Τι αποκαλύπτει η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη;

Κωδικός Πόρου: 00285-113833-1061
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 02/09/11 17:20
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Μεταφυσικές Ανησυχίες, 00285-113833-1061




Περιγραφή:

Τι αποκαλύπτει η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη;

Διαβάστε την συγκλονιστική περιγραφή του Ομήρου για την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη και την συνάντηση που είχε με την μάνα του στον κάτω κόσμο!.. Η συνάντηση που είχε ο Οδυσσέας με την μάνα του Αντίκλεια, αλλά και ο διάλογος που είχε μαζί της είναι συναρπαστικός, δεδομένου ότι ο ταλαίπωρος ήρωάς μας δεν εγνώριζε ότι είχε πεθάνει η μάνα του!

Η αναγνώριση του Οδυσσέα από την υπηρέτριά του Ευρύκλεια. Όλες οι σκηνές που περιγράφει ο Όμηρος είναι συγκλονιστικές, όπως αυτή με τη μάνα του Αντίκλεια στον κάτω κόσμο!..

Ως γνωστόν ο Όμηρος (1), πέραν του έπους της Ιλιάδος, έγραψε και το έπος της Οδύσσειας, στην οποίαν περιγράφει τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα (2) μετά την πολιορκία της Τροίας.
Όποιος διαβάσει, λοιπόν, την «Ραψωδία Λ» της Οδύσσειας, η οποία ονομάζεται και «Νέκυια» ή «Νεκύα» (3), θα διαπιστώσει ότι στην ενδέκατη αυτή ραψωδία ο Όμηρος απαγγέλλει πώς εδόθησαν οι εντολές της μάγισσας Κίρκης (4) στον Οδυσσέα την ώρα που κατέβαινε στον Άδη και μάλιστα πώς άκουσε τον μάντη Τειρεσία (5), που μιλούσε για τον εαυτό του, όπως και των άλλων εταίρων σωτηρίας, αλλά και για τους ήρωες και τις ηρωίδες του Τρωϊκού Πολέμου που είδε στον κάτω κόσμο («και των εν Άδου κολαζομένων τινας»).

Εκείνο, όμως, που προκαλεί συγκίνηση στους αναγνώστες είναι η συνάντηση που είχε ο Οδυσσέας με την μάνα του Αντίκλεια (6), αλλά και ο διάλογος που είχε μαζί της, δεδομένου ότι ο ταλαίπωρος ήρωάς μας δεν εγνώριζε ότι είχε πεθάνει η μάνα του!
Αξίζει κανείς να διαβάσει την σχετική περικοπή της «Ραψωδίας Λ» της Οδύσσειας, αφού προηγουμένως δώσει μεγάλη προσοχή σε ένα τελετουργικό που προηγήθηκε της καθόδου του Οδυσσέως στον Άδη:

«Έφτασε πια το καράβι στην άλλη άκρη του Ωκεανού, εκεί όπου υπάρχουν υπόγεια ρεύματα και όπου βρίσκεται η χώρα και η πόλη των Κιμμερίων, που είναι σκεπασμένη με νέφη και καταχνιά και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου δεν τη βλέπουν, ούτε κι όταν ανεβαίνει ψηλά στον έναστρο ουρανό, ούτε κι όταν κατεβαίνει και πάλι στη γη κι η νύχτα που απλώνεται πάνω από τους δυστυχούς θνητούς, είναι βαριά και παγωμένη. Όταν στον τόπο εκείνο φτάσαμε, σύραμε το καράβι στην άμμο και βγάλαμε έξω τα πρόβατα. 'Επειτα, βαδίζοντας δίπλα στο ρεύμα του Ωκεανού, φτάσαμε στον τόπο που μας είχε περιγράψει η Κίρκη.
Εκεί ο Περιμήδης και ο Ευρύλοχος κρατούσαν σφιχτά τα σφάγια. Τότε, εγώ τράβηξα το μυτερό σπαθί από το μηρό μου και άνοιξα λάκκο μ' έναν πήχη φάρδος και μάκρος και ολόγυρα του έχυνα σταγόνες από μέλι με γάλα πρώτα, ύστερα από γλυκό κρασί και τέλος από νεράκι, αφιέρωμα σε όλους τους νεκρούς. Τέλος, επάνω του πασπάλιζα λευκό κριθάλευρο. Με επιμονή εκκλήσεις έκανα στα αδύναμα κεφάλια των νεκρών κι έταζα ένα θηλυκό στείρο βόδι, το καλύτερο, να σφάξω στο παλάτι μου και στη φωτιά να ρίξω σκεύη πολύτιμα, αν καταφέρω να φτάσω στην Ιθάκη. Και ξεχωριστά, μόνο γι' αυτόν, οτον Τειρεσία θα σφάξω ένα ολόμαυρο κριάρι, το πιο καλό ανάμεσα στα άλλα του κοπαδιού μας. Κι αφού έκανα λιτανεία με τάματα και εκκλήσεις στο σύνολο των νεκρών, έφερα κοντά τα πρόβατα και επάνω εκεί στο λάκκο έκοψα το λαιμό τους κι έτρεχε το μαύρο αίμα. Αμέσως τότε, από το έρεβος του κάτω κόσμου συγκεντρώθηκαν οι ψυχές των νεκρών: νύφες, νεαρά παλικάρια, κατεστραμμένοι γέροντες και κορίτσια τόσο τρυφερά, που είχαν ματωμένη την καρδιά από το μεγάλο, πρόωρο πένθος. Ήταν πολλοί κι αυτοί που είχαν χτυπηθεί από κοντάρια χάλκινα, άνδρες που τη ζωή τους έχασαν πολεμώντας με αιματοβαμμένα στα χέρια τους όπλα. Όλοι αυτοί λοιπόν είχαν συγκεντρωθεί γύρω από το λάκκο, ερχόμενοι και από άλλα μέρη, ξεσηκώνοντας στο πέρασμα τους μεγάλο βουητό. Κι εγώ ένιωσα να με συγκλονίζει δέος. Καθώς συνέβαιναν όλα αυτά, ώθησα στους συντρόφους μου τα σφαγιασμένα ζώα που βρίσκονταν πεσμένα καταγής από 4; το φονικό χαλκό, να τα γδάρουν και να τα κάψουν, κάνοντας ευχές προς τους θεούς, τον κραταιό Άδη και την τρομερή Περσεφόνη. Την ώρα που έπρεπε κι εγώ, αφού από το μηρό μου έβγαλα το κοφτερό σπαθί, στεκόμουν εκεί και δεν άφηνα τα αδύναμα κεφάλια των νεκρών να σκύψουν επάνω από το αίμα, πριν τον Τειρεσία μπορέσω να ρωτήσω ό,τι ήθελα.
