωρίς μισόλογα, θα ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα για συμπόρευση, ώστε να δώσουμε από κοινού αυτούς τους αγώνες.
Αντ’ αυτού, άκουσα χθες και σήμερα μια οξύτατη πολεμική. Για να είμαι και απόλυτα δίκαιος, ο κ. Θεοδωράκης σήμερα έκανε μια προσπάθεια να καταθέσει προτάσεις. Θα τις δούμε. Αλλά, τα στελέχη σας τα περισσότερα χθες έκαναν μια οξύτατη πολεμική. Είτε άκουγες εκπροσώπους της Νέας Δημοκρατίας είτε εκπροσώπους του αυτοαποκαλούμενου προοδευτικού χώρου, το ίδιο και το αυτό, δεν ξεχωρίζεις.
Και αναρωτιέμαι: Πώς ακριβώς ορίζετε τη διαφορετικότητά σας από το νεοφιλελεύθερο και συντηρητικό μπλοκ; Συνεχίζοντας, δυστυχώς, τη γραμμή της προηγούμενης πενταετίας, τη γραμμή της φανατικής υπεράσπισης των πεπραγμένων της Κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου; Μια γραμμή που, εκ των πραγμάτων, ό,τι και να πείτε, σας ταυτίζει με τους πιο συντηρητικούς κύκλους στην Ευρώπη.
Σας λέω, λοιπόν, με διάθεση ειλικρίνειας, εμείς θα είμαστε εδώ, ώστε σε αυτά τα θέματα και να συζητήσουμε προτάσεις και θέσεις και κοινές δράσεις. Αλλά αν συνεχίσετε να παριστάνετε την ουρά της Νέας Δημοκρατίας, κακό του κεφαλιού σας, όχι δικό μας.
Και θέλω να σας πω, επίσης, ότι ενδεχομένως αυτή η στάση να έχει να κάνει με το ότι δεν πιστεύετε ότι αυτά θα τα κερδίσουμε. Θέλω να σας πω ότι θα διαψευστείτε. Αυτές τις μάχες θα τις κερδίσουμε. Όπως μπορούμε να κερδίσουμε και άλλες μεγάλες μάχες για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους, την καταπολέμηση της διαφθοράς, της διαπλοκής, του οικονομικού εγκλήματος, της μεγάλης φοροδιαφυγής, της μάχης για την αναγκαία μεγάλη δημοκρατική μεταρρύθμιση στη δημόσια διοίκηση.
Και πρέπει να ξεκινήσουμε, όχι με λόγια αλλά με έργα, από αύριο αυτόν τον αγώνα, ώστε παρά τις δύσκολες συνθήκες να διευρύνουμε τη δυνατότητα κοινωνικών παροχών στους πιο αδύναμους, για να αντιμετωπιστεί η ανθρωπιστική κρίση, να στηρίξουμε αποφασιστικά το σύστημα υγείας, με στόχο την καθολική και ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών, να ενισχύσουμε το πρόγραμμα για την καταπολέμηση της ανεργίας, που ήδη αποδίδει καρπούς, και να καταπολεμήσουμε την αδήλωτη και μαύρη εργασία. Να αποδώσουμε δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας με όλες μας τις δυνάμεις τις προσπάθειες της δικαστικής εξουσίας, που πλέον απερίσπαστη, χωρίς παρεμβάσεις και άνωθεν πιέσεις, μπορεί και θα επιτελέσει, πιστεύω, το έργο της.
Να προχωρήσουμε στην άμεση ψήφιση του νομοσχεδίου για τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, να διευρύνουμε τους φορολογικούς ελέγχους και να ολοκληρώσουμε τη διασταύρωση των στοιχείων, των καταθέσεων και των φορολογικών δηλώσεων των προηγούμενων χρόνων, της προηγούμενης δεκαετίας. Και βεβαίως να ψηφίσουμε τα νομοσχέδια για την καταπολέμηση της λαθρεμπορίας καυσίμων και καπνικών.
Και όμως σε αυτό το σημείο δεν κατάλαβα ακριβώς τη θέση της Νέας Δημοκρατίας, ούτε στο θέμα των τραπεζών ούτε όμως και στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς υποστηρίζετε.
