Πού βρίσκονται τα «φάρμακα της ψυχής»;

Κωδικός Πόρου: 00285-112196-173
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 16/04/11 15:54
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Διάφορα Άρθρα, 00285-112196-173




Περιγραφή:

 

Οι συγκλονιστικές μαρτυρίες για την καταστροφή του πνευματικού πλούτων των πολυτίμων βιβλίων των βιβλιοθηκών της Ελλάδος, που ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αποκαλούσε «φάρμακα ψυχής»!.. Πού βρίσκονται, όμως, πολλά εκ των λεγόμενων «χαμένων έργων»;


 

Οι Τρεις Ιεράρχες. Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, που έγραψαν εκατοντάδες συγγράμματα, αφού -όπως είπε και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος- τα βιβλία είναι τα «φάρμακα της ψυχής»!..

Είναι γεγονός, ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μέσα στο σύγγραμμά του: «Ομιλία Θ' εις την προς Κολοσσαείς Επιστολήν του Αποστόλου Παύλου» λέει κάτι πολύ συγκινητικό:
«Ακούσατε, παρακαλώ, πάντες οι βιοτικοί, και κτάσθε βιβλία, φάρμακα της ψυχής. Ει μηδεν έτερον βούλεσθε, την γουν Καινήν κτήσασθαι, τον Απόστολον, τας Πράξεις, τα Ευαγγέλια, διδασκάλους διηνεκείς»!
Και είναι γεγονός!..
Όπως είναι γνωστόν, στην ιστορία του εντύπου, η τύχη κάθε βιβλίου, καθορίζεται από την άμεση συνάρτηση της διπλής του υπόστασης• ως πνευματικό δημιούργημα, έκφραση και φορέας ιδεών και ταυτόχρονα ως προϊόν εμπορεύσιμο με πρωτεύουσα θέση, από κάποια στιγμή και πέρα, στα οικονομικά κυκλώματα της εποχής του, το βιβλίο παρακολουθεί αλλά και συχνά υπαγορεύει τις μεταλλαγές του κοινωνικού βίου του οποίου αποτέλεσε αναπόσπαστο παράγοντα. Και αντίστροφα, ευαίσθητος δέκτης των εξελίξεων, επηρεάζεται από αυτές με αποτέλεσμα άλλοτε την ευρύτερη κυκλοφορία του και άλλοτε την επιβράδυνση η και την αναστολή της.
Χωρίς αμφιβολία, τις ποικίλες, αβέβαιες και συχνά άγνωστες διαδρομές που ακολουθεί το κάθε έργο φωτίζουν σκόρπιες μαρτυρίες για το πέρασμα του. Στόχος της διαδρομής ο αναγνώστης, οι διαδοχικοί αναγνώστες• φυσική κατάληξη της ένας χώρος. Και στην περίπτωση αυτή, πολλοί χώροι μέσα στη διαχρονία.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, όπως λέγουν οι ειδικοί (1) οδηγούμεθα στις βιβλιοθήκες, τις ιδιωτικές και τις άλλες: μοναστηριακές, σχολικές, δημόσιες. Μεγάλες ή μικρές οι συλλογές, φημισμένες ή άγνωστες, μακρόβιες ή εφήμερες, όλες, λίγο πολύ, σχηματίστηκαν από κοινά κίνητρα: να εξυπηρετήσουν την έφεση του ειδέναι, να διαφυλάξουν τα πολύτιμα πνευματικά ανθρώπινα δημιουργήματα για να τα κληροδοτήσουν με τη σειρά τους στις επερχόμενες γενεές.
Αλλ’ όταν μιλούν οι ειδικοί, τα λόγια περιττεύουν:
«Η διαπίστωση αυτή, φυσικά, δεν άφορα μόνο στο έντυπο. Από πολύ νωρίς, με το ίδιο πνεύμα, αντιμετωπίστηκαν οι χειρόγραφοι κώδικες και γενικά όλα τα γραπτά κείμενα, σε οποιοδήποτε υλικό κι αν είχαν καταγραφεί. Οι αριθμοί μάλιστα που παραδίνονται για το μέγεθος ορισμένων βιβλιοθηκών στην αρχαιότητα ξεπερνούν το ποσοτικό περιεχόμενο των μεγάλων βιβλιοθηκών του Μεσαίωνα που απαρτίζονται επίσης από χειρόγραφα!
Με τον καιρό η εφεύρεση της τυπογραφίας επηρεάζει ουσιαστικά τα μεγέθη των βιβλιοθηκών και διευκολύνει τη σύσταση νέων συλλογών, χωρίς ωστόσο να επιφέρει, τουλάχιστον στα πρώτα της στάδια, απότομες η θεαματικές εξελίξεις. Γιατί, όπως έχει κιόλας αναφερθεί το Έντυπο με κάποια δυσκολία παίρνει τη θέση του κοντά στο χειρόγραφο οι νέες διαδικασίες παραγωγής του βιβλίου δεν καταργούν αυτόματα τις παλαιές μεθόδους πολλαπλασιασμού των κειμένων, αλλά ούτε και το ίδιο το έντυπο αναγνωρίζεται ως ισάξιο με το παραδοσιακό χειρόγραφο βιβλίο. Ποικίλες αναστολές παρεμποδίζουν, στα πρώτα του βήματα, την άμεση παραδοχή του. Ωστόσο, η επιφυλακτικότητα αυτή στη Δύση, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο χώρο της Ανατολής, ξεπερνιέται γρήγορα ως τα τέλη του αιώνα. Το έντυπο τότε γίνεται ο κύριος φορέας του ουμανιστικού κινήματος και παίζει αποφασιστικό ρόλο στην προετοιμασία και διάδοση του πνεύματος της Μεταρρύθμισης» (2)