Και η ψυχή του Ελπήνορα, του συντρόφου μου, ήρθε πρώτη. Το σώμα του δεν είχε ταφεί ακόμη κάτω από το πλατύ στήθος της γης. Εμείς το αφήσαμε άταφο, χωρίς να τον κλάψουμε στο παλάτι της Κίρκης, επειδή ήμασταν πιεσμένοι από το άλλο, το βαρύ καθήκον. Όταν τον είδα τον λυπήθηκα και δάκρυσε η καρδιά μου κι αμέσως τον χαιρέτησα, λέγοντας του τα λόγια τα εξής: «Πώς έφτασες μέχρι εδώ Ελπήνορα, στο τρομακτικό αυτό σκοτάδι; Πιο γρήγορα από εμένα που ήρθα εδώ με το γρήγορο καράβι έφτασες, αν και ερχόσουν με τα πόδια».
Βογκώντας εκείνος όταν άκουσε τα λόγια μου, απάντησε: «Γιε του Λαέρτη, παιδί του Δία, πολυμήχανε Οδυσσέα, με κατάστρεψε η κακή οργή ενός δαίμονα και το κρασί που ήπια χωρίς μέτρο. Στο παλάτι της Κίρκης ξάπλωσα και βυθίστηκα στον ύπνο. Με το μυαλό σκοτεινιασμένο δεν μπόρεσα να κατεβώ την ψηλή τη σκάλα που ανέβηκα, έτσι έπεσα με το κεφάλι από τη στέγη και τσακίστηκα. Με αυτό τον τρόπο διαλύθηκαν οι κλειδώσεις στο σβέρκο μου και αμέσως η ψυχή μου κατέβηκε στον Άδη. Σε ξορκίζω όμως τώρα, στο όνομα όλων εκείνων που σου λείπουν, εννοώ τη γυναίκα σου, τον πατέρα που σε ανέθρεψε από μικρό και τον Τηλέμαχο, που ολομόναχο τον άφησες στο σπίτι. Σαν τον πλινθόκτιστο αφήσεις Άδη, θα ξαναδέσεις στο λιμάνι της Αίας με το καλοφτιαγμένο σου καράβι. Όταν λοιπόν, άρχοντα μου, φτάσεις εκεί, σε παρακαλώ μη με ξεχάσεις. Μη φύγεις και με αφήσεις άταφο, χωρίς να μ' έχουν κλάψει. Κι αν σε αυτή την κατάσταση με αφήσεις, μπορεί να γίνω αφορμή να πέσει επάνω σου η οργή του θεού. Κάψε πρώτα το σώμα μου μαζί με τα άρματα μου, όσα εγώ κατείχα. Έπειτα, στήσε μνημείο στην ακροθαλασσιά, για μένα που με κατέστρεψε η δυστυχία, να το βλέπουν οι άνθρωποι στο μέλλον και να με θυμούνται. Κι όταν έχεις πια κάνει όλα τούτα, στήριξε στον τύμβο μου το κουπί, αυτό που κρατούσα όσο ήμουν ζωντανός και με τους άλλους τους συντρόφους μου κωπηλατούσα».
Αυτά τα λόγια μου είπε κι εγώ του απάντησα: «Ω δυστυχισμένε, όλα αυτά που επιθυμείς θα γίνουν και τίποτα δεν θα σου λείψει».

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ!..

Αυτά τα λόγια λέγοντας ο ένας στον άλλο, μέναμε ακίνητοι αντικριστά. Στη μια μεριά εγώ με το σπαθί στο χέρι, φυλάγοντας το αίμα, στην άλλη η σκιά του συντρόφου μου, που μιλούσε και έλεγε πολλά.
