Το όμαιμον και το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον και το ομότροπον!..

Κωδικός Πόρου: 00285-112109-3341
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 07/11/12 22:15
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Διάφορα Άρθρα, 00285-112109-3341




Περιγραφή:

Το όμαιμον και το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον και το ομότροπον!..

Δεν είναι λίγες οι φορές που ορισμένοι άνθρωποι ομοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ των, ώστε να σου δίδουν την εντύπωση ότι είναι δίδυμα αδέλφια. Κι όμως!.. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι ούτε όμαιμοι, ούτε ομόγλωσσοι, ούτε ομόθρησκοι, αλλά διαφορετικής φυλής ή γένους!.. Τι συμβαίνει εδώ;

Αριστερά: Ένας ασθενής σε νοσοκομείο της Νότιας Αφρικής, την ώρα που κοιμάται δίπλα σε κάποιο οικείο πρόσωπο. Τη φωτογραφία αυτή την έστειλε στον ανιψιό του γράφοντος, Παναγιώτη Δημητρίου Σακκέτο (δεξιά) ένας φίλος του, για να του αποδείξει πόσο μοιάζουν –και μάλιστα καταπληκτικά- μεταξύ τους ο ασθενής και ο Παναγιώτης Δ. Σακκέτος !!

ΟΛΟΙ έχουμε ακουστά πολλές φορές λέξεις, όπως για παράδειγμα, «όμαιμον» (1), «ομόγλωσσον» (2), «ομόθρησκον» (3), «ομότροπον» (4) κλπ. Λέξεις που βρίσκουμε μέσα σε ένα εδάφιο του Ηρόδοτου, ο οποίος αναφέρει τα εξής: «το ελληνικόν εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον και θεών ιδρύματα κοινά και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα» (Ηρόδοτος, Ουρανία 144). Δηλαδή: «υπάρχει και το ελληνικό έθνος από το ίδιο αίμα και με την ίδια γλώσσα μ΄ εμάς, με το οποίο έχουμε κοινά ιερά των θεών και κοινές θυσίες και ήθη κοινά» (μετάφραση Άγγελου Βλάχου, «Γαλαξίας» 1971).

Το εδάφιο του Ηροδότου, που μιλάει για όμαιμο, ομόγλωσσο κλπ.

Γιατί τα θυμηθήκαμε όλα αυτά; Για να αποδείξουμε ότι ορισμένες φορές, υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι ομοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ των, που δεν μπορείς να πιστέψεις ότι αυτά τα άτομα είναι διαφορετικά σε γλώσσα, φυλή, θρησκεία ή παραδόσεις!

Πριν λίγες ημέρες ο ανιψιός του γράφοντος, Παναγιώτης Δημητρίου Σακκέτος, για να κάνει λίγο χιούμορ,  έστειλε στον γράφοντα μία «φωτογραφία του», που τον έδειχνε να κοιμάται σε ένα νοσοκομείο. Είδε κι έπαθε ο ίδιος να πείσει αργότερα τον θορυβημένο γράφοντα, ότι δεν είναι ο ίδιος, αλλά ένας … σωσίας του, που ζει στην Νότιο Αφρική και του μοιάζει καταπληκτικά (βλέπε φωτογραφίες πιο πάνω)!!

Αριστερά: Η πανέμορφη Ελληνίδα ηθοποιός και τηλεπαρουσιάστρια, Μαριαλένα Ανδρέου. Δεξιά: Η Megan Fox!.. Μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερού!...

Το ίδιο συνέβη και με την αδελφική φίλη του γράφοντος, την γνωστή και πανέμορφη Ελληνίδα ηθοποιό, Μαριαλένα Ανδρέου, η οποία, όπως διαπιστώνουμε, μοιάζει σαν δύο σταγόνες νερού με την ηθοποιό Megan Fox, που έχει κάνει πολλούς ξένους να τρελαίνονται (εντός ή εκτός εισαγωγικών) γι’ αυτήν!

