Ο Αλέξανδρος δια μέσου των αιώνων!...

Κωδικός Πόρου: 00285-112191-382
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 22/05/11 19:28
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Διάφορα Άρθρα, 00285-112191-382




Περιγραφή:

Ο Αλέξανδρος δια μέσου των αιώνων!...

Η θετική συμβολή του μεγάλου Μακεδόνα βασιλιά στον εκπολιτισμό των λαών, που κατέκτησε, αφήνοντας μέχρι σήμερα ανεξίτηλα τα σημάδια της δικής του ακτινοβόλου προσωπικότητας!

ΕΙΝΑΙ γεγονός, ότι – όπως υποστηρίζουν όλοι σχεδόν οι ιστορικοί- κατά την ελληνιστική εποχή το πνεύμα και η τέχνη των Ελλήνων βρίσκουν γόνιμο έδαφος στη χώρα του Νείλου. Χτίζεται ο περίφημος πύργος του Φάρου στην Αλεξάνδρεια. Ο περίφημος ναός του Ώρου στο Εδφού, που είναι αριστούργημα συνδυασμού ελληνικής και αιγυπτιακής αρχιτεκτονικής, σώζεται σε άριστη κατάσταση μέχρι σήμερα. Η Αλεξάνδρεια είναι το πρότυπο ελληνιστικής πόλης. Με την κατάληψη της χώρας από τους Ρωμαίους έρχεται και η παρακμή της τέχνης. Εξαίρεση την εποχή αυτή αποτελούν τα περίφημα πορτρέτα που βρέθηκαν στην επαρχία του Φαγιούν. Η μουσουλμανική εποχή φέρνει μια κάποια ανάπτυξη και στην αρχιτεκτονική. Ανεγείρονται εντυπωσιακά τεμένη κ.ά.
Ωστόσο, τον καιρό που Έλληνες βασιλιάδες έρχονται να καθίσουν στον προαιώνιο θρόνο των φαραώ, έχει σημάνει το οριστικό τέλος του πανάρχαιου αιγυπτιακού πολιτισμού. Η Αίγυπτος αρχίζει να γίνεται απλή επαρχία του ελληνικού κόσμου. Η Αλεξάνδρεια γίνεται κέντρο των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών και στη συνέχεια της χριστιανικής σκέψης. Αργότερα οι Άραβες κάνουν πνευματικό τους κέντρο το Κάιρο.
Ο Νεκτανεβό Α΄, για να έλθουμε στα παλαιότερα χρόνια, ιδρυτής της 30ής δυναστείας, και οι διάδοχοί του πολεμούν αδιάκοπα με τους Πέρσες. Το 342 π.Χ. όμως νικήθηκαν ολοκληρωτικά, και οι Πέρσες λεηλάτησαν τα πάντα. Δέκα χρόνια αργότερα (το 332 π.Χ.) παρουσιάζεται ως ελευθερωτής στην Αίγυπτο ο Μέγας Αλέξανδρος. Ο αιγυπτιακός λαός τον δέχτηκε με ακράτητο ενθουσιασμό και τον προσκύνησε ως γόνο των παλιών θεών του τόπου. Μια καινούρια Αίγυπτος εμφανίζεται στο πολιτιστικό προσκήνιο, η Αίγυπτος των Πτολεμαίων και των Σωτήρων, που η ιστορία της είναι στενά δεμένη με την ιστορία του ελληνιστικού κόσμου, της ελληνικής αυτοκρατορίας των Μακεδόνων. Τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου υπήρξε η Κλεοπάτρα Ζ’. Στην εποχή της η ισχύς των Πτολεμαίων έφτασε στην ύψιστη ακμή της. Ύστερα έρχεται η ρωμαϊκή κατάκτηση και η βυζαντινή αυτοκρατορία, που δίδει μία άλλη διάσταση στην υπόθεση του Ελληνισμού.