Ξέρετε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι –επιτρέψτε μου μια προσωπική αναφορά-, επτά μήνες στην προηγούμενη περίοδο και λίγες μέρες τώρα στη θέση του Πρωθυπουργού, ταυτόχρονα τους δεκατέσσερις τελευταίους μήνες σε τέσσερις κρίσιμες αναμετρήσεις στην κάλπη -από τις Ευρωεκλογές του Ιούνη, τις εθνικές εκλογές του Γενάρη, την πιο δύσκολη αναμέτρηση, το δημοψήφισμα του Ιούλη, αλλά και τώρα- η συντριπτική πλειοψηφία –όχι όλοι, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία- των μέσων ενημέρωσης ήταν απέναντί μας. Ειδικά την περίοδο του δημοψηφίσματος είχαν προεξοφλήσει ότι κάποιοι άλλοι τη Δευτέρα θα ερχόντουσαν να παραλάβουν στο Μαξίμου.
Θέλω να σας πω κάτι: Και στις τέσσερις αυτές κρίσιμες αναμετρήσεις ούτε μία φορά δεν σήκωσα το τηλέφωνο να παραπονεθώ, δεν σήκωσα το τηλέφωνο να μιλήσω με κάποιον εκδότη, κάποιον ιδιοκτήτη μέσων ενημέρωσης, μεγαλοπαράγοντα της πολιτικής ζωής ή με κάποιον απ’ αυτούς που κάνουν κουμάντο στις τράπεζες.
Και ξέρετε κάτι; Γι’ αυτό έχουμε σήμερα δύναμη μεγαλύτερη από τα ποσοστά μας. Διότι δεν μας έχει κανείς στο τσεπάκι του, διότι δεν χρωστάμε σε κανέναν και δεν μας χρωστάει κανένας.
Και σ’ αυτόν τον τόπο –να τα ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα- δεν ερχόμαστε με διάθεση ρεβανσισμού. Όχι. Ερχόμαστε με διάθεση να βάλουμε μια τάξη, να ισχύουν οι νόμοι για όλους, για όλους τους Έλληνες πολίτες ισότιμα. Κι αν δεν το κάνουμε τώρα, δεν θα το κάνουμε ποτέ.
Γι’ αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Αντιπολίτευσης, σας καλώ να ψηφίσουμε μαζί το νομοσχέδιο για τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, να ψηφίσετε και εσείς – και εσείς, κύριε Θεοδωράκη, και εσείς, κυρία Γεννηματά. Να ψηφίσετε και εσείς. Και σε δέκα μέρες θα είναι στη Βουλή και δεν θα έχετε την αγωνία αν θα το φέρουμε ή όχι.
Επιτρέψτε μου να πω και δυο λόγια για την κριτική που ασκήθηκε κατά τη διάρκεια της συζήτησης, για την υποτιθέμενη –λέει- υποβάθμιση, κατά τη διάρκεια των ημερών μας, της εξωτερικής πολιτικής.
Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι ήμουν δέκα μέρες πριν στην Ηνωμένες Πολιτείες στον ΟΗΕ, τέσσερις ημέρες, δεκάδες συναντήσεις, τρεις ομιλίες στη Γενική Συνέλευση, αλλά και στα ειδικά φόρουμ του Οργανισμού. Ως εκ τούτου είναι γνωστό, νομίζω –και γι’ αυτό δεν ήθελα να επιβαρύνω περισσότερο την παρουσίαση των προγραμματικών θέσεων– ότι η χώρα έχει μια ενεργητική, πολυδιάστατη, πολύ ενεργή παρουσία στην εξωτερική πολιτική. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με αυτή τη στρατηγική, αλλά το να μας κατηγορείτε ότι είμαστε απόντες και με απουσία σχεδίου, νομίζω ότι είναι μια υπερβολική θέση και στάση.
