Τι άλλο είχε προφητέψει η Σίβυλλα για τον Χριστό;

Κωδικός Πόρου: 00285-114568-975
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 18/08/11 17:39
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Προφητείες... , 00285-114568-975




Περιγραφή:

Τι άλλο είχε προφητέψει η Σίβυλλα για τον Χριστό;

Διαβάστε πώς η Σίβυλλα προφητεύει τι θα διδάξει ο Ιησούς Χριστός, ενώ συγκλονίζει η αναφορά της σε διδαχές που έχουν σχέση με αυτές των Δέκα Εντολών του Κυρίου, αλλά και πολλά από αυτά που είπε ο Χριστός στην επί του Όρους Ομιλία Του!...

Το άντρο της Σίβυλλας στην Κύμη της Ιταλίας: τραπεζοειδής διάδρομος της αρχαϊκής εποχής, ο οποίος συνδεόταν με τον ναό του Απόλλωνα. (Βλέπε εγκυκλοπαίδεια «δομή»)

ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ξαναπεί, αλλά ας θυμίσουμε στις φίλες και τους φίλους τι ήσαν οι λεγόμενες Σίβυλλες. Πρόκειται για μια ονομασία που έδιναν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι σε ορισμένες γυναίκες που υποτίθεται πως εμπνέονταν από κάποια θεότητα, συνήθως τον Απόλλωνα. Ήταν συνήθως νεαρές κοπέλλες που ζούσαν σε μοναχικές σπηλιές ή κοντά σε πηγές, είχαν το χάρισμα της μαντείας και έλεγαν τις προφητείες τους υπό το κράτος έκστασης. Μερικές φορές τις παριέγραφαν ως ιέρειες του Απόλλωνα, και άλλοτε πάλι ως ευνοούμενες γυναίκες ή κόρες του.
Η αρχαιότερη από τις θρυλικές Σίβυλλες ήταν η Ηροφίλη, που έκανε προφητείες σχετικές με τον Τρωικό πόλεμο. Ήταν γνωστή ως Σίβυλλα η Ερυθραία, εξαιτίας της κόκκινης γης της Μαρπήσσου, στην Τρωάδα όπου είχε γεννηθεί. Η πόλη της Ερυθραίας, στην Ιωνία, διεκδικούσε επίσης τη γέννησή της. Κατά την παράδοση, όταν ο Απόλλων της ζήτησε να διαλέξει ένα δώρο, εκείνη ζήτησε να ζήσει τόσα χρόνια όσα οι κόκκοι της άμμου που κρατούσε στη χούφτα της, αλλά παρέλειψε να ζητήσει και συνεχή νεότητα. Δεν την αναφέρουν ούτε ο Όμηρος, ούτε ο Ησίοδος ή ο Ηρόδοτος.
Ο Πλάτωνας αναφέρει μια Σίβυλλα, αλλά καθώς τα χρόνια περνούσαν κι άλλες Σίβυλλες γίνονταν διάσημες, όπως η Κυμαία (από την Κύμη της Ιταλίας, που πολλές φορές την ταύτιζαν με την Ερυθραία), η Λιβυκή, κ.ά. Ο Τριμάλκιος, ήρωας του Πετρωνίου, λέει πως είχε δει με τα ίδια του τα μάτια τη Σίβυλλα στην Κύμη. Όταν τα παιδιά την ρωτούσαν: «Σίβυλλα, τι θέλεις;», εκείνη συνήθιζε να απαντά: «θέλω να πεθάνω». Φαίνεται πως η επιθυμία της πραγματοποιήθηκε, γιατί στα χρόνια του Παυσανία έδειχναν στην Κύμη μια τεφροδόχη που περιείχε τις στάχτες της.
Οι προφητείες των Σιβυλλών είχαν συγκεντρωθεί σε βιβλία που είναι γνωστά ως Σιβυλλικά Βιβλία. Οι Σιβυλλικές προφητείας που έχουν διασωθεί είναι νεότερα έργα (τα παλαιότερα ίσως να ανήκουν στον 2ο αιώνα π.Χ.), ιουδαιοελληνικής ή Ιουδαιο-χριστιανικής προέλευσης, και αποτελούν προφητείες καταστροφών. Η λεγόμενη σπηλιά της Κυμαίας Σίβυλλας, (το άντρο της, που βλέπουμε πιο πάνω)  ανακαλύφτηκε το 1932 στο Μόντε Κούμα, κοντά στη Νεάπολη, στην τοποθεσία της αρχαίας Κύμης.

Το απόσπασμα της Σϊβυλλας της Κυμαίας που μιλάει για τον Χριστό.

 

Τι άλλο είχε προφητέψει η Σίβυλλα για τον Χριστό;

Διαβάστε τώρα Σίβυλλα προφητεύει τι θα διδάξει ο Ιησούς Χριστός, ενώ συγκλονίζει η αναφορά της σε διδαχές που έχουν σχέση με αυτές των Δέκα Εντολών του Κυρίου!...