ΑΠΟ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ ΤΙΣ ΚΟΡΦΕΣ…

Όποιος παρατηρήσει τις κορφές του Ολύμπου, στις ρίζες του οποίου γεννήθηκε η θρυλική αυτή μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν μπορεί παρά να συγκινηθεί. Ακόμη περισσότερο όταν αντικρίσει την Πέλλα, την ιδιαιτέρα πατρίδα του Μακεδόνα βασιλιά!
Ρίχνοντας, όμως, την ματιά του και επί της οροσειράς του Αίμου (1), της βαλκανικής χερσονήσου, δηλαδή, θα θυμηθεί την ώρα που οι αρχαίοι Έλληνες εξερεύνησαν πρώτοι την οροσειρά κατά τη μυκηναϊκή εποχή. Στην ιστορική εποχή έφτασαν εκεί οι γεωγράφοι και περιηγητές Εκαταίος, Ελλάνικος, Διονύσιος, Φερεκύδης κ.ά. Από τα γραπτά τους σώθηκαν μόνο αποσπάσματα. Ο Ηρόδοτος συγκέντρωσε τις μελέτες των προγενεστέρων του και μας έδωσε μια πιο συστηματική περιγραφή. Πολύ καλά εξερευνήθηκε ο Αίμος κατά την εκστρατεία του Φιλίππου Β΄ κατά των Σκυθών.
Κι όμως!.. Το 335 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος ανέβηκε στα φαράγγια και στις κορυφές αυτού του βουνού πολεμώντας τους Τριβαλλούς Θράκες, για να συνεχίσει κατακτώντας ολόκληρη την Ασία και τον τότε γνωστό κόσμο!..
Πάνω από 70 πόλεις είχε χτίσει ο Μέγας Αλέξανδρος ή ονομάστηκαν «Αλεξάνδρεια» προς τιμή του. Από όλες αυτές μόνο μία υπάρχει ακόμα και συνεχίζει να ακμάζει, η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η λεγόμενη «Μεγάλη» ή «Αιγυπτία».
Ας θυμηθούμε τις σημαντικότερες από αυτές τις πόλεις, που φέρουν το όνομα του θρυλικού βασιλιά:
1) Αλεξάνδρεια η προς Λάτμω της Καρίας. Ιδρύθηκε το 334 π.Χ. στο όρος Λάτμος.
2) Αλεξάνδρεια η παρά την Ισσόν. Ιδρύθηκε το 333 π.Χ. κοντά στην πόλη Ισσό της Κιλικίας.
3) Αλεξάνδρεια η εν Ασσυρία. Ιδρύθηκε το 331 π.Χ. στο πεδίο της μάχης των Αρβήλων, σε ανάμνηση της νίκης του Αλέξανδρου κατά των Περσών.
4) Αλεξάνδρεια η εν Αρείοις. Ιδρύθηκε το 330 π.Χ., στην περιοχή του σημερινού Δυτικού Αφγανιστάν.
5) Αλεξάνδρεια η εν Αραχωσία. Ιδρύθηκε το 330 π.Χ., πιθανόν κοντά στη σημερινή πόλη Κανταχάρ.
6) Αλεξάνδρεια η Εσχάτη ή η παρά τον Ιαξάρτην. Ιδρύθηκε το 329 π.Χ., στις όχθες το ποταμού Ιαξάρτη.
7) Αλεξάνδρεια υπό τον Καύκασον. Ιδρύθηκε το 329/28 π.Χ. στις πλαγιές του όρους Παροπάμισος (Ινδικός Καύκασος).
8) Αλεξάνδρεια η εν Βακτριανή. Ιδρύθηκε το 329/28 π.Χ.
9) Αλεξάνδρεια η εν Μαργιανή. Ιδρύθηκε το 328 π.Χ. στις όχθες του ποταμού Μάργου.
10) Αλεξάνδρεια η εν Σόγδοις. Ιδρύθηκε το 327 π.Χ. στο βασίλειο των Σόγδων, στις όχθες του Ινδού ποταμού.
11) Αλεξάνδρεια η Βουκέφαλος. Ιδρύθηκε το 326 π.Χ. στις όχθες το ποταμού Ύδασπη. Ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του αλόγου του Μ. Αλεξάνδρου Βουκεφάλα.
12) Αλεξάνδρεια η παρά τον Ακεσίνη. Ιδρύθηκε το 326 π.Χ. και βρισκόταν στη σημερινή βορειοδυτική Ινδία.
13) Αλεξάνδρεια η παρά τον Ινδό. Ιδρύθηκε το 326/25 π.Χ. στις όχθες του Ινδού ποταμού.
14) Αλεξάνδρεια η εν Σωριανοίς. Ιδρύθηκε το 325 π.Χ. στις όχθες του Ινδού ποταμού, κοντά στην πόλη Πάτταλα.
15) Αλεξάνδρεια η εν Ωρείταις. Ιδρύθηκε το 325 π.Χ. κοντά στον ποταμό Άρβιο, στη χώρα των Ωρειτών.
16) Αλεξάνδρεια η εν Καρμανία. Ιδρύθηκε το 325 π.Χ. Αναφέρεται από αρχαίους συγγραφείς αλλά δεν είναι γνωστή η ακριβής θέση της.
17) Αλεξάνδρεια η εν Σουσιανή. Ιδρύθηκε το 324 π.Χ. στο μυχό του Περσικού κόλπου.
18) Αλεξάνδρεια η εν Βαβυλωνία. Ιδρύθηκε το 324 π.Χ. κοντά στην Βαβυλώνα.
Και τόσες άλλες!..