Τότε, φάνηκε η ψυχή της μάνας μου, γιατί στο μεταξύ είχε πεθάνει η κόρη του μεγαλόκαρδου Αυτολύκου, η Αντίκλεια που ζωντανή την άφησα, όταν ξεκίνησα για την άγια Τροία. Όταν την είδα, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα και πόνεσε η ψυχή μου. Παρ' όλα αυτά, δεν την άφησα να πλησιάσει στο αίμα, αν και με έτρωγε ο καημός, πριν μπορέσω τον Τειρεσία να ρωτήσω ό,τι ήθελα.
Και ήρθε τότε η ψυχή του Θηβαίου Τειρεσία. Κρατούσε το χρυσό της σκήπτρο κι αμέσως γνώρισε ποιος ήμουν και με χαιρέτησε: «Γιε του Λαέρτη, γέννα του Δία, πολυμήχανε Οδυσσέα, πώς και γιατί δύστυχε, αφού εγκατέλειψες το φως του ήλιου ήρθες εδώ, σε αυτό τον έρημο τόπο, νεκρούς να συναντήσεις; Ωστόσο, φύγε μακριά από το λάκκο και κάνε στην άκρη το κοφτερό σπαθί σου, να πιω αίμα, για να σου πω όλη την αλήθεια».
Υπάκουσα σε ό,τι μου είπε κι έκανα πίσω, και το ξίφος μου με τα αργυρά καρφιά το έβαλα ξανά στη θήκη. Ο τέλειος μάντης τότε ήπιε από το μαύρο αίμα κι έπειτα στράφηκε προς εμένα και τα λόγια τα εξής μου είπε: «Περίφημε Οδυσσέα, τη γλυκιά επιστροφή σου στην πατρίδα περιμένεις, κάποιος όμως από τους θεούς εμπόδιο θα σταθεί στο δρόμο σου. Επειδή μου φαίνεται απίθανο αυτός που σείει τη γη να ξεχάσει την οργή που έχει ανάψει μέσα του, απ' όταν τύφλωσες τον ίδιο του το γιο. Ωστόσο, ακόμη και με βάσανα ή πάθη μπορεί πίσω να γυρίσεις, αρκεί να συγκρατήσεις την ορμή σου εσύ και οι σύντροφοι σου, όταν θα αράξεις κάποτε με το γερό σου το καράβι στο νησί της Θρινακίας, αφού πια θα έχεις σωθεί από τη βαθυγάλανη θάλασσα. Στον τόπο εκείνο θα βρεις να βόσκουν βόδια θηλυκά και πρόβατα όλο μαλλί, που ανήκουν στον ήλιο, που βλέπει τα πάντα από ψηλά και τα πάντα ακούει. Αν καταφέρεις και δεν τα πειράξεις, αφοσιωμένος μένοντας στην επιστροφή σου στην πατρίδα, με πόνο έστω και με πάθη ίσως, τελικά, να φτάσετε και στην Ιθάκη. Αν όμως τα πειράξεις, τότε θα βρει και τους συντρόφους και το καράβι σου κακό μεγάλο. Εσύ όμως, που μπορεί και να γλιτώσεις, προβλέπω πως θα επιστρέψεις αργά και με άσχημο τρόπο στην πατρίδα, αφού χάσεις όλους τους συντρόφους σου και ταξιδέψεις με καράβι ξένο. Και στο σπίτι σου όμως όταν φτάσεις, νέες θα σε περιμένουν συμφορές, μνηστήρες ξιπασμένοι που σπαταλούν την περιουσία σου και επιθυμούν την όμοια με θεά γυναίκα σου να παντρευτούν, δώρα πολλά δίνοντας της. Παρ' όλα αυτά, όταν θα επιστρέψεις θα εκδικηθείς γι' αυτή την αδικία. Όταν όμως τους μνηστήρες τους σκοτώσεις στο παλάτι με κοφτερό χαλκό, παγίδα στήνοντας τους ή και με τρόπο φανερό, θα πρέπει να πάρεις στα χέρια σου κουπί καλά σχηματισμένο και να βαδίσεις, μέχρι να συναντήσεις ανθρώπους που ποτέ δεν έχουν δει θάλασσα και δεν τρώνε αλατισμένο φαγητό. Δεν γνωρίζουν ούτε καν τα πλοία, που είναι βαμμένα κόκκινα στις πλευρές τους ή τα κουπιά που γίνονται φτερά των καραβιών. Και θα σου φανερώσω κι άλλο σημάδι πεντακάθαρο και μην το λησμονήσεις. Όταν στο δρόμο σου βρεθεί διαβάτης να πει πώς στον όμορφο σου ώμο κουβαλάς λιχνιστήρι, τότε πάρε το καλοφτιαγμένο κουπί και χώσε το βαθιά στο χώμα και καλές θυσίες κάνε στο μεγάλο Ποσειδώνα, κριάρι, ταύρο και κάπρο που καβαλάει γουρούνες.(8) Έπειτα γύρνα στην πατρίδα σου και θυσίασε μια εκατόμβη στους αθάνατους θεούς και στον καθένα χωριστά, αυτούς που κυβερνούν τον απέραντο ουρανό. Μακριά από τη θάλασσα προβλέπω πως θα σε βρει γαλήνιος και γλυκός θάνατος, που θα έρθει για να σβήσει τη ζωή σου σε βαθιά, ώριμα γεράματα. Και ολόγυρα σου οι λαοί θα ζουν ευτυχισμένοι. Αυτά τα λόγια έπρεπε να σου πα; που δεν λαθεύουν και είναι αληθινά».