Θέλω να επισημάνω ότι για εμάς ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική σημαίνει να έχει η χώρα τις δυνατότητες, παρά το μικρό της μέγεθος, αλλά την ισχυρή γεωπολιτική της δυναμική –διότι πράγματι έχει χάσει την οικονομική της δύναμη τα τελευταία χρόνια, η γεωπολιτική της δυναμική όμως παραμένει πάρα πολύ ισχυρή– ως μια χώρα κόμβος ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, σε επάλληλους κύκλους κρίσης, μιας κρίσης οικονομικής, που παραμένει στην περιοχή μας, την Ευρώπη, μιας κρίσης που ξέσπασε πρόσφατα, προσφυγική κρίση, και μιας κρίσης αστάθειας και πολέμων. Μην ξεχνάμε ότι στο βορρά μας έχουμε την Ουκρανία, νοτιοανατολικά τη Συρία, πεδίο έντασης, νοτιοδυτικά τη Λιβύη. Η Ελλάδα αποτελεί ένα πεδίο παράγοντα σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή. Και, ξέρετε, αυτό ήταν και ένα ισχυρό όπλο της χώρας στη διαπραγματευτική προσπάθεια για να αντιμετωπίσουμε τις πιο ακραίες συντηρητικές θέσεις περί Grexit.
Θέλω, λοιπόν, να πω ότι από την πρώτη μέρα, μαζί με τον Υπουργό Εξωτερικών, τον Νίκο τον Κοτζιά, έχουμε καταστρώσει ένα σχέδιο, ένα σχέδιο φιλόδοξο, αλλά ένα σχέδιο να αναβαθμιστεί ο ρόλος της μικρής Ελλάδας στην περιοχή. Ισχυροποιήσαμε τους δεσμούς μας με την Κίνα, αναζωπυρώσαμε τις παραδοσιακές μας σχέσεις με τη Ρωσία, διατηρώντας όμως παράλληλα σχέσεις ουσιαστικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναβαθμίσαμε την τριμερή συνεργασία με την Αίγυπτο και την Κύπρο. Έχω συναντηθεί τρεις φορές σε αυτήν τη μικρή χρονικά θητεία, με τον Πρόεδρο της Αιγύπτου.
Έχουμε φιλοδοξία να διατηρήσουμε τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, αλλά ταυτόχρονα και τις παραδοσιακές, στενές σχέσεις με την Παλαιστίνη, υποστηρίζοντας το δίκαιο αίτημα και τον δίκαιο αγώνα για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.
Στο δε περιθώριο της Γενική Συνέλευσης του ΟΗΕ, είχα την ευκαιρία να συναντηθώ με ηγέτες μεγάλων και σημαντικών κρατών, τον Πρόεδρο της Κίνας, την Πρόεδρο της Βραζιλίας, αλλά και να αναδείξουμε την εικόνα μιας χώρας που, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται εν μέσω κρίσεων, αποτελεί μέρος της λύσης και όχι της κρίσης.
Και φυσικά, είχαμε την ευκαιρία να αναδείξουμε τις θέσεις μας, αλλά και την επιθυμία μας να συμβάλλουμε ουσιαστικά προς την κατεύθυνση της επίλυσης των εθνικών μας ζητημάτων, όχι επικοινωνιακά και στο πλαίσιο συζητήσεων για εσωτερική κατανάλωση, αλλά πραγματικά, εκεί που έχει σημασία, στα κέντρα των διεθνών ζυμώσεων, στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.
Ας επαναλάβω, λοιπόν, και για όσους δεν το κατάλαβαν και άσκησαν κριτική το προηγούμενο διάστημα, ότι πέρα από τη δυνατότητα που είχα να συναντήσω τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών, τον Τούρκο Πρωθυπουργό, αλλά και τον Κύπριο Πρόεδρο, είχαμε τη δυνατότητα να αναδείξουμε ότι συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, σε αγαστή συνεργασία με την κυπριακή Κυβέρνηση και τους διεθνείς οργανισμούς, ώστε να τελειώσει με αίσιο τρόπο η τραγωδία του νησιού. Μιλάμε για ένα θέμα που έχει ακριβώς τη δική μου ηλικία. Όσοι Πρωθυπουργοί έχουν περάσει από εδώ, έχουν μιλήσει για την Κύπρο και για την ανάγκη επίλυσης.
Θέλω να πω ότι εμείς στεκόμαστε ουσιαστικά δίπλα στις προσπάθειες του Προέδρου Αναστασιάδη και θεωρούμε θετική συγκυρία την αλλαγή ηγεσίας στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Εντούτοις, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το κυπριακό πρόβλημα είναι πρωτίστως πρόβλημα παράνομης εισβολή και κατοχής στο βόρειο τμήμα της νήσου.