Η ΖΩΗ ΤΟΥ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Ποια είναι, αλήθεια, η ζωή του θρυλικού στρατηλάτη, που έμελλε να κατακτήσει ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο και μέχρι σήμερα όχι απλώς να ομιλούν γι’ αυτόν, αλλά να τον έχουν πρότυπο και οδηγό στη δική τους ζωή;
Ας ανοίξουμε μία ελληνική εγκυκλοπαίδεια, όπως για παράδειγμα, του εθνωφελούς εκδοτικού οίκου «Μαλλιάρης-παιδεία», για να διαβάσουμε τι αναφέρει για τον μεγάλο βασιλιά:
Αλέξανδρος Γ΄ ο Μέγας (356-323 π.Χ.). Βασιλιάς της Μακεδονίας, γιος του Φιλίππου Β΄ και της Ολυμπιάδας. Γεννήθηκε στην Πέλλα και είναι ο άνθρωπος που κατά το δεύτερο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα κατέκτησε μεγάλο τμήμα της Ανατολής και έκανε τον ελληνικό πολιτισμό κοινό κτήμα του τότε γνωστού κόσμου.
Αναλυτικότερα, όμως, για την πρώτη νεότητα, την ανατροφή και την παιδεία του θρυλικού βασιλιά, θα γράψει:
«Ο Μέγας Αλέξανδρος γεννήθηκε στη Μακεδονία, σε μια εποχή γεμάτη από εξωτερικούς κινδύνους και εσωτερικές ταραχές, και σε περιβάλλον που έβραζε από ακατάσχετα πάθη. Εσωτερικοί αγώνες και φόνοι για το θρόνο είχαν φέρει τον τόπο στο χείλος της καταστροφής. Αλλά και το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν ανάλογο. Οι γονείς του δε ζούσαν αρμονικά. Τον ανάθρεψαν ωστόσο με πολύ μεγάλη φροντίδα και αγάπη. Ο Φίλιππος Β΄ εξάλλου –έξοχος στρατιώτης– ήταν μια μεγάλη μορφή στην ιστορία του αρχαίου κόσμου. Υπήρξε ο αναμορφωτής του μακεδονικού στρατού και εξαίρετος πολιτικός και διπλωμάτης. Μητέρα του Αλέξανδρου ήταν η Ολυμπιάδα, κόρη του Νεοπτόλεμου, βασιλιά των Μολοσσών, μια ισχυρή γυναικεία μορφή. Ήταν φιλόδοξη, φίλαρχη, αδίστακτη και ανυποχώρητη. Πρόσφορη σε θεϊκές καταληψίες και ενθουσιασμούς υπήρξε μέλος ενός ορφικού θιάσου, που τελούσε στα βουνά οργιαστικές τελετές για το Διόνυσο. Ο Αλέξανδρος της έτρεφε μεγάλη αδυναμία. Όσον αφορά το γενεαλογικό του δέντρο, ξέρουμε πως από την πλευρά του πατέρα του ήταν Ηρακλείδης, καταγόταν δηλαδή από τον Ηρακλή, μέσω του Κάρανου, ενώ από τη μητέρα του ήταν Αιακίδης και καταγόταν από το γιο του Αχιλλέα Νεοπτόλεμο. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε πως ο Αλέξανδρος πήρε από τη φυλή του τη φυσική, πνευματική και ψυχική ρωμαλεότητά του, από τον πατέρα του τις μεγάλες πολιτικές και στρατιωτικές αρετές και από τη μητέρα του τη θυελλώδη ορμητικότητα, την περηφάνια, τη φιλοδοξία και έναν κάποιο μυστικισμό.
Και οι δύο γονείς του φρόντισαν με ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή τη διαπαιδαγώγηση του μικρού Αλέξανδρου, γι’ αυτό και κατά διαστήματα συγκεντρώνονταν στη μακεδονική βασιλική αυλή μεγάλες προσωπικότητες του αρχαίου κόσμου. Ο πρώτος δάσκαλος που είχε αναλάβει τη γενική ευθύνη για την αγωγή του ήταν ένας Ηπειρώτης, συγγενής της Ολυμπιάδας, με το όνομα Λεωνίδας. Η επιλογή αυτή ήταν στην ουσία η θέληση της Ολυμπιάδας. Ωστόσο ο Λεωνίδας δε συμμορφώθηκε με το δικό της πνεύμα και τα δικά της ήθη. Η μόρφωσή του μπορεί να ήταν πολύ ισχνή, αλλά είχε «αυστηρό ήθος». Ο Αλέξανδρος φοβόταν τα μάτια του, που τον παρακολουθούσαν παντού, ακόμα και όταν κοιμόταν. Παιδαγωγική μέθοδος του Λεωνίδα ήταν η σκληραγωγία. Το βασιλόπουλο, σύμφωνα με τον Ηπειρώτη παιδαγωγό, έπρεπε να διδαχτεί την «ολιγάρκεια», την αποχή και από τις παιδικές ακόμη χαρές. Ωστόσο ο Αλέξανδρος κατάλαβε αργότερα ότι ο Λεωνίδας δεν ήθελε το κακό του. Το 332 π.Χ., μάλιστα, του έστειλε από τη Συρία, όπου βρισκόταν, δώρα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης.
Μαθήματα σε ειδικές σφαίρες γνώσεων έδωσαν στον Αλέξανδρο άλλοι δάσκαλοι. Ανάμεσά τους ήταν ο Φιλίσκος, που ακολούθησε τον Αλέξανδρο και σε κάποιες εκστρατείες, και πιθανότατα ο διάσημος μαθηματικός Μέναιχμος.
Ο Φίλιππος ωστόσο πίστευε πως ο γιος του χρειαζόταν ένα δάσκαλο που θα τον οδηγούσε στην ύψιστη σφαίρα της παιδείας. Είχε συλλάβει καλά το χαρακτήρα του γιου του. Είχε διαγνώσει ότι τον άκαμπτο μικρό Αλέξανδρο, που αντιστεκόταν σε κάθε βίαιη αγωγή, δεν έκαμπτε παρά μόνο ο λόγος και διαισθάνθηκε ότι τα όπλα του λόγου και του νου, κανένας άλλος δε θα μπορούσε να χειριστεί καλύτερα από τον Αριστοτέλη, ο οποίος στον «Προτρεπτικόν» του είχε ήδη χαράξει το δρόμο προς τη φρόνηση. Έτσι, όταν ο Αλέξανδρος ήταν 13 ετών –ένα ατίθασο αγόρι– ο Φίλιππος προσέλαβε ως δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, ο οποίος του ενέπνευσε ιδιαίτερα την αγάπη για την ελληνική ποίηση. Με δάσκαλο τον Αριστοτέλη, ο Αλέξανδρος αγάπησε με πάθος τα γράμματα και τις επιστήμες. Ιδιαίτερα αγάπησε και θαύμασε τους ήρωες του Ομήρου και χαρακτηριστικό είναι το προσκύνημα που πραγματοποίησε στην ακρόπολη του Ιλίου. Αναφέρεται ότι είχε πάντα μαζί του την «Ιλιάδα» και στους ήρωές της έβλεπε τα πρότυπα της ελληνικής αρετής, φιλοδοξώντας να φανεί αντάξιός τους. Ο Αριστοτέλης ξύπνησε στον Αλέξανδρο την ορμή για τις μεγάλες πράξεις. Αυτός του εξευγένισε τα πάθη. Λένε ότι σεβόταν τόσο το δάσκαλό του, που έλεγε χαρακτηριστικά: «Στους γονείς μου οφείλω το ζην, αλλά στο δάσκαλό μου το ευ ζην». Το ίδιο ενδιαφέρον έδειξε ο Αλέξανδρος και για τις τέχνες. Ο αγαπημένος του καλλιτέχνης, που ήταν από τον ίδιο εξουσιοδοτημένος να τον αποδίδει με τη σμίλη του, ήταν ο Λύσιππος. Στην ερμαϊκή στήλη του Αζάρα σώζονται τα βασικά χαρακτηριστικά του σπουδαιότερου ανδριάντα του Αλέξανδρου.
Από πολύ μικρός ο Αλέξανδρος έδειξε την ευφυΐα και την πολυπραγμοσύνη του. Το πρώτο του κατόρθωμα σημειώθηκε στην ηλικία των 12 χρόνων, όταν έφεραν στο Φίλιππο ένα μεγάλο ατίθασο άλογο, το Βουκεφάλα, το οποίο κανείς δεν μπορούσε να δαμάσει. Το επεισόδιο με το Βουκεφάλα φανερώνει την εξαιρετική τόλμη και την εξυπνάδα του Αλέξανδρου. Όταν παρατήρησε πως το άλογο τρόμαζε από την ίδια τη σκιά του, το έστρεψε προς τον ήλιο και έτσι μπόρεσε να το δαμάσει και να το ιππεύσει. Το Βουκεφάλα τον πήρε αργότερα ο Αλέξανδρος στη μεγάλη του εκστρατεία και, όταν το άλογο πέθανε, έκτισε προς τιμή του μια πόλη, την Αλεξάνδρεια Βουκεφάλα».