«ΝΑ ΔΕΙ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ»!..

Αυτά μου είπε κι εγώ του απάντησα: «Το γνωρίζω τώρα πια, Τειρεσία, ότι τη μοίρα μου τη σχεδίασαν μόνοι τους οι θεοί. Πες μου όμως και κάτι άλλο και μη μου κρύψεις την αλήθεια. Μπροστά μου βλέπω την ψυχή της πεθαμένης μάνας μου, να στέκεται κοντά στο αίμα και να μη μιλά, να μην μπορεί ούτε τον ίδιο της το γιο να αντικρίσει, ούτε να τον χαιρετίσει καν. Ω μάντη, πες μου τι πρέπει να γίνει, ώστε και πάλι να με αναγνωρίσει, να δει πως είμαι ζωντανός;»
Αυτά τα λόγια του είπα και εκείνος μου ξαναμίλησε: «Εύκολη συμβουλή θα σου δώσω, για να τη σκεφτείς. Όποιος από τους νεκρούς που τους βρήκε ο θάνατος πλησιάσει το αίμα, αυτός θα σου πει όλη την αλήθεια. Όποιον όμως δεν αφήσεις το αίμα να αγγίξει, θα κάνει πίσω και θα φύγει».
Αυτά τα λόγια μου είπε η ψυχή του Τειρεσία και ξεκίνησε να επιστρέψει στο παλάτι του Άδη, αφού προέβλεψε αυτά που επρόκειτο να γίνουν. Εγώ από την πλευρά μου καθόμουν ακίνητος. Τότε, με πλησίασε και η μάνα μου, που ήπιε από το μαύρο αίμα και αμέσως με αναγνώρισε. Οδυρόμενη άρχισε να μου μιλά, με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά: «Γιε μου, πώς έφτασες μέχρι εδώ ζωντανός στο τρομακτικό αυτό σκοτάδι; Είναι δύσκολο να δουν τον κόσμο το δικό μας οι ζωντανοί και πιο δύσκολος ακόμα ο τρόπος. Οι ποταμοί που μας χωρίζουν είναι μεγάλοι και τα νερά φριχτά, ο ίδιος ο Ωκεανός. Ένας πεζός είναι αδύνατον να τον περάσει, εκτός κι αν επιβαίνει σε πλοίο ανίκητο. Ή μήπως έφτασες στον κάτω κόσμο από την Τροία, για χρόνια ολόκληρα περιπλανώμενος με το καράβι και τους συντρόφους σου; Δεν πήγες στην Ιθάκη; Δεν είδες τη γυναίκα σου στο αρχοντικό σου;»
Αυτά με ρωτούσε εκείνη και εγώ της απάντησα: «Μητέρα, το χρέος μου με έφερε έως εδώ στον Άδη, επιδιώκοντας να πάρω προβλέψεις από την ψυχή του Θηβαίου Τειρεσία. Όχι, ακόμη δεν έφτασα στη χώρα των Αχαιών ούτε και το χώμα πάτησα της πατρίδας μου. Χρόνια πολλά περιπλανώμενος ζω βυθισμένος μέσα στον πόνο, από τότε που ξεκίνησα, ακολουθώντας το θεϊκό Αγαμέμνονα, και έφτασα στο Ίλιο που έχει καλές φοράδες, όπου πολέμησα τους Τρώες. Αυτό που τώρα θέλω να μάθω είναι άλλο, και μη μου κρύψεις την αλήθεια. Ποια μοίρα τάχα σε τσάκισε αδυσώπητου θανάτου; Κάποια αγιάτρευτη αρρώστια; Ή μήπως με τα πυκνά της βέλη σε πέτυχε και σε σκότωσε η Άρτεμις; Θα ήθελα ακόμη να μου πεις για τον πατέρα και το γιο που εγκατέλειψα. Στα χέρια τους έχουν ακόμη τη δική μου βασιλεία; Ή μήπως ήδη έχει πέσει σε ξένα χέρια, εκείνων που υποστηρίζουν πως ποτέ πια δεν θα επιστρέψω; Μίλησε μου και για τη γυναίκα που παντρεύτηκα, πες μου για την πίστη και τη θέλησή της. Παραστέκεται πλάι στο γιο της, φύλακας σταθερός της περιουσίας μου; Ή μήπως κάποιος άλλος την πήρε στο κρεβάτι του, ο πιο καλός και ο πιο ωραίος από τους Αχαιούς;»