Τι μπορούμε, όμως, να διαβάσουμε για τις βιβλιοθήκες του ελληνικού μας χώρου;

«Για τις βιβλιοθήκες στον ελληνικό χώρο η γνώση μας έχει ακόμα πολλά κενά. Μια πρώτη προσέγγιση στο θέμα βασίζεται στις διάσπαρτες, αλλά άφθονες και συχνά πολύτιμες, πληροφορίες όσες έχουν διασωθεί στο πέρασμα του χρόνου. Κύριες και σημαντικές πηγές για την προσέγγιση στα προβλήματα όσα ανακύπτουν από την εξέταση του θέματος των βιβλιοθηκών όπως παρουσιάζονται στον μείζονα ελληνικό χώρο αποτελούν, κατά πρώτο λόγο, οι κατάλογοι βιβλίων όσοι σώζονται, συνήθως, χειρόγραφοι και, ταυτόχρονα, τα ίδια τα βιβλία, χειρόγραφα η έντυπα, τόσο εκείνα που διατηρούνται ακόμα με όλες τις ενδείξεις που φέρουν, όσο και τα άλλα όσα μας είναι γνωστά μόνο από μνείες. Στην περίπτωση των σωζόμενων, οι αφιερώσεις, τα κτητορικά σημειώματα, οι παρασελίδιες σημειώσεις, οι τυχόν ταξινομικοί αριθμοί και τα βιβλιογραφικά σημειώματα στους κώδικες προσφέρουν πλούσιο υλικό, χρήσιμο για την ανασύσταση μιας συλλογής, ενώ, παράλληλα, οι απαριθμήσεις τίτλων που έχουν απογραφικό χαρακτήρα η συντάσσονται στα πλαίσια άλλων αναγκών —σε δωρητήρια, σε διαθήκες και άλλου— δίνουν πιο άμεσα την εικόνα ενός συνόλου βιβλίων. Αργότερα, από τα μέσα του 18ου αι. και πέρα, οι κατάλογοι των συνδρομητών που δημοσιεύονται στο τέλος των «νεοφανών» εκδόσεων συντελούν ουσιαστικά για να επισημανθούν τα πρόσωπα όσα ενδιαφέρονται ν' αποκτήσουν βιβλία, ενδεχομένως ορισμένα από αυτά να σχηματίσουν την ιδιωτική τους βιβλιοθήκη.
Με βάση τα δεδομένα αυτά η έρευνα επιχειρεί να συνθέσει την εικόνα των συλλογών που σχηματίστηκαν κατά καιρούς, εκφράζοντας και τα ειδικά ενδιαφέροντα των επιμέρους ατόμων, όπως και τους στόχους των ποικίλων φορέων, μοναστηριών, σχολείων κ.α. Δεν θα πρέπει όμως να λησμονείται ότι η ζωή των βιβλίων χαρακτηρίζεται από έντονη κινητικότητα. Στα παλαιότερα χρόνια ιδιαίτερα, όταν δεν είχε γενικευτεί στον ελλαδικό χώρο ο θεσμός των δημόσιων βιβλιοθηκών με τον στατικό χαρακτήρα που κατ' ανάγκη αποκτούν παρόμοιες συλλογές και που η ανασφάλεια της καθημερινής ζωής κάτω από τον ξένο ζυγό απειλούσε τακτικά όσες βιβλιοθήκες είχαν συγκροτηθεί για να εξυπηρετήσουν τις παιδευτικές ή άλλες ανάγκες, τα βιβλία άλλαζαν με συχνότερους ρυθμούς χέρια. Φυσικά οι συχνές αλλαγές δεν οφείλονται αποκλειστικά σε αυτές τις αίτιες. Ποικίλοι λόγοι, οικονομικοί και άλλοι, επηρεάζουν τις μετακινήσεις. Ορισμένα κτητορικά σημειώματα που περιέχουν οξύτατες κατάρες για όσους θα ήθελαν να οικειοποιηθούν ξένα βιβλία οδηγούν τη σκέψη μας προς άλλες υποθέσεις» (3)