Πώς έγινε, όμως, και ο Μέγας Αλέξανδρος ανέβηκε στο θρόνο και ποιες ήσαν οι πρώτες επιτυχίες του; Διαβάζουμε:

«Την πρώτη του εμπειρία, σε ό,τι αφορά την πολεμική τέχνη, την απέκτησε ο Αλέξανδρος έφηβος, σε ηλικία μόλις 16 χρόνων, όταν ο Φίλιππος, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του κατά του Βυζαντίου, εμπιστεύτηκε στο γιο του την αντιβασιλεία, γεγονός που έδωσε στο νεαρό πρίγκιπα την ευκαιρία να επιτεθεί κατά του θρακικού φύλου των Μαίδων και να ιδρύσει την πρώτη πόλη που έφερε το όνομά του («Αλεξάνδρου Πόλις»). Αλλά και αργότερα, στη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), ο Φίλιππος έδωσε στο 18χρονο Αλέξανδρο την ευκαιρία να διευθύνει την αποφασιστικής σημασίας επίθεση των 2.000 «εταίρων» του διαλεχτού ιππικού του.
Ο Αλέξανδρος μπήκε ουσιαστικά στην παγκόσμια ιστορία σε ηλικία 20 χρόνων. Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου, στις αρχές φθινοπώρου του 336 π.Χ., ο Αλέξανδρος αναγνωρίστηκε από τη συνέλευση του στρατού ως διάδοχος του θρόνου και επομένως ως νόμιμος βασιλιάς. Ο νεαρός Αλέξανδρος δήλωσε αμέσως στους Μακεδόνες ότι μόνο το όνομα του βασιλιά άλλαξε στο κράτος και τίποτε άλλο. Το παρελθόν του εξάλλου και κυρίως ορισμένα χαρακτηριστικά γεγονότα, όπως η διπλωματικότητα με την οποία είχε αντιμετωπίσει ως αντιβασιλιάς, 16 μόλις χρόνων, την πρεσβεία των Περσών στην αυλή της Πέλλας, η νίκη που πέτυχε μόνος εναντίον των Μαίδων αργότερα και ιδιαίτερα η σπουδαία συμβολή του στη μάχη της Χαιρώνειας, είχαν ήδη εδραιώσει το κύρος του στο μακεδονικό στρατό. Αναμφισβήτητα την άνοδό του στο θρόνο βοήθησε αποτελεσματικά η νομιμοφροσύνη που έδειξαν απέναντί του οι δύο διακεκριμένοι στρατηγοί συνεργάτες του πατέρα του, ο Αντίπατρος και ο Παρμενίων. Οι ανταπαιτητές του θρόνου, που θα μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι για τον Αλέξανδρο κατά τη διεξαγωγή του πολέμου εναντίον των Περσών, παραμερίστηκαν και ο ίδιος εκδικήθηκε τη δολοφονία του πατέρα του με τη εκτέλεση των ενόχων. Είναι γεγονός πως μόλις έφτασε στην Ελλάδα η είδηση της δολοφονίας του Φιλίππου, άρχισαν να εκδηλώνονται στην κεντρική και νότια Ελλάδα απελευθερωτικές κινήσεις, με σκοπό την απαλλαγή από τη μακεδονική ηγεμονία. Ιδιαίτερα στην Αθήνα, ο Δημοσθένης, υποτιμώντας το νεαρό βασιλιά, αναζωπύρωνε τις ελπίδες για την ίδρυση της αθηναϊκής ηγεμονίας, παρά το ότι οι Έλληνες ήταν δεσμευμένοι απέναντι στον Αλέξανδρο και όφειλαν να τον αναγνωρίσουν ως ηγεμόνα τους, εφόσον είχαν συνάψει με το Φίλιππο «αιώνια» συνθήκη. Προκαλεί κατάπληξη ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε ο Αλέξανδρος τα μεγάλα προβλήματα που είχε να επιλύσει, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Από την πρώτη εκείνη στιγμή φάνηκαν τα εξαιρετικά του χαρίσματα: η αποφασιστικότητα, η ταχύτητα στην ενέργεια και η σπουδαία πολιτική του σκέψη. Όταν πληροφορήθηκε τις εξεγερτικές κινήσεις εναντίον του, θέλοντας να προασπίσει και με πόλεμο ακόμα, αν το επέβαλε η ανάγκη, τα δικαιώματά του, εισέβαλε επικεφαλής του στρατού του στη νότια Ελλάδα. Ανακηρύχθηκε από τους Θεσσαλούς «άρχων» αλλά και «ηγεμών» της ελληνικής συμμαχίας έως ότου, το 336 π.Χ., ανακηρύχθηκε στο Συνέδριο της Κορίνθου στρατηγός αυτοκράτωρ της πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών. Είναι αξιοθαύμαστο το ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στερέωσε την εξουσία του στη Μακεδονία, αντιμετώπισε με μεγάλη επιτυχία την αντίδραση που εκδήλωσαν εναντίον του οι άλλες ελληνικές δυνάμεις και με δύσκολες αλλά επιτυχείς επιχειρήσεις κατέπνιξε τις εξεγέρσεις των γειτονικών φύλων της Μακεδονίας: Θρακών, Τριβαλλών, Γετών και Ιλλυριών. Οι κινήσεις αυτές αρκούσαν για να εξασφαλιστεί η ησυχία στα μετόπισθεν, όταν ο Αλέξανδρος θα βρισκόταν στην Ασία».

