Ποιοι ήσαν άραγε οι πολιτικοί προσανατολισμοί του Νέου Ελληνισμού;

Κωδικός Πόρου: 00285-114464-6576
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 28/12/14 19:15
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Πολιτικά Θέματα, 00285-114464-6576




Περιγραφή:

Ποιοι ήσαν άραγε οι πολιτικοί προσανατολισμοί του Νέου Ελληνισμού;

Λένε πως η άνοδος νέων οικονομικών σχημάτων –του πρώιμου καπιταλισμού–, της νέας αστικής τάξης, αλλά και των ιδεών του ανθρωπισμού (στις οποίες καθοριστικό ρόλο έπαιζε η επανεύρεση της αρχαίας ελληνικής πνευματικής κληρονομιάς μέσω και των βυζαντινών παρακαταθηκών) αποτέλεσαν το έναυσμα για την ουσιαστική μεταλλαγή της ευρωπαϊκής οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!.

Το 2008, το Ίδρυμα της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία οργάνωσε κύκλο διαλέξεων, με θέμα «Πολιτικοί προσανατολισμοί του νέου ελληνισμού». Πέντε κορυφαίοι επιστήμονες αναφέρθηκαν σε ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, που όρισαν τη διαδρομή των Ελλήνων σε μία περίοδο πολλών εκατοντάδων ετών. Οι ομιλίες εκείνες, με τη μορφή επεξεργασμένων επιστημονικών άρθρων, παρουσιάζονται στον ανά χείρας τόμο.
Το μείζον πρόβλημα της νομιμοποίησης υπήρξε το κεντρικό ερώτημα που διαπέρασε τη νεότερη εποχή στην ευρύτερη διάρκειά της: πώς πρέπει να είναι οργανωμένες οι ανθρώπινες κοινωνίες; Πώς νομιμοποιείται η εξουσία; Η ίδια, άλλωστε, η έναρξη των “νεότερων χρόνων” συνδέεται, στην ευρωπαϊκή ιστορία, με την εμφάνιση οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων (αλλά και ιδεών, πρώτιστα την Αναγέννηση) που οδήγησαν στην αμφισβήτηση του παλαιότερου –για λόγους συντομίας, αν και λίγο απλουστευτικά, ας το αποκαλέσουμε “μεσαιωνικό”– μοντέλου διακυβέρνησης. Εκείνο βασιζόταν στη νομιμοποίηση που προσέφερε η πεποίθηση ότι η ανθρώπινη τάξη αντανακλούσε μία «ουράνια» ή «θεϊκής» προέλευσης βούληση, έναντι της οποίας, ασφαλώς, δύσκολα μπορούσε να υπάρξει αντίλογος• ειδικά στη Δυτική Ευρώπη, η διακυβέρνηση βασιζόταν, ακόμη, στις κοινωνικές δομές της φεουδαρχίας και στην κληρονομική διαδοχή στους κόλπους μιας περιορισμένης κοινωνικής ομάδας αριστοκρατών. Ήδη όμως στα τέλη του Μεσαίωνα, οι κοινωνίες γίνονταν πολύ πιο πολύπλοκες: η άνοδος νέων οικονομικών σχημάτων –του πρώιμου καπιταλισμού–, της νέας αστικής τάξης, αλλά και των ιδεών του ανθρωπισμού (στις οποίες καθοριστικό ρόλο έπαιζε η επανεύρεση της αρχαίας ελληνικής πνευματικής κληρονομιάς μέσω και των βυζαντινών παρακαταθηκών) αποτέλεσαν το έναυσμα για την ουσιαστική μεταλλαγή της ευρωπαϊκής οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.

Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε με τις εξελίξεις των επόμενων αιώνων: την ανάπτυξη νέων μορφών παραγωγής και του εμπορίου –άρα και νέων διαύλων για την κυκλοφορία των ιδεών• την άνοδο των πρώτων εθνικών κρατών, βασισμένων σε ευρύτερες συναινέσεις και περισσότερο πρόσφορων για την κινητοποίηση παραγωγικών δυνάμεων. Ο Διαφωτισμός, βασισμένος στον ορθό λόγο, έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της επιστημονικής έρευνας και γνώσης• και μέσω αυτών, αναδείκνυε το μείζον θέμα της αξίας του ανθρώπου, απαλλαγμένου από τις ακαμψίες του φεουδαρχικού συστήματος, της κληρονομικής διαδοχής στην κοινωνική και πολιτική εξουσία, της θρησκοληψίας. Και τα κύματα της μεγάλης αναστάτωσης που προκάλεσαν η Αμερικανική και κατόπιν (ιδίως) η Γαλλική Επανάσταση έθεταν πλέον, με τον πιο έντονο τρόπο, το πρόβλημα της νομιμοποίησης. «We, the people», ήταν η επίκληση του Συντάγματος της Αμερικανικής Συμπολιτείας. «Ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα» κήρυσσε η Γαλλική Επανάσταση, που καλούσε, στη Μασσαλιώτιδα, τα «παιδιά της πατρίδας» να συναντήσουν τη μέρα της δόξας τους. Παρά τις –εν μέρει, αναπόφευκτες– ακρότητες, ήταν μία διαδικασία, τη δυναμική της οποίας η Ιερά Συμμαχία, την επαύριον της ήττας του Ναπολέοντα, μπόρεσε μόνο να αναβάλει, όχι να αναστείλει. Ο κόσμος δεν θα ήταν ποτέ πια ο ίδιος.
Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, ο ευρωπαϊκός κοινοβουλευτισμός αναπτύχθηκε σταδιακά, και μερικές φορές επώδυνα, μέσα από μια γιγάντια διεργασία που συνδύαζε πολλά στοιχεία: την εξέλιξη της τεχνολογίας και τη διευκόλυνση της επικοινωνίας• τις μεταλλαγές που έφερνε η βιομηχανική επανάσταση στην οικονομία, στο κοινωνικό σώμα, στις ιδεολογικές αντιλήψεις• το αίτημα για καθολικότητα της ψήφου, με την επέκταση του δικαιώματος σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, και βέβαια (στον 20ό αιώνα) στις γυναίκες• και τέλος, την ανάδυση των κοινωνικών προσανατολισμών της δημοκρατίας, ιδιαίτερα μετά το 1945, όταν συγκροτήθηκε το ευρωπαϊκό “κράτος πρόνοιας”. Η διεργασία αυτή αναδείκνυε, πρώτιστα, την αξία του ανθρώπου καθαυτού, καθώς και την ανάγκη για λαϊκή/δημοκρατική νομιμοποίηση της εξουσίας• βασικά στάδια σε τούτο, η ανάπτυξη και διάδοση του έθνους-κράτους, βασισμένου στην αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, αλλά και η μεταπολεμική αναζήτηση μίας ευρωπαϊκής ενότητας εδρασμένης στο σεβασμό προς την ιδιοπροσωπία κάθε ευρωπαϊκού λαού. Ο σύγχρονος κοινοβουλευτισμός, με άλλα λόγια, αποτελεί την κορύφωση μιας μεγάλης πορείας, που συνδυάζει την εξέλιξη μαζί με (ορισμένες φορές) την επανάσταση.