Και πιο κάτω:

«Μια μεγάλη στιγμή του ελληνισμού, η διαδοχική και ολοκληρωτική κατάκτηση του από τους Οθωμανούς αποτελεί κάθε φορά την αφετηρία για την ενασχόληση μας με τις βιβλιοθήκες του ελληνικού χώρου. Ο χαρακτήρας του ορίου δεν είναι συμβατικός• είναι και πραγματικός αφού τα γεγονότα της περιόδου εκείνης έκριναν αποφασιστικά την τύχη και των βιβλιοθηκών. Έχουν αναφερθεί κιόλας όσα κατέγραψε ο ιστορικός Δούκας σχετικά με το χαμό των βιβλίων και τη διάλυση των συλλογών στη Βασιλεύουσα.
Την ίδια απελπισία εκφράζει και ο Γεννάδιος Σχολάριος αναλογιζόμενος τις μεγάλες απώλειες: «Πού βιβλία συνειλεγμένα παρ' ημών τη κοινή των πεπαιδευμένων χρεία; πού τα μακρά εκείνα συγγράμματα, τα μεν εις θεολογίαν, τα δ' εις διαλεκτικήν ημίν ειργασμένα, τα δ’ εις την άλλην φιλοσοφίαν, τα δε ρήτορι πρέποντα και κατά πάσαν λόγων ύλην τε και ιδέαν, τα δε εκ της ετέρας μετενηνεγμένα φωνής, δι' ων μακρά τις των ημετέρων αγώνων μνήμη συνεσκευάζετο; Τα μεν αυτών καταπεπάτηται τότε, τα δ' εις την υπερορίαν ήχθησαν ου παντάπασιν ατυχώς• όπου δε τι της ενταύθα γης υπολέλειπται, δχθος μάταιον κείται». (4)

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΕΙΣ!

Αξίζει, όμως, τον κόπο να διαβάσουμε και τις παρακάτω συγκλονιστικές πληροφορίες, που θαρρώ πως ποτέ δεν έχουμε ξανακούσει για τις αναστατώσεις από την φυγάδευση των φαρμάκων της ψυχής, που δεν είναι άλλα από τα ελληνικά βιβλία, τα αρχαία χειρόγραφα και όχι μόνον:

«Παρόμοιες αναστατώσεις μαρτυρούνται βέβαια και παλαιότερα όταν οι κατακτητικές επιδρομές των Φράγκων και οι αρπακτικές διαθέσεις των Βενετών είχαν συντελέσει στον αφανισμό πολλών ελληνικών πνευματικών θησαυρών.
Με πολλή πικρία διαμαρτύρεται ο μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτος για το διασκορπισμό της βιβλιοθήκης του, στα 1205, όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν την Αθήνα. Την είχε άλλωστε συλλέξει με πολλές φροντίδες, με αγορές, από δωρεές η ακόμα αντιγράφοντας ο ίδιος ορισμένα χειρόγραφα που δανειζόταν προς αυτό το σκοπό.
«Μάτην», λέγει, «εθησαύριζον τα τοιαύτα κατά τον παρά Δαυίδ ταραττόμενον άνθρωπον, ου γιγνώσκων τίνι συνάξω αυτά. Διότι πού να εφανταζόμην ο δείλαιος ότι αποταμιεύομαι ταύτα ουδέ καν δι' ομογλώσσους, αλλά δια βαρβάρους Ιταλούς.»
Οι χαρακτηρισμοί του για τους κατακτητές είναι οξύτατοι, η αγανάκτηση του φανερή. Ωστόσο δεν αποκαρδιώνεται. Στην Κέα όπου καταφεύγει, χωρίς βιβλία, ο Ακομινάτος συνεχίζει τις προσπάθειες του για να ξανασχηματίσει τη συλλογή του • ζητάει να περισυλλέξει όσα μπορεί από εκείνα που του ανήκαν. Άλλα του τα χαρίζουν φίλοι• άλλα τα ξαναγοράζει, ενώ για ορισμένα προτείνει στους νέους κτήτορές τους να τα δανειστεί για λίγο για να τα ξανααντιγράψει.
Η επιμονή του Ακομινάτου είναι χαρακτηριστική και ίσως ερμηνεύει τη στάση του ελληνισμού ολόκληρου στην πολυκύμαντη Ιστορία του, απέναντι στα πνευματικά αγαθά που κληρονόμησε. Στις αλλεπάλληλες κατηγορίες που δέχτηκε ο ελληνισμός, τόσο για την απαιδευσιά του, όσο και για την ακηδία και αδιαφορία του προς τους προγονικούς του θησαυρούς, έρχεται ν' αντιπαραταχθεί ακριβώς τούτο: ότι παρ' όλες τις ποικιλόμορφες συμφορές και τις οργανωμένες αφαιμάξεις —πόλεμοι και λεηλασίες, καταστροφές και πυρκαγιές σε συνδυασμό με το επίμονο και συστηματικό κυνήγι των ξένων επισκεπτών— η ελληνική γη δεν απογυμνώθηκε ολότελα. Συνέχισε ως αργά μέσα στον 19ο αιώνα, ακόμα και στον 20ο, να τροφοδοτεί τη δίψα του δυτικού κόσμου για την απόκτηση λειψάνων της ελληνικής πνευματικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς.
Αν αναλογιστεί λοιπόν κανείς τον αριθμό των κωδίκων που διασκορπίστηκαν στα χρόνια που ακολούθησαν την Άλωση και που κοσμούν σήμερα όλες τις σημαντικές βιβλιοθήκες του κόσμου, αλλά και όσα διαφυλάχτηκαν ζηλότυπα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες της Ανατολής, θα μπορέσει να συλλάβει το μέγεθος της πνευματικής παραγωγής με την οποία τροφοδοτήθηκε τόσο ο βυζαντινός ελληνισμός όσο και ο δυτικός κόσμος. Παράλληλα, να βεβαιωθεί για την ύπαρξη ικανού αριθμού βιβλιοθηκών που στέγαζαν τα χειρόγραφα αυτά βιβλία στις περιόδους ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας..
Για τις βιβλιοθήκες του βυζαντινού κόσμου έχουν γίνει ως τώρα συστηματικές έρευνες, τόσο για να εντοπιστούν τα πνευματικά ιδρύματα, όσο και για την ανασύσταση των συλλογών τους.403 Όπως και στη Δύση, τα μοναστηριακά βιβλιογραφικά εργαστήρια αποτέλεσαν τους αρχικούς πυρήνες για τη δημιουργία βιβλιοθηκών στις μονές άλλα και για τον εμπλουτισμό άλλων: των ηγεμονικών, των εκκλησιαστικών, των πανεπιστημιακών, των ιδιωτικών και γενικά των δημοσίων. Η αυξημένη ζήτηση χειρογράφων, σε ορισμένες περιόδους, και η ανάγκη για μεγαλύτερη αναπαραγωγή των κειμένων δημιούργησε και στο Βυζάντιο, καθώς φαίνεται, το επάγγελμα του γραφέα και έξω από το χώρο των μοναστηριών»!.. (5)

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ!