Αξίζει, όμως, να δούμε και ποιος ήταν –τότε- ο πανελλήνιος εκδικητικός πόλεμος και το σχέδιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου:

«Η περσική αυτοκρατορία, εναντίον της οποίας άρχιζε τον πόλεμο ο Αλέξανδρος, είχε αποφύγει τη διάλυση και για μια ακόμη φορά είχε αποκατασταθεί στην παλιά της έκταση, χάρη στην ενεργητικότητα του Αρταξέρξη Γ΄ Ώχου, ο οποίος διέθετε ένα ανεξάντλητο στρατιωτικό δυναμικό. Το πρόβλημα ήταν αν και κατά πόσο θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν οι δυνάμεις αυτές στον κατάλληλο χρόνο και τόπο, αν λάβει κανείς υπόψη του τις τεράστιες αποστάσεις και το ελάχιστα αναπτυγμένο σύστημα στρατολογίας. Παρ’ όλα αυτά, η αριθμητική και ποιοτική υπεροχή του περσικού στόλου, με την οποία ο Πέρσης βασιλιάς είχε την αναμφισβήτητη κυριαρχία στη θάλασσα, ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη για τον Αλέξανδρο. Είχε δηλαδή στη διάθεσή του ο Πέρσης μονάρχης το εξαιρετικό ναυτικό των Φοινίκων και των Κυπρίων, ενώ ο Αλέξανδρος στα 400 πλοία των Περσών μπορούσε να αντιπαρατάξει μόνο 160. Από αυτά λοιπόν τα δεδομένα προέκυψε η μεγαλοφυής βασική στρατηγική σκέψη του Αλέξανδρου να καταλάβει σε πρώτη φάση, με το πεζικό του, όλες τις περσικές ακτές στη Μεσόγειο θάλασσα, πριν κατευθυνθεί στο εσωτερικό. Έτσι, πέρασε στην Ασία με στρατό μόνο 30.000 πεζούς και 5.000 ιππείς. Αν και ο στρατός του ήταν μικρός σε αριθμό, ο Αλέξανδρος διαπνεόταν από ακλόνητη πίστη για τη νίκη. Η πίστη του αυτή άλλωστε βασιζόταν στην αυτοπεποίθηση που τον διέκρινε και στην εμπιστοσύνη που είχε στο στρατό του· ο στρατός που του άφησε ο πατέρας του Φίλιππος Β’ ήταν ο καλύτερος του κόσμου».
Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από τους μεγάλους Έλληνες ιστορικούς της αρχαιότητος, όπως ο Αρριανός, που διέσωσε τα πιο σημαντικά στοιχεία από την μεγάλη εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα βάθη της Ανατολής, όπως για παράδειγμα:
 Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΓΡΑΝΙΚΟ ΠΟΤΑΜΟ (334 π.Χ.)
 Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΙΣΣΟΥ (333 π.Χ.)
 Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΦΟΙΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ
 Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΓΑΥΓΑΜΗΛΑ (331 π.Χ.) – Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ – Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΑΡΕΙΟΥ
 Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΗ ΒΑΒΥΛΩΝΑ – Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΑΡΕΙΟΥ
 Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΗΣ
 ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (13 Ιουνίου του 323 π.Χ)