Αυτά τη ρώτησα και αμέσως μου απάντησε η σεβάσμια μητέρα μου: «Να είσαι ήσυχος, εκείνη προσμένει κάνοντας υπομονή, μέσα στο σπίτι σας κλεισμένη. Μέσα στη θλίψη είναι πνιγμένες οι μέρες της και όλες της οι νύχτες μες στο κλάμα, για τη βασιλική τιμή σου. Όχι, κανείς ακόμη δεν την έκανε δική του. Ήσυχος ο Τηλέμαχος κανονίζει τα χωράφια και στα τραπέζια παίρνει πάντα ολόκληρο το μερτικό του, σύμφωνα με αυτό που πρέπει σε κάποιον που καθορίζει ποιο είναι το δίκαιο. Επειδή ακόμη όλοι τον καλούν. Ο πατέρας σου τώρα, αδιάκοπα μένει έξω στα χωράφια και στην πόλη πια δεν κατεβαίνει. Δεν έχει πια για να ξαπλώσει κρεβάτι καλά στρωμένο με φλοκάτες και λαμπερά σεντόνια. Όταν βαρύς καταφτάσει ο χειμώνας, κοιμάται στο έδαφος, μαζί με δούλους, δίπλα στη φωτιά, ντυμένος με τα κουρέλια του. Όταν πάλι έρθει το καλοκαίρι και ωριμάσουν οι καρποί, τότε παντού όπου βρεθεί, σε κήπους, πλαγιές και αμπέλια, μαζεύει τα φύλλα που έχουν πέσει καταγής και πάνω τους ξαπλώνει σεμνά. Κάθεται εκεί γεμάτος λύπη και το πένθος κάθε μέρα μεγαλώνει από την επιθυμία της δικής σου επιστροφή, γιατί βαριά γεράματα τον έχουν βρει. Με αυτό τον τρόπο έχασα κι εγώ τη ζωή μου κι έτσι με βρήκε ο θάνατος. Όχι, δεν με βρήκε μέσα στο παλάτι η θεά που σημαδεύει άριστα και πάντα βρίσκει το στόχο της. Δεν χάθηκα από τα πυκνά δικά της βέλη ούτε από κάποια μισητή αρρώστια που με βρήκε, αυτή που μαραίνει το σώμα του ανθρώπου και βγάζει την ψυχή μου. Μονάχα η μεγάλη επιθυμία μου για σένα και το έξυπνο μυαλό σου, λαμπρέ Οδυσσέα, και για την καλοσύνη σου που είναι γεμάτη ευγένεια, με οδήγησε στο τέλος της ζωής μου».

ΗΘΕΛΕ Ν’ ΑΓΚΑΛΙΑΣΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ!..

Αυτά μου είπε (η μάνα μου) κι εγώ μέσα μου αισθάνθηκα αναστατωμένος και την ψυχή θέλησα να αγκαλιάσω της πεθαμένης μάνας μου. Τρεις φορές όρμησα πάνω της, θέλοντας στην αγκαλιά μου να τη σφίξω, αλλά και τις τρεις εκείνη σαν σκιά, σαν όνειρο πέταξε μακριά μου. Κάθε φορά και πιο πολύ πονούσε η καρδιά μου, μέχρι που της μίλησα με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά: «Μάνα μου, γιατί δεν μένεις ακίνητη να σε αγκαλιάσω που τόσο σε ποθώ; Έλα εδώ στον Άδη να σφιχταγκαλιαστούμε, ώστε κι οι δυο μας να βρούμε παρηγοριά στον απαίσιο οδυρμό μας. Εκτός κι αν η αγέρωχη Περσεφόνη έστειλε κοντά μου τον άδειο μόνο ίσκιο σου, βαριά για να πενθώ και ν' αναστενάζω».
Αυτά τα λόγια της είπα και η σεβάσμια μητέρα μου απάντησε, λέγοντας μου τα εξής: «Αλίμονο, κακότυχο παιδί μου εσύ όσο κανείς στον κόσμο άλλος, όχι δεν σε κοροϊδεύει η Περσεφόνη, η κόρη του Δία. Αυτή είναι η μοίρα των θνητών, όταν κάποιος τους τη ζωή του χάνει. Τα νεύρα του δεν συγκρατούν πια τις σάρκες και τα κόκαλα του, όλα τους τα καταστέλλει η οργή της φωτιάς που λαμπαδιάζει, αφού χάσει τη ζωή του και αφήσει τα λευκά του οστά. Μόνο η ψυχή πετάει σαν όνειρο και φτερουγίζει. Παρ' όλα αυτά, έφτασε η ώρα να επιθυμήσεις να ξαναδείς το φως και μην αργείς. Πρόσεξε ακόμη και όλα αυτά που ολόγυρα σου βλέπεις, ώστε κάποτε να μπορείς να τα αφηγηθείς στη γυναίκα σου».