«…αγνός γαρ Χριστός τούτοις τα δίκαια βραβεύσει
και δοκίμους στέψει, αυτάρ θέμα μάρτυσι δώσει
αθάνατον άχρι και θανάτου τον αγώνα ποιούσιν.
παρθενικοίς δέ δραμούσι καλώς άφθαρτον άεθλον
δώσει του θέματος και τοις τα δίκαια νέμουσιν
ανθρώποις πάσίν τε και έθνεσιν αλλοδαποίσιν
τοις οσίως ζώουσι θεόν θ’ ένα γινώσκουσιν.
οι δ’ αγαπώσι γάμον τε γαμοκλοπιών τ’ απέχονται,
δώσει πλούσια δώρα, αιώνιον ελπίδα και τοις
πασά τε γαρ ψυχή μερόπων θεού εστι χάρισμα,
κου θέμις ανθρώποις την άλγεσι πάσι μιαίνειν.»

 

Το δεύτερο απόσπασμα της Σίβυλλας της Κυμαίας που μιλάει για θέματα που έχουν άμεση σχέση με τις Δέκα Εντολές του Κυρίου!... Και όχι μόνο!...


Ιδού, λοιπόν, ορισμένες από τις Διδαχές του Κυρίου, αλλά και πολλά από αυτά που είπε ο Ιησούς Χριστός στην περίφημη επί του Όρους ομιλία Του:

«μη πλουτείν αδίκως, αλλ’ εξ οσίων βιοτεύειν.
αρκείσθαι παρεούσι και αλλοτρίων απέχεσθαι.
ψεύδεα μη βάζειν, τα δ’ ετήτυμα πάντα φυλάσσειν.
(μηδέ μάτην είδωλα σέβου• τον δ’ άφθιτον αιεί)
πρώτα θεόν τίμα, μετέπειτα δε σείο γονήας.
πάντα δίκαια νέμειν, μηδ’ εις κρίσιν άδικον έλθης.
μη ρίψης πενίην αδίκως, μη κρίνε προσώπω
ην συ κακώς δικάσης, μετέπειτα θεός σε δικάσσει.
μαρτυρίην ψευδή φεύγειν, τα δίκαια βραβεύειν.
παρθεσίην τηρείν αγάπην δ’ εν πάσι φυλάσσειν
μέτρα νέμειν τα δίκαια καλόν δ’ επίμετρον άπασιν.
σταθμόν μη κρούειν ετερόζυγον, αλλ’ ίσον έλκειν.
μήδ’ επιορκήσης μήτ’ αγνώς μήτε εκοντί
ψεύδορκον στυγέει θεός, όττι κεν αν τις ομόσση.
(εξ αδίκων έργων δώρον χέρι μήποτε δέξη.)
σπέρματα μη κλέπτειν• επαράσιμος όστις έληται
(εις γενεάς γενεών <εις> σκορπισμόν βιότοιο.
μη αρσενοκοιτείν, μη συκοφαντείν, μήτε φονεύειν)
μισθόν μοχθήσαντι δίδου μη θλίβε πένητα.
γλώσση νουν εχέμεν κρυπτόν λόγον εν φρεσίν ίσχειν.
(ορφανικοίς χήραις επιδευομένοις δε παράσχου.)
μήτ’ αδικείν εθέλης μήτ’ ουν αδικούντα εάσης.
πτωχοίς ευθύ δίδου μήδ’ αύριον ελθέμεν είπης.
(ιδρώση σταχύων χειρί χρήζοντι παράσχου.
ος δ’ ελεημοσύνην παρέχει, θεώ οίδε δανείζειν.
ρύεται εκ θανάτου έλεος, κρίσις οππόταν έλθη.
ου θυσίην, έλεος δε θέλει θεός αντί θυσίης.
ένδυσον [ουν] γυμνόν, μετάδος πεινώντ' άρτων σων)
άστεγον εις οίκον δέξαι και τυφλόν οδήγει.
ναυηγούς οίκτειρον ο γαρ πλους εστιν άδηλος,
χείρα πεσόντι δίδου σώσον δ’ απερίστατον άνδρα.
κοινά πάθη πάντων, βίοτος τροχός, άστατος όλβος,
πλούτον έχων σην χείρα πενητεύουσιν όρεξον.
ων σοι έδωκε θεός, τούτων χρήζοντι παράσχου.
κοινός πας ο βίος μερόπων, άνισος δε τέτυκται.
(μήποτε άνδρα πένητα ιδών σκώψης επέεσσιν
μηδέ κακώς γε προσείπης μωμητόν τινα φώτα.
το ζην εν θανάτω δοκιμάζεται ει τις έπραξεν
έκνομον ή δίκαιον, διακρίνεται εις κρίσιν ελθών.
μηδέ φρένας βλάπτειν οίνω μηδ’ άμετρα πίνειν.
αίμα δε μη φαγέειν, ειδωλοθύτων δ’ απέχεσθαι)
το ξίφος αμφιβαλού μη προς φόνον, αλλ' επ' άμυναν•
είθε δε μη χρήση μήτ' έκνομα μήτε δικαίως καν γαρ
αποκτείνης εχθρόν, σέο χείρα μιαίνεις.
αγρού γειτονέοντος απόσχου, μηδ’ αρ’ υπερβής
πας όρος εστί δίκαιος, υπερβασίη δ’ αλεγεινή.
κτήσις ονήσιμός έσθ’ οσίων, αδίκων δέ πονηρά,
μηδέ τιν’ αυξόμενον λωβήση καρπόν αρούρης.
έστωσαν δ’ ομότιμοι επήλυδες εν πολιήταις•…»