Δράττομαι αυτής της ευκαιρίας να δούμε πώς περιγράφει το έργο και την προσωπικότητα του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο συντάκτης της παραπάνω εγκυκλοπαίδειας:
«Το όνομα Αλέξανδρος χαρακτηρίζει το τέλος μιας εποχής της παγκόσμιας ιστορίας και την αρχή μιας νέας. Πραγματικά στα δεκατρία χρόνια της βασιλείας του (και αυτά όχι ακριβώς συμπληρωμένα) ο νεαρός βασιλιάς, χάρη στο γεγονός ότι κατέστησε την Ανατολή προσιτή στον ελληνικό πολιτισμό και στο ελληνικό εμπόριο, δημιούργησε εντελώς νέες βάσεις για ολόκληρη την επόμενη εξέλιξη του ανατολικού και δυτικού κόσμου.
Ενώ η αναγνώριση της μεγαλοφυΐας του Αλέξανδρου είναι γενική, οι κρίσεις για το πρόσωπο και το έργο του διαφέρουν ανάλογα με το αν τον θεωρεί κανείς Έλληνα ή αντίθετα «εξελληνισμένο βάρβαρο». Γύρω από τις διάφορες πλευρές της προσωπικότητας του Μεγάλου Αλεξάνδρου διατυπώθηκαν πράγματι πάμπολλες απόψεις τόσο από αρχαίους όσο και από νεότερους ιστορικούς. Όπως είναι φυσικό, όλοι όσοι έγραψαν γι’ αυτόν δεν είναι θαυμαστές του. Ωστόσο το γεγονός ότι τόσοι ασχολήθηκαν και ασχολούνται διαρκώς με το Μέγα Αλέξανδρο αποτελεί τρανή απόδειξη πως πρόκειται για μια εξαιρετική και μοναδική στην ιστορία προσωπικότητα.
Ο θάνατός του αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο για να κρίνει κανείς το έργο του, κι αυτό γιατί ως το θάνατό του δεν ήταν ακόμη τίποτε ολοκληρωμένο.
Αδιαφιλονίκητα επιτεύγματα παρουσιάζει ο Αλέξανδρος μόνο στο στρατιωτικό πεδίο. Είναι όμως ιδιαίτερα δύσκολο να τον κρίνουμε στο πολιτικό, πολιτιστικό και οικονομικό επίπεδο, γιατί σ’ αυτά βρισκόταν στο στάδιο της δημιουργίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως υπήρξε ο μόνος κατακτητής του οποίου οι κατακτήσεις δεν ήταν απόλυτα πολεμικές αλλά και ειρηνικές, γιατί άνοιγαν το δρόμο για την πρόοδο και τον πολιτισμό.
Ως το τέλος της ζωής του προσπαθούσε να βελτιώσει με καινούριες ιδέες και μεθόδους την οργάνωση της νέας τεράστιας αυτοκρατορίας του. Αφαίρεσε από τη δικαιοδοσία των σατραπών τη διαχείριση του οικονομικού τομέα, δημιουργώντας ενιαίες φορολογικές περιφέρειες. Έθεσε τέρμα στο σύστημα αποθησαύρισης των Περσών βασιλέων, μετατρέποντας σε νομίσματα τα εκατομμύρια θησαυρούς τους. Με τον τρόπο αυτό ο Αλέξανδρος δημιούργησε ενιαίο αυτοκρατορικό νομισματικό σύστημα, ώστε τα νομίσματά του να γίνουν το κύριο μέσο συναλλαγής σε όλο το μεσογειακό κόσμο.
Οι πολυάριθμες ελληνικές πόλεις που ίδρυσε, από την Αίγυπτο ως την Ινδία, έγιναν οι σπόροι για τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και σταθμοί για την ανάπτυξη του εμπορίου και της συγκοινωνίας.
Μια ξεχωριστή πλευρά του χαρακτήρα του ήταν το έντονο ενδιαφέρον για την επιστήμη. Αυτό γίνεται φανερό από το γεγονός ότι κατά την εκστρατεία του τον συνόδευε ένα επιτελείο από σοφούς και τεχνικούς, οι οποίοι είχαν ως αποστολή να ερευνήσουν και να περιγράψουν τα νέα εδάφη προς όλες τις κατευθύνσεις, αποβλέποντας ιδιαίτερα στη χλωρίδα, την πανίδα και τον ορυκτό πλούτο. Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι ο Αλέξανδρος έφερε τους Έλληνες ως την Ινδία, ενώ πριν έφταναν μόνο ως τις ακτές της Ανατολής, θα πρέπει να τον κατατάξουμε στους πιο σημαντικούς εξερευνητές όλων των εποχών.
Αν και δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην πραγματοποίηση των τελευταίων σχεδίων του, ωστόσο όλα όσα πέτυχε στη σύντομη ζωή του είχαν ως αποτέλεσμα την ολοσχερή μεταβολή της πορείας του τότε γνωστού κόσμου και αποτέλεσαν τη βάση για όλη την κατοπινή ιστορική εξέλιξη. Έτσι ο Αλέξανδρος έμεινε ως μορφή παραμυθιού ζωντανός στη φαντασία των λαών σε Ανατολή και Δύση.
Συνεχιστής του έργου του δεν υπήρχε. Δεν υπήρχε άξιος διάδοχος ούτε παγιωμένο πλαίσιο διακυβέρνησης που θα εξασφάλιζαν την επιβίωση της ποικιλόμορφης αυτοκρατορίας. Το γεγονός ότι μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Αλέξανδρου δεν υπήρχε κανένας νόμιμος διάδοχος που θα μπορούσε να λάβει, σύμφωνα με το πνεύμα του, την εξουσία, είχε τελικά ολέθριες συνέπειες για τη διατήρηση της αυτοκρατορίας.
Όταν ο Αλέξανδρος ρωτήθηκε την ώρα που ξεψυχούσε σε ποιον άφηνε το κράτος του, λέγεται ότι αποκρίθηκε: «στον ισχυρότερο». Οι λέξεις αυτές που απηχούν μάλλον πραγματισμό παρά μεγαλομανία, προοιώνιζαν καθαρά τα επερχόμενα χρόνια αναταραχών και αιματοχυσίας».