Ανταλλάσσαμε ακόμη κουβέντες μεταξύ μας, όταν πλησίασαν κοντά μας κι άλλες γυναίκες, αφού η περιβόητη Περσεφόνη τις ωθούσε. Όλες αυτές που κάποτε υπήρξαν σύζυγοι και κόρες διάσημων ηρώων. Εκείνες όλες μαζεύτηκαν γύρω από το μαύρο αίμα και αναρωτήθηκα πώς να τις ξεχωρίσω και κάθε μια ξεχωριστά να ρωτήσω. Κι έτσι όπως το σκέφτηκα, αυτή η λύση μου φάνηκε η καλύτερη. Τραβώντας το κοφτερό μου το σπαθί από το σφιχτό μηρό μου, δεν επέτρεψα να πιουν το μαύρο αίμα όλες μαζί. Με τη σειρά, η μια μετά την άλλη έπιναν το αίμα και για το γένος τους μιλούσαν κι εγώ ερωτήσεις έκανα σε όλες… « (9).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. ΟΜΗΡΟΣ. Ο μεγαλύτερος ποιητής του κόσμου κι όλων των αιώνων. Ο αθάνατος του έντεχνου λόγου που αυτός τον γέννησε και τον δίδαξε. Ο πλάστης του ρυθμού, του μέτρου, της καλλιέπειας. Ο πρώτος των πρώτων. Ο πατέρας των ποιητών. Για τη ζωή του τίποτα δεν είναι θετικό. Ούτε πότε γεννήθηκε ξέρουμε, ούτε και που γεννήθηκε. Μύθοι και υποθέσεις υπάρχουν μονάχα. Η πατρίδα του δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Εφτά πόλεις φιλονικούσαν γιατί τον πίστευαν δικό τους, αλλά και πολλές άλλες ακόμα. Ένα γνωστό επίγραμμα που υπάρχει από την αρχαιότητα θα μας πει: "Επτά πόλεις μάχονται για τη ρίζα του Ομήρου": Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι. Όμως σύμφωνα με άλλη παράδοση, στο επίγραμμα τον διεκδικούσαν και η Σαλαμίνα της Κύπρου και η Ρόδος και η Κύμη. Το πιο πιθανό είναι πως γεννήθηκε στη Χίο γιατί εκεί, όπως αναφέρεται από τον ποιητή Σιμωνίδη, ζούσε το γένος των Ομηρίδων. Η επιστήμη για το χρόνο που γεννήθηκε αποκλίνει περισσότερο στην άποψη του Ηρόδοτου που λέει πως ο Όμηρος μεγαλύτερός του κατά τετρακόσια χρόνια, ήταν σύγχρονος του Ησίοδου και πρέπει να έζησε κοντά στα 800 π.Χ. Η παράδοση αναφέρει πως γεννήθηκε τυφλός, ότι το πρώτο του όνομα ήταν Μελισηγένης ή Μελισηγενής, πως μητέρα του είχε τη νύμφη Κριθηίδα, και πατέρα του τον Μαϊωνα, και πως το συνηθισμένο του όνομα ήταν Όμηρος. Το συμπέρασμα πως ήταν τυφλός, βγήκε από την ετυμολογία του ονόματός του που έδωσε ο Έφορος ο Κυμαίος. Όμηρος, είπε, είναι ο μη οράν, εκείνος που δε βλέπει. Άλλοι νομίζουν πως δόθηκε για όμηρος όταν ακόμα ήταν νήπιο. Σαν τόπος που πέθανε ομολογείται από τους αρχαίους η Ίος. Εκεί θάφτηκε από τους κατοίκους του νησιού με μεγάλες τιμές και στον τάφο του χάραξαν επίγραμμα θαυμασμού. Έργα του είναι η "Ιλιάδα" και η "Οδύσσεια" και ίσως τα "Κύπρια έπη", "Βατραχομυομαχία", "Επίγονοι", "Θηβαϊς", κ.ά. Τα ομηρικά ποιήματα απασχόλησαν πολύ τους κριτικούς, δικούς μας και ξένους, και οι γνώμες ήταν διχασμένες. Από την εποχή του Μεγάλου Αλέξανδρου παρουσιάστηκε η άποψη ότι τα έργα "Ιλιάδα" και "Οδύσσεια" δεν ήταν γραμμένα από το ίδιο πρόσωπο, από τον ίδιο ποιητή. "Οι αναλυτικοί", όπως ονομάστηκαν οι υποστηριχτές της θεωρίας αυτής, οδηγήθηκαν στο παραπάνω συμπέρασμα από τη διαπίστωση πως και τα δυο ποιήματα δεν έχουν το ίδιο ύφος. Ακόμα και οι νεότεροι διαφωνούν. Ο Άγγλος ιστορικός Τόμψον, ο Γερμανός φιλόλογος Φρειδερίκος Βολφ και άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος δεν είναι το ίδιο κι ακόμα ή ένα πραγματικό πρόσωπο. Τα ομηρικά έπη δημιουργήθηκαν με τη συνένωση πολλών δημοτικών τραγουδιών που μεταξύ τους είχαν μια συγγένεια και μιλούσαν για ταξίδια, γι' αγώνες, για πολέμους. Τα μεταφέρανε, λένε, από τη Μικρά Ασία οι Ίωνες και οι Αιολείς και τα τραγουδούσαν οι ραψωδοί στις γιορτές διαμορφώνοντάς τα προς το καλύτερο. Ο Μ. Αλέξανδρος είχε πάντα την "Ιλιάδα" κάτω από το προσκέφαλό του και ο Γκαίτε δεν αποχωριζόταν την ομηρική ποίηση. Και τα δυο αυτά βιβλία είναι παγκόσμια γνωστά, έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και στην ελληνική υπάρχουν διάφορες μεταφράσεις. (Βλ. «Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό», Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»)