Είναι αλήθεια, ότι στην ιστορία των βιβλιοθηκών του ελληνικού χώρου δύσκολα μπορεί να αναφερθεί κανείς σε βιβλιοθήκες με αδιάσπαστο βίο. Ανεξάρτητα από τις αλλεπάλληλες καταστροφές όσες προκλήθηκαν από τα ιστορικά γεγονότα, υπάρχει εδώ μια πρόσθετη αίτία τομής: οι ουσιαστικές διαφορές που υπάρχουν στην πολιτισμική στάθμη ανάμεσα σε κατακτητή και κατακτημένους και, το σπουδαιότερο, η αντίθεση της χριστιανικής με τη μωαμεθανική θρησκεία. Διαφορές που επέδρασαν ριζικά, τουλάχιστον στους πρώτους αιώνες, στη διαμόρφωση της νέας πορείας του ελληνισμού.
Και όντως, έτσι έχουν τα πράγματα: Την ασυνέχεια των πρώτων καιρών κάλυψε, σε κάποιο ποσοστό, η διορατική πολιτική του Μωάμεθ Β'. Χρησιμοποιώντας, για να διευκολυνθεί στο έργο του, ως φορέα εξουσίας, εξαρτημένο βέβαια από τη νέα διοίκηση, τη Μεγάλη Εκκλησία, της έδωσε τη δυνατότητα όχι μόνο να συνεχίσει την παραδοσιακή της δραστηριότητα, αλλά και να πρωτοστατήσει σε όλους τους τομείς του ελληνικού κοινωνικού βίου.
Δι’ αυτού του τρόπου, η Εκκλησία δεν παραμένει απλώς θεματοφύλακας της πατρογονικής κληρονομιάς, αλλά με τον καιρό εξελίσσεται σε κύριο φορέα της κοσμικής εξουσίας του ελληνισμού και της πνευματικής του ζωής και έκφρασης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το Άγιον Όρος, για παράδειγμα εμπλουτίσθηκε με τόσες χιλιάδες χειρόγραφα! (6)
Διαβάζουμε:
«Στον μεγάλο κλυδωνισμό που επέφερε η οθωμανική επέκταση, με φυσικό επακόλουθο το διασκορπισμό των βιβλιοθηκών στη Βασιλεύουσα, τη Νίκαια, όπου μαρτυρείται η ύπαρξη δημόσιων βιβλιοθηκών, και σε άλλα επαρχιακά κέντρα, ουσιαστικά μόνο τα μοναστικά κέντρα απέφυγαν με περισσότερες η λιγότερες συνέπειες την ολοσχερή καταστροφή. Συνεχή και αδιάσπαστο λοιπόν βίο θα ήταν δυνατό να λεχθεί ότι διατήρησαν οι βιβλιοθήκες ορισμένων μεγάλων μοναστηριών, όπως της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος και άλλων ακόμα που δημιουργήθηκαν στην ίδια περιοχή.
Η ανασύσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου αμέσως μετά την Άλωση συνετέλεσε στη γρήγορη ανασύνταξη της βιβλιοθήκης του. Από το τμήμα του καταλόγου που έχει διασωθεί και δημοσιευθεί, μαθαίνουμε ότι η πατριαρχική βιβλιοθήκη περιλάμβανε, εκτός από θεολογικά έργα, και χειρόγραφα της κλασικής γραμματείας. Για τη βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου, η οποία ακολουθούσε κάθε φορά τις μεταστεγάσεις του, όπως και για τις βιβλιοθήκες που ιδρύθηκαν με σκοπό να πλαισιώσουν τις διαδοχικές πατριαρχικές σχολές, υπάρχουν αρκετά στοιχεία που φανερώνουν τις συχνές πατριαρχικές φροντίδες για τη σύσταση, συντήρηση και τον εμπλουτισμό τους, εμπλουτισμό που ενισχύθηκε επανειλημμένα από δωρεές ιδιωτών.