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Χωρίς αμφιβολία, ο Μέγας Αλέξανδρος, άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της προσωπικότητάς του στο πέρασμα των αιώνων και δεν είναι τυχαία η συχνή αναφορά του ονόματός του όχι μόνον σε ελληνικό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Σε όλα σχεδόν τα κράτη του κόσμου θα βρεις ένα μνημείο, ένα σύλλογο ή σωματείο, μία έδρα στα πανεπιστήμια, ακόμη και κύρια ονόματα πολιτών, που λέγονται Αλέξανδροι, από την Ασία ως την Αμερική!
Από πού ν’ αρχίσει κανείς και πού να τελειώσει;
 Μήπως από το γεγονός ότι ο Μέγας Αλέξανδρος αναγνωρίστηκε από τους ιερείς του ως γιος του Άμμωνα (2), που ταυτίστηκε με το Δία.; Είναι γνωστόν ότι ο ναός του Άμμωνος Διός, που βρισκόταν στο Καρνάκ, ήταν ο πιο σπουδαίος ναός με τεράστιες διαστάσεις, ενώ στην Ελλάδα υπήρχαν απομονωμένοι τόποι λατρείας της θεότητας αυτής, όπως στην Άφυτο της μακεδονικής Παλλήνης, στο Γύθειο, στις Θήβες της Βοιωτίας και σε άλλα μέρη.
 Μήπως από το γεγονός ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, για παράδειγμα, αφιέρωσε στον Παρθενώνα 300 περσικές πανοπλίες μετά τη νίκη του στον ποταμό Γρανικό (334 π.Χ.) με την επιγραφή: «ανάθημα είναι τη Αθηνά»; (3)
 Μήπως από το γεγονός ότι στους ιστορικούς χρόνους, ο Πολύβιος αναφέρει ότι ο Έλληνας Πυθέας από τη Μασσαλία έφτασε γύρω στο 300 π.Χ. μέχρι τα νησιά Σέτλαντ (Β. Σκοτία), ενώ ο Μέγας Αλέξανδρος κατέκτησε και εξερεύνησε τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Περσία, την Αίγυπτο φτάνοντας μέχρι το Παντζάμπ της Ινδίας; (4)
 Μήπως το γεγονός ότι ο Άορνος, μία πόλη και οχυρό κοντά στον Ινδό ποταμό, στη Βακτριανή, που ήταν χτισμένη σε οροπέδιο, στην κορυφή απότομου βράχου, ο Μέγας Αλέξανδρος το χειμώνα του 330-329 π.Χ. την κατέλαβε παρά τη φυσική οχυρή της θέση; (5)
 Μήπως το γεγονός ότι κατά τον 4ο αι. π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος εξάπλωσε το κράτος των Μακεδόνων στο μεγαλύτερο τμήμα της Ανατολής φθάνοντας μέχρι τις Ινδίες, ενώ στην κατακτητική του πορεία ίδρυσε νέες αποικίες με έντονο το ελληνικό στοιχείο, το οποίο άσκησε σημαντική επιρροή στον πολιτισμό της Ανατολής; (6)
 Μήπως το γεγονός ότι ακόμη και η ονομασία «Αργεάδες Μακεδόνες» ήταν μία ονομασία της μακεδονικής δυναστείας, μέλη της οποίας ήταν ο Μ. Αλέξανδρος και ο πατέρας του Φίλιππος Β’, που προήλθε από κάποιον πρόγονό τους ο οποίος καταγόταν ή από το Ορεστικό Άργος ή από το Άργος της Πελοποννήσου, με πιο πιθανό θεωρείται το δεύτερο; (7)
 Μήπως το γεγονός ότι ο «γόρδιος δεσμός» αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα γρίφο της φιλοσοφίας, που δεν μπορεί να λύσει ούτε ο καλύτερος φιλόσοφος; (8)
 Μήπως το γεγονός ότι ο ποταμός, που οι Τούρκοι ονομάζουν Κοτζά-τσάϊ, δεν είναι παρά ο Γρανικός ποταμός γνωστός από την ομώνυμη μάχη και νίκη του Μ. Αλεξάνδρου εναντίον του περσικού στρατού του Δαρείου Γ’ (334 π.Χ.), που καταπλήσσει τους ιστορικούς, αλλά και τους στρατιωτικούς αναλυτές της σήμερον; (9)
 Μήπως το γεγονός ότι κι αυτή ακόμη η σημερινή Ευρώπη δεν θα είχε τη σημερινή μορφή της χωρίς τις νίκες του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία, που έγιναν ο κυματοθραύστης της επαπειλούμενης καταστροφής των ασιατών της εποχής εκείνης; (10)
 Μήπως το γεγονός ότι η Μακεδονία, στη Βόρεια Ελλάδα, τον 4ο αι. π.Χ. έφτασε στη μεγαλύτερή της ακμή, κάτω από τη βασιλεία αρχικά του Φιλίππου Β’ και στη συνέχεια του γιου του Μεγάλου Αλεξάνδρου; Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι εκείνος που κατάφερε να καταλύσει την ισχυρή τότε περσική αυτοκρατορία και να κάνει γνωστό τον ελληνικό πολιτισμό ως τα βάθη της Ασίας!.. (11)
 Μήπως το γεγονός ότι στο στάδιο των Ισθμίων το 336 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος ανακηρύχτηκε αρχιστράτηγος των Ελλήνων στην εκστρατεία του κατά των Περσών, ενώ σήμερα –και συγγνώμη που το γράφω- ορισμένοι επισκέπτονται τον χώρο των Ισθμίων μόνον και μόνο για το «καλό ψάρι» που διαθέτουν οι εκεί ψαροταβέρνες ή για να απολαύσουν την διέλευση των πολλών διερχομένων πλοίων; (12)
 Μήπως από το γεγονός ότι σ’ ολόκληρο τον κόσμο υπάρχουν επιγραφές και μνημεία αφιερωμένα στον Μέγα Αλέξανδρο, ενώ δεκάδες χιλιάδες τουρίστες κάθε χρόνο επισκέπτονται τα μέρη που υπάρχει ανεξίτηλη η σφραγίδα του θρυλικού Στρατηλάτη όλων των εποχών;

ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΡΙΗΝΗ ΣΤΗΝ ΚΥΡΗΝΑΪΚΗ!..