2. ΟΔΥΣΣΕΑΣ. Ο ομηρικός ήρωας του θαυμαστού έπους της Οδύσσειας, το σύμβολο της σύνεσης, της εφευρετικότητας, της καρτερικότητας, της ψυχραιμίας και της άσβεστης αγάπης για την πατρίδα του. Τις περιπέτειες του Οδυσσέα τις περιγράφει με την ξεχωριστή αφηγηματική του ικανότητα, όχι μόνο στην "Οδύσσεια", αλλά και στην "Ιλιάδα", στα χρόνια της πολιορκίας της Τροίας. Γιος του Λαέρτη και της Αντίκλειας, της κόρης του Αυτολύκου, ο Οδυσσέας πήρε αυτό το όνομα απ' τον παππού του που σημαίνει τον εξοργισμένο. Δραστήριος και τολμηρός απ' τα εφηβικά του χρόνια, γρήγορα γνώρισε μεγάλες περιπέτειες, όπως αυτή που πήγε στη Μεσσήνη, αναζητώντας τις κλεμμένες αγελάδες του πατέρα του. Εκεί γνώρισε τον Ίφιτο, που του χάρισε το βαρύ τόξο, που μόνο αυτός μπορούσε να χρησιμοποιήσει και που μ' αυτό εξόντωσε τους μνηστήρες. Την Πηνελόπη, την καρτερική και τρυφερή του γυναίκα, που μ' αυτήν απόκτησε τον Τηλέμαχο, την κατάκτησε, αφού πρώτα νίκησε σε αγώνα δρόμου τους αντίζηλούς του. Ο γιος του Τηλέμαχος ήταν ακόμη μωρό, όταν ο Αγαμέμνονας τον κάλεσε να πάρει μέρος στην εκστρατεία της Τροίας. Ένας μύθος διηγείται ότι για να ξεφύγει απ' αυτήν την περιπέτεια, ο Οδυσσέας υποκρίθηκε τον τρελό, αλλά ανακάλυψαν την προσποίησή του κι έτσι αναγκάστηκε να πάρει μέρος στην εκστρατεία. Στα χρόνια της πολιορκίας της Τροίας, πολλές φορές έδειξε το θάρρος του, την εφευρετικότητα και την πανουργία του. Δικό του ήταν το σχέδιο της κατασκευής του περίφημου δούρειου ίππου, που οι Αχαιοί προσποιήθηκαν ότι τον εγκατέλειψαν μπροστά στα τείχη της Τροίας σαν αφιέρωμα στην Αθηνά, λύνοντας δήθεν την πολιορκία της Τροίας. Μέσα στο δούρειο ίππο, που οι Τρώες τον έβαλαν στην πόλη τους, βρίσκονταν κρυμμένοι ο Οδυσσέας, ο Μενέλαος κι άλλοι Αχαιοί που ξεπήδησαν από μέσα, όταν το βράδυ οι Τρώες, νομίζοντας ότι είχαν επιτέλους τελειώσει τα βάσανά τους, ρίχτηκαν στο γλέντι και στο φαγοπότι. Μετά απ' την άλωση της Τροίας, ο Οδυσσέας περιπλανήθηκε δέκα ολόκληρα χρόνια γνωρίζοντας χίλιες δυο περιπέτειες, που περιγράφονται με γλαφυρότητα στην Οδύσσεια, μέχρι να φτάσει στο βασίλειό του στην Ιθάκη. Αφού πρώτα στις παραλίες της Θράκης οι Κίκονες σκότωσαν 72 απ' τους συντρόφους του, έφτασε στη Λιβύη, τη χώρα των Λωτοφάγων κι από κει στο νησί των Κυκλώπων, όπου ο Πολύφημος καταβρόχθισε έξι απ' τους συντρόφους του. Κατορθώνοντας να τυφλώσει τον Πολύφημο ο Οδυσσέας με πανουργία ξέφυγε απ' το άντρο του Κύκλωπα κι έπλευσε μέχρι το νησί του Αιόλου. Αυτός του χάρισε ένα ασκί γεμάτο ανέμους, αντίθετους στο ταξίδι του, που οι σύντροφοι του το άνοιξαν νομίζοντας ότι είχε κρασί. Οι αντίθετοι άνεμοι ξεχύθηκαν έριξαν τους πολύπαθους άντρες στη χώρα των ανθρωποφάγων Λαιστρυγόνων. Ύστερα τα κύματα έφεραν τον περιπλανώμενο ήρωα στο νησί της Κίρκης και κατορθώνοντας να γλιτώσει απ' τα μάγια της, κατέβηκε στον Άδη, όπου συμβουλεύτηκε το μάντη Τειρεσία για τον τρόπο με τον οποίο θα έφτανε στην Ιθάκη. Πέρασε τις επικίνδυνες "Συμπληγάδες Πέτρες" και ξέφυγε απ' τις Σειρήνες κι απ' τα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης και στο τέλος έφτασε στο νησί της νύμφης Καλυψώς. Αφού για επτά χρόνια έμεινε κοντά της, χωρίς να το θέλει, οι θεοί τον βοήθησαν να φτάσει ναυαγός στο νησί των Φαιάκων, όπου φιλοξενήθηκε απ' το βασιλιά τους Αλκίνοο, που τον πήγε με το πλοίο του στην Ιθάκη. Εκεί, αφού σκότωσε τους πολυάριθμους μνηστήρες που είχαν μαζευτεί στο παλάτι του, σπαταλώντας το βιος του και περιμένοντας ν' αποφασίσει η Πηνελόπη ποιον θα έπαιρνε για άντρα, έζησε πολλά χρόνια ευτυχισμένος, βασιλεύοντας στην Ιθάκη, με την πιστή του γυναίκα. Οι περιπέτειες του πολυμήχανου Οδυσσέα έγιναν πηγή ανεξάντλητη έμπνευση, των αρχαίων ποιητών και καλλιτεχνών καθώς και των μεταγενέστερων που απεικόνισαν τις περιπλανήσεις και τις διάφορες στιγμές της ζωής του σε πολυάριθμα έργα. (Βλ. «Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό», Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»)