Αντίθετα, η διάλυση της «βασιλικής» βιβλιοθήκης στην Κωνσταντινούπολη προκάλεσε κατά καιρούς πλήθος συζητήσεων και εικασιών ως προς την τύχη των βιβλίων της. Για το περιεχόμενο της γίνεται τακτικά λόγος ως αργά μέσα στον 19ο αιώνα, όταν οι «κυνηγοί» χειρογράφων συνεχίζουν τις επίμονες προσπάθειες τους να εισχωρήσουν στη βιβλιοθήκη του Σεραγιού, όπου, καθώς πιστεύουν, διασώζονταν οι αυτοκρατορικοί θησαυροί του Βυζαντίου.
Η επίμονη αναζήτηση κλασικών χειρογράφων δεν οφειλόταν μόνο στη συλλεκτική έφεση των ηγεμόνων και των εκκλησιαστικών αρχόντων στη Δύση. Οι αναφορές παλαιοτέρων λογίων σε έργα της αρχαιότητας που λάνθαναν ως τότε η σώζονταν μόνο αποσπασματικά αποτελούσαν, αδιάκοπα, έναυσμα για τις επαναλαμβανόμενες κάθε φορά, από αιώνα σε αιώνα, ερευνητικές αποστολές. Οι προσδοκίες για νέες ανευρέσεις είναι ιδιαίτερα φανερές στις αλλεπάλληλες «Οδηγίες» που συντάσσονταν με σκοπό να υποβοηθήσουν τους ειδικούς απεσταλμένους στο έργο της επιλογής των χειρογράφων. Η έκδοση του Προσκυνηταρίου του άγιου όρους του Άθωνος, στα 1701, με τις περιγραφές των μοναστηριακών βιβλιοθηκών προκαλεί και πάλι την οργάνωση νέων αποστολών. «Εκεί θέλεις ίδη», καθώς σημειώνει ο συντάκτης του ιατρός Ιωάννης ο Κομνηνός, «πολυάριθμα βιβλία παλαιά και μέχρι τούδε ανέκδοτα τοις πολλοίς όλα δια χειρός, πάσης σοφίας, και γνώσεως θείας και νοημάτων υψηλών πλήρη• βιβλία θεολογικά και έτερα από κάθε είδος επιστήμης υπέρ-πολλά Ι...]». Οι «πανθαύμαστες» βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους αποτελούν ακόμα μια φορά στόχο των δυτικών λογίων. Ο Montfaucon στα 1720 και λίγο αργότερα ένας άλλος βενεδικτίνος μοναχός, ο Dom Vincent Thuilier, τονίζουν σε υπομνήματα τους την ανάγκη να ερευνηθούν οι ελληνικές βιβλιοθήκες για ν' ανιχνευθούν τα ζητούμενα παλαιά χειρόγραφα. Ανάλογες ζητήσεις, για πρωτότυπα κείμενα με θρησκευτικό περιεχόμενο, προκαλούσαν επίσης οι θρησκευτικές διαμάχες στη Δύση: οι ενδιαφερόμενοι επιζητούσαν να ανατρέξουν στις παλαιές πηγές για ν' αντλήσουν επιχειρήματα για την πίστη τους, οι καθολικοί να υπερασπίσουν την εκκλησία τους «εναντίον των νέων εφευρέσεων των διαμαρτυρομένων».
Όπως και να 'ναι, με τα ποικίλα αυτά προσχήματα και με το επιχείρημα ότι ο ελληνικός λαός βρισκόταν στην κατώτατη στάθμη παιδείας, οι ξένοι απεσταλμένοι απογύμνωσαν συστηματικά τις ελληνικές βιβλιοθήκες, κυρίως των μοναστηριών…» (7)
Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Βλ. «Το Ελληνικό Βιβλίο 1476-1830», Αθήνα 1986, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, σελίδα 190.
2. Όπως παραπάνω.
3. Όπως παραπάνω, σελίδα 191
4. Όπως παραπάνω, σελίδα 191
5. Όπως παραπάνω, σελίδα 192
6. Βλ. «Πού βρίσκονται τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα» (τόμος Β΄).
7. Βλ. «Το Ελληνικό Βιβλίο 1476-1830», Αθήνα 1986, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, σελίδα 192.