Μέσα στην ευρύτερη ευρωπαϊκή πολιτική αναζήτηση εντάχθηκε και η ελληνική εμπειρία. Τη διαδικασία αυτή περιγράφουν τα κείμενα του παρόντος τόμου, αναδεικνύοντας (με τρόπο πάντοτε κριτικό) το βάθος, την πολυπλοκότητα και τον πλούτο, αλλά και τις ιδιαιτερότητες των πολιτικών προσανατολισμών του νέου ελληνισμού στην ευρύτερη διάρκεια της νεότερης εποχής. Η Αναστασία Παπαδία-Λάλα αναλύει θεσμούς κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης της Βενετοκρατίας. Η οργάνωση της ελληνοβενετικής Ανατολής καταδεικνύει ότι Γαληνοτάτη Δημοκρατία, η πλέον “νεωτερική” Μεγάλη Δύναμη του ύστερου Μεσαίωνα και της πρώιμης νεότερης εποχής, είχε ήδη απομακρυνθεί από τις παλαιότερες πολιτικές μεθοδολογίες και αναζητούσε περισσότερο σύνθετα σχήματα νομιμοποίησης, με τα οποία ο ελληνικός κόσμος ήρθε, έτσι, σε δημιουργική επαφή. Η Όλγα Κατσιαρδή-Hering αναφέρεται στην επίγνωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας, στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, στην οποία ήδη νωρίς προσανατολίστηκε ο ελληνισμός, κατά την αναζήτησή του για μία θέση στον κόσμο της νεωτερικότητας. Πρόκειται για μία σχέση με την Ευρώπη που επηρέασε, σε πολλά επίπεδα, την εθνική επανάσταση του 1821, αλλά και τη μετέπειτα πορεία του ελληνισμού.
Η συγκρότηση του ανεξάρτητου κράτους κατέστησε, με τρόπο πιο άμεσο, την Ελλάδα οργανικό τμήμα αυτής της ευρύτερης πολιτικής διεργασίας που σημάδεψε τη Γηραιά Ήπειρο. Η ελληνική πολιτική κουλτούρα διακρίθηκε ήδη νωρίς για τη θεμελιωδώς προοδευτική ροπή της: απόδειξη, η διενέργεια της επιτυχούς ελληνικής συνταγματικής επανάστασης το Σεπτέμβριο του 1843 –γεγονός που καθιστά τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό έναν από τους παλαιότερους της Ευρώπης. Την ίδια εποχή, ο κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα αναπτυσσόταν μαζί με την αναζήτηση της εθνικής απελευθέρωσης των ελληνικών πλειοψηφιών που βρίσκονταν εκτός του ελληνικού κράτους. Τούτη η Μεγάλη Ιδέα –όπως τονίζει ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος– βρισκόταν ταυτόχρονα σε ένα διαρκή διάλογο με τις αναδυόμενες τότε στην Ευρώπη τάσεις, και κυρίως την “αρχή των εθνοτήτων” (που αργότερα αποκλήθηκε “αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών”) με τις δικές της δημοκρατικές αναγωγές. Παράλληλα, το ανεξάρτητο κράτος επιζητούσε τη δημιουργική του ανάπτυξη, μία «φυγή προς τα εμπρός», την οποία εκπροσώπησε το μεγάλο μεταρρυθμιστικό κίνημα του βενιζελισμού στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Τις ρωγμές που –ωθώντας την Ελλάδα στον 20ό αιώνα– επέφερε το κίνημα αυτό, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό πεδίο, αναλύει ο Θανάσης Διαμαντόπουλος, αναδεικνύοντας την πολυμορφία των πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών εξελίξεων της ταραγμένης και κρίσιμης αυτής εποχής. Και, τέλος, ο Πάνος Καζάκος κάνει μια κριτική ανασκόπηση της μεταπολεμικής εποχής, όταν το πρόβλημα της νομιμοποίησης είχε πλέον κορυφωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο (με τον Ψυχρό Πόλεμο), ενώ παράλληλα η Ελλάδα αναζητούσε στην οικονομική ανάπτυξη και στην εδραίωση της δημοκρατίας τους νέους στόχους που θα διαδέχονταν την επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης. Οι μεθοδολογίες της ανάπτυξης αποτέλεσαν κρίσιμο κρίκο στην προσαρμογή –ή, άλλες φορές, στην αδυναμία προσαρμογής– του ελληνικού κράτους στο σύγχρονο κόσμο.