3. Νέκυα: η (Α νέκυια και νεκύα)• 1. μαγική τελετή που αποσκοπούσε στην πρόσκληση του πνεύματος κάποιου νεκρού από τον Άδη για να μαντεύσει για το μέλλον («μάγων τους αρίστους ζητήσαντι νεκυία τε χρησαμένω μαθείν περί τοϋ τέλους τοϋ βίου αυτοϋ», Ηρωδιαν.)• 2. (ως κύριο όν.) Νέκυια ή Νεκύα ή Νεκυομαντεία• τίτλος της ενδέκατης (λ) ραψωδίας τής Οδύσσειας, όπου περιγράφεται η κατάβαση τού Οδυσσέα στον Άδη και η συνομιλία του με τους νεκρούς («όσας εν νεκυία κατωνόμακεν», Πλούτ.). // (αρχ.) 1. επικήδεια, επιτάφια τελετή• 2. πλήθος ασήμαντων ανθρώπων, συρφετός, όχλος• 3. άλλη ονομασία του φυτού φλόμος (Βλ. «Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας» Εκδόσεων Πάπυρος-Λαρούς)
4. ΚΙΡΚΗ. Κόρη του Ήλιου και της Ωκεανίδας Πέρσης, αδελφή του Αιήτη και της Πασιφάης, η γοητευτική, πανέμορφη και "ευπλόκαμη", που έχει δηλαδή όμορφα μαλλιά, Κίρκη, κατοικούσε στο νησί Αιαία, όπως μας διηγείται η Οδύσσεια. Στο νησί αυτό ήρθε ο Οδυσσέας, μετά από την περιπέτειά του στο νησί των Λαιστρυγόνων, επιστρέφοντας στην πατρίδα του κι έστειλε τον Ευρύλοχο μαζί με είκοσι συντρόφους του να το εξερευνήσουν. Η Κίρκη δέχτηκε με χαρά τους συντρόφους του Ευρύλοχου και τους έδωσε μέσα στο φαγητό τους φάρμακο, που τους έκανε να λησμονήσουν την πατρίδα τους κι ύστερα τους μεταμόρφωσε σε χοίρους. Ο Ευρύλοχος, επειδή κάτι είχε υποπτευθεί, ξέφυγε κι έτρεξε για να ειδοποιήσει τον Οδυσσέα. Με τις οδηγίες του Ερμή κι ένα αντίδοτο του φάρμακου, ο ήρωας, απειλώντας την Κίρκη με το σπαθί κι αναγκάζοντάς την να του ορκιστεί, έδωσε στους φίλους του την ανθρώπινη μορφή. Αργότερα την Κίρκη τη συνέδεσαν με την αργοναυτική εκστρατεία και τη θεώρησαν μάγισσα, αδελφή της Μήδειας. (Βλ. «Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό», Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»)
5. ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Γιος του Ευήρους και της νύμφης Χαρικλώς, ο μεγάλος Θηβαίος μάντης της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, έτυχε κάποτε να δει τη θεά Αθηνά, την ώρα που λουζόταν. Η θεά, θυμωμένη που της τάραξε την ησυχία, έριξε νερό στα μάτια του ιερόσυλου νέου και τον τύφλωσε. Η μητέρα του Τειρεσία, παρακάλεσε τη θεά να ξαναδώσει στο γιο της το φως του και η θεά έδωσε στον Τειρεσία το πνευματικό φως και το χάρισμα να προβλέπει τα μέλλοντα και να καταλαβαίνει την γλώσσα των οιωνών. Ο Τειρεσίας προείδε τον τρωικό πόλεμο, την πολιορκία των Θηβών από τους επτά στρατηγούς, τις συμφορές του Οιδίποδα, την καταδίκη της Αντιγόνης και τη δυστυχία του Κρέοντα, αν γινόταν αυτός αιτία να πεθάνει η Αντιγόνη. Πέθανε σε βαθιά γεράματα και στον Άδη ακόμη είχε τη δύναμη να μαντεύει. (Βλ. «Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό», Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»)
6. ΑΝΤΙΚΛΕΙΑ. Κόρη του Αυτόλυκου σύζυγος του Λαέρτη και μητέρα του Οδυσσέα και της Κτιμένης. Ο πατέρας της την έστειλε στην
7. Ιθάκη, για να παντρευτεί το Λαέρτη. Στο δρόμο, όμως, συνάντησε τον Σίσυφο και γέννησε τον Οδυσσέα που στην πραγματικότητα λοιπόν είναι γιος του Σίσυφου. Η Αντίκλεια πέθανε από τη θλίψη της για τη μακρόχρονη απουσία του γιου της στην Τροία ή σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο αυτοκτόνησε, όταν άκουσε μια ψεύτικη είδηση θανάτου του Οδυσσέα. (Βλ. «Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό», Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»)
8. Το περιστατικό αυτό είναι συγκλονιστικόδιότι μας θυμίζει την χριστιανική παράδοση με τον Προφήτη Ηλία, που σαν άλλος Οδυσσέας, πήρε ένα κουπί και κατοίκησε στην κορυφή ενός βουνού, που οι βοσκοί δεν εγνώριζαν ούτε το κουπί, ούτε καν την θάλασσα!..
9. Ομήρου Οδύσσεια, σε νεοελληνική απόδοση: De Agostini Hellas, 2005.