Συνεπώς, οποιοδήποτε σχέδιο λύσης, για να αποτελεί βιώσιμη και αποδεκτή λύση, οφείλει να τερματίζει την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ο μόνος δρόμος για να ισχυροποιήσουμε πραγματικά τη θέση της χώρας μας στο διεθνές περιβάλλον είναι να πετύχουμε στους στόχους που έχουμε θέσει αυτήν την τετραετία και να καταφέρουμε, σφίγγοντας τα δόντια, να βάλουμε ένα τέλος, σε σύντομο χρονικό διάστημα –όχι από τη μια μέρα στην άλλη, είναι προφανές, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα- σε αυτή τη μνημονική επιτροπεία και να καταφέρουμε να βγούμε από αυτήν την πρωτοφανή κρίση για τη χώρα μας, αλλά με τον λαό και την κοινωνία όρθια.
Έχουμε κάνει ήδη βήματα. Παρά το μικρό μας μέγεθος, τολμήσαμε να σταθούμε στα πόδια μας, να αμφισβητήσουμε τους μονόδρομους της εγχώριας και της ξένης ελίτ. Ξέρετε, ο ελληνικός λαός έχει γίνει σύμβολο αγώνα και διεκδίκησης, όχι μόνο στην Ευρώπη, σε όλον τον κόσμο, και γι’ αυτό τον λόγο μπορούμε να περπατούμε ξανά περήφανοι και να κοιτάζουμε το μέλλον με αισιοδοξία, παρά τις δυσκολίες που έχουμε μπροστά μας.
Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά ότι οι δυσκολίες θα είναι μεγάλες. Γνωρίζουμε ότι έχουμε μπροστά μας αναταράξεις και δύσκολες αποφάσεις. Είμαι, όμως βαθιά πεπεισμένος ότι θα τα καταφέρουμε. Θα περάσουμε γρήγορα τον κάβο της πρώτης αξιολόγησης, θα κλείσουμε τα μεγάλα θέματα της ανακεφαλαιοποίησης, θα ανοίξει η συζήτηση για το χρέος, με θετικό πρόσημο και με θετική απόφαση, και θα προχωρήσουμε με σταθερό βήμα, ώστε να αλλάξουμε τη χώρα μας, με κινητοποίηση όλων των ζωντανών και παραγωγικών δυνάμεων αυτής της χώρας.
Ταυτόχρονα, όμως, με κεντρικό μας μέλημα την προστασία των πιο αδύναμων, τη στήριξη των νέων ανθρώπων, την απόδοση δικαιοσύνης και τη δίκαιη κατανομή των βαρών, την ενίσχυση και όχι την επιπλέον απορρύθμιση της εργασίας, τον σεβασμό στο περιβάλλον και πάνω απ’ όλα στη δημοκρατία, που απαιτεί διάλογο και κοινωνική συμμετοχή.
Πιστεύω ότι έχουμε τη δυνατότητα να βάλουμε τα θεμέλια ενός νέου κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου απαλλαγμένου από τα βαρίδια του παρελθόντος. Έχουμε σήμερα τη δυνατότητα να βάλουμε τα θεμέλια για μια νέα αναπτυξιακή πορεία με κοινωνικό πρόσημο, ώστε αυτή η τετραετία να μείνει στην ιστορία ως η τετραετία του τέλους της κρίσης αλλά και των μεγάλων τομών, ρήξεων και μεταρρυθμίσεων που θα σηματοδοτήσουν μία νέα αρχή για τον τόπο. Και είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι στο τέλος αυτής της δύσκολης και κρίσιμης τετραετίας θα έχουμε τη δυνατότητα να έχουμε δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον, να ζούμε σε μια χώρα διαφορετική, μια χώρα με δημοκρατική και κοινωνική ευημερία, μια χώρα όπου οι νέοι άνθρωποι θα κοιτούν με αισιοδοξία ξανά και με προσδοκία το μέλλον και θα μπορούν να ζήσουν και να προκόψουν εδώ, μια χώρα που θα έχει ανακτήσει την εργασία, την προοπτική της ευημερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Με αυτές τις σκέψεις σάς καλώ να δώσετε σήμερα ψήφο εμπιστοσύνης αλλά και ουσιαστικής στήριξης σε αυτή τη δύσκολη προσπάθεια που ξεκινάμε τώρα όλοι μαζί.
Σας ευχαριστώ θερμά.