Βεβαίως, πολλές φορές μιλάμε για σωσίες (5). Ιδίως στο θέατρο, όπου ακόμη κι αυτοί οι οποίοι υποδύονται ή υποκρίνονται ένα πρόσωπο, σχεδόν είναι σωσίες του προσώπου αυτού, όπως κατά κόρον βλέπουμε όχι μόνο στο θέατρο ή την τηλεόραση αλλά και στον κινηματογράφο!

Ωστόσο, εδώ μιλάμε για ανθρώπους, που δεν έχουν κανένα κοινό φυλετικό, γλωσσικό, θρησκευτικό ή άλλο παραδοσιακό στοιχείο, αλλά η ομοιότητά τους είναι τόσο εκπληκτική, που προκαλεί δέος και θαυμασμό μαζί!.. Κι αυτό είναι ένα ερώτημα!..

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. όμαιμος -η, -ο (Α ὅμαιμος, -ον και ποιητ. τ. ὁμαίμιος, -ον)· ο εξ αίματος συγγενής με κάποιον («τὸ μητρὸς αἷμ, ὅμαιμον ἐκχέας πέδοι», Αισχύλ.)· || (αρχ.) (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) ὁ, ἡ ὅμαιμος· αδελφός, αδελφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + -αιμος (< αἷμα), πρβλ. ολιγό-αιμος].
2. ομόγλωσσος -η, -ο (Α ὁμόγλωσσος, αττ. τ. ὁμόγλωττος, -ον)· αυτός που μιλά την ίδια γλώσσα («τὸ Έλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον», Ηρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + -γλωσσος (< γλῶσσα), πρβλ. ιδιό-γλωσσος].
3. ομόθρησκος-η, -ο (ΑΜ ὁμόθρησκος, -ον)· αυτός που έχει την ίδια θρησκεία με κάποιον.[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + θρῆσκος (πρβλ. ετερό-θρησκος)].
4. ομότροπος -η, -ο (ΑΜ ὁμότροπος, -ον)· 1. αυτός που έχει τις ίδιες συνήθειες, τον ίδιο τρόπο ζωής με κάποιον άλλο («τῶν πολιτῶν τοὺς ὁμοτρόπους καὶ τοὺς ταὐτὰ προαιρουμένους», Θεόφρ.)· 2. αυτός που είναι σύμφωνος κατά τον τρόπο, που μοιάζει με κάποιον άλλο ως προς τις ιδιότητες ή τον χαρακτήρα, ο όμοιος («εἴς τινα ἄλλην ὁμότροπον ταύταις λειτουργίαν», Αιν.)· || (νεοελλ.) 1. (για φυτά) αυτός που παρουσιάζει τον ίδιο τροπισμό με άλλον· 2. (μαθημ.) α) αυτός που αναφέρεται σε δύο περιοχές ενός πεδίου τέτοιες ώστε να μπορούμε να περάσουμε από τη μια στην άλλη με έναν συνεχή μετασχηματισμό, χωρίς να βγούμε έξω από το πεδίο αυτό· β) (φρ.) «ομότροπη περιοχή μηδενός»· περιοχή την οποία μπορούμε να υποβιβάσουμε έτσι ώστε να καταστεί σημειακή, χωρίς να εξέλθουμε από το πεδίο τού ορισμού της· || (μσν.) αυτός που έχει κοινή καταγωγή με κάποιον άλλο, ομοιογενής, ομοειδής. Επίρρ. ὁμοτρόπως (Α)· με τον ίδιο τρόπο, όμοια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + τρόπος (πρβλ. πολύ-τροπος). Η λ. ως επιστημον. όρος τής Νέας Ελληνικής είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. homotropous].
5. σωσίας ο, Ν· ο τελείως όμοιος με άλλον, ώστε να εκλαμβάνεται αντί εκείνου. [ΕΤΥΜΟΛ. < Σωσίας (< σώζω), ήρωας τής κωμωδίας τού Πλαύτου Αμψιτρύων. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ακρόπολις].