Η σύγχρονη δημοκρατία αποτελεί τον καρπό μιας μεγάλης και μακράς ιστορικής διεργασίας. Όπως συνέβη σε όλη την Ευρώπη, οι προσλήψεις της ελληνικής κοινότητας (συνακόλουθα, οι ρίζες της σημερινής ελληνικής δημοκρατίας) αποτέλεσαν και αυτές αντικείμενο εξέλιξης, από την εποχή κατά την οποία άρχισε να σχηματίζεται η ταυτότητα του νέου ελληνισμού –σχηματικά, από τον 13ο και τον 14ο αιώνα. Παράλληλα, παρακολούθησαν την εξέλιξη των αντίστοιχων διεργασιών στην Γηραιά Ήπειρο, σε ένα διαρκή διάλογο –έντονο, πολύπλευρο, μερικές φορές επώδυνο ή και εν μέρει συγκρουσιακό, αλλά πάντοτε δημιουργικό και διαδραστικό– με αυτήν την έννοια της “Ευρώπης”, που και η ίδια εξελίχθηκε στο χρόνο έως τις ημέρες μας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο τόμος βασίζεται στις έννοιες της συνέχειας και της εξέλιξης. Η πρώτη –η έννοια του ιστορικού συνεχούς– επισημαίνει την ενότητα του ιστορικού χρόνου, ο οποίος γίνεται κατανοητός (ιδιαίτερα σε διεργασίες όπως αυτές που εξετάζονται εδώ) μόνο ενιαία και σε ευρύτερες διάρκειες. Από την άλλη πλευρά, η επίγνωση της εξέλιξης απαιτεί να έχουμε πάντοτε υπόψη ότι οι έννοιες μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο• δεν υπάρχει στατικότητα στην ιστορία, ειδικά μάλιστα όταν εξετάζονται σχήματα πολιτειακής οργάνωσης και πολιτικής εξουσίας. Στην ίδια την εξέλιξη των ιστορικών μεγεθών, βρίσκεται και το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της συνέχειάς τους. Για τούτο, ο ιστορικός χρόνος κατανοείται με πολύ κόπο. Αυτός, άλλωστε, ο κόπος της (ιστορικής και πολιτικής) επίγνωσης, τον οποίο καλείται να εισφέρει ο ελεύθερος άνθρωπος, ο πολίτης, υπήρξε εξαρχής –από την αυγή ήδη των νεότερων χρόνων– μία από τις βασικότερες προϋποθέσεις της επιτυχούς πορείας προς τη δημοκρατία.
Σε αυτόν τον κόπο του Έλληνα πολίτη φιλοδοξεί να συμπαρασταθεί το Ίδρυμα της Βουλής με την ευρύτερη δράση του, και με την ανά χείρας έκδοση. Είναι αυτονόητο ότι ο παρών τόμος δεν διεκδικεί κάποια “πληρότητα” ως προς την πραγμάτευση των πολιτικών προσανατολισμών του νέου ελληνισμού. Ενσωματώνει, όμως, υψηλής ποιότητας επιστημονικό λόγο –δυναμικό, φωτισμένο, ουσιαστικό, κριτικό και, βέβαια, υπεύθυνο, στηριγμένο στις πηγές– για ορισμένες από τις αναζητήσεις των Ελλήνων σχετικά με το ζήτημα της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης. Το Ίδρυμα της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία παραδίδει στο ελληνικό κοινό ένα έργο που αποσκοπεί να συμβάλει στον ευρύτερο διάλογο, ο οποίος ασφαλώς θα συνεχιστεί και από τον οποίο θα εξακολουθήσει να εξαρτάται η δημοκρατική πορεία του τόπου.

Ευάνθης Χατζηβασιλείου
Αναπληρωτής καθηγητής,
Τµήµα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Πανεπιστήµιο Αθηνών
Μέλος της Επιστηµονικής Επιτροπής του Ιδρύµατος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισµό και τη ∆ηµοκρατία