Είναι γεγονός ότι αν ρίξουμε μία ματιά στα μέρη που πέρασε ο Μέγας Αλέξανδρος, ακόμη και σήμερα λάμπει με την παρουσία του και την ακτινοβόλο προσωπικότητά του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Πριήνη, μία αρχαία ιωνική πόλη της Μ. Ασίας, χτισμένη βόρεια της Μιλήτου.
Την πόλη αυτή την είχε ιδρύσει, σύμφωνα με την παράδοση, ο Αίπυτος, γιος του οικιστή της Μιλήτου Νηλέα και εγγονός του βασιλιά της Αθήνας Κόδρου. Μετά τους Ίωνες, που ήταν οι πρώτοι κάτοικοί της, ακολούθησε κύμα Βοιωτών από τη Θήβα, που της έδωσαν το δεύτερο όνομά της, Κάδμη. Η Πριήνη ήταν μια από τις πόλεις που συγκροτούσαν την ιωνική δωδεκάπολη.
Η πόλη έφθασε σε μεγάλη ακμή τον 6ο αι. π.Χ. κάτω από τη διακυβέρνηση ενός από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, του Βίαντα, ενώ το 546 π.Χ. την κατέλαβαν οι Πέρσες και τη λεηλάτησαν.
Το 494 π.Χ. η Πριήνη πήρε μέρος στην ιωνική επανάσταση και συμμετείχε στη ναυμαχία της Λάδης με 12 τριήρεις, ενώ μετά τους περσικούς πολέμους εντάχθηκε στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία (478 π.Χ.).
Ο Μ. Αλέξανδρος την επισκέφθηκε (334 π.Χ.) και συντέλεσε τα μέγιστα στην ανάπτυξη και τον εξωραϊσμό της.!
Στα χρόνια των Επιγόνων η Πριήνη άλλοτε ανήκε στους Σελευκίδες και άλλοτε στους Πτολεμαίους και το 2ο αι. π.Χ. υποτάχθηκε στους Ρωμαίους. Στα βυζαντινά χρόνια ήταν έδρα επισκοπής. Στο τέλος του 13ου αι. κυριεύτηκε από τους Τούρκους και ερημώθηκε.
Το πώς ακτινοβολεί αυτή η πόλη απ το αρχαίο ελληνικό φως θα το διαπιστώσουμε διαβάζοντας τα παρακάτω στοιχεία:
«Τα πλούσια ευρήματα που ήρθαν στο φως στα τέλη του 19ου αι. μάς επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια αρκετά σαφή εικόνα για την αρχαία Πριήνη. Ήταν χτισμένη σε τέσσερα κλιμακωτά επίπεδα και ρυμοτομημένη κατά το «Ιπποδάμειο» σύστημα, δηλαδή με δρόμους που τέμνονταν κάθετα και δημιουργούσαν ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα. Την περιέβαλλε τείχος με πύργους κατά διαστήματα. Στο ψηλότερο επίπεδο υπήρχε το ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, όπου βρέθηκαν πήλινες και μαρμάρινες προτομές τους. Στο δεύτερο επίπεδο (από πάνω προς τα κάτω) βρισκόταν ο ναός της «Πολιάδος Αθηνάς», που έχτισε το 334 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος και όπου υπήρχε άγαλμα της θεάς, απομίμηση, κατά τον Παυσανία, του φειδιακού αγάλματος του Παρθενώνα, αλλά σε μικρότερο μέγεθος. Στο τρίτο επίπεδο βρέθηκαν η Αγορά, που χρονολογείται στο τέλος του 4ου π.Χ. αι., η Ιερή Στοά, το Εκκλησιαστήριο και το Ασκληπιείο. Στο τέταρτο επίπεδο βρίσκονταν το Γυμνάσιο (γυμναστήριο) και το Στάδιο. Στις ανασκαφές βρέθηκαν πήλινα αγγεία και ειδώλια, μαρμάρινα και χάλκινα αγάλματα, μεταλλικά εργαλεία και σκεύη. Το θέατρό της είναι από τα καλύτερα διατηρημένα αρχαία θέατρα» (13).
Αλλά και τ’ αφήσουμε όλα αυτά και γυρίσουμε το βλέμμα μας στην Κυρηναϊκή, εκεί που οι επισκέπτες ακόμη και σήμερα θαυμάζουν το μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, θα διαπιστώσουμε την αλήθεια των λεγομένων μας.

 

Αρχαίος ελληνικός ναός στην Κυρηναϊκή.

Η Κυρηναϊκή, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι μια περιοχή της βορειοανατολικής Αφρικής στη Λιβύη. Ως το 1963 αποτελούνταν από την άγονη Λιβυκή έρημο, που βρίσκεται στο εσωτερικό και που έχει μόνο λίγες οάσεις, και από τη βόρεια ζώνη, στα παράλια της Μεσογείου, η οποία είναι πιο εύφορη.
Αλήθεια είναι ότι το 631 π.Χ. οι Έλληνες άποικοι ίδρυσαν στην περιοχή αυτή πέντε πόλεις, την Κυρήνη, από την οποία πήρε το όνομα η περιοχή, την Απολλωνία, τις Εσπερίδες (Βερενίκη), την Τεύχειρα (Αρσινόη) και την Πτολεμαΐδα, με την ονομασία Κυρηναϊκή Πεντάπολη.
Το 331 π.Χ. την περιοχή κατέλαβε ο Μέγας Αλέξανδρος και το 321 π.Χ. ο Πτολεμαίος Α’. Μετά τους Μακεδόνες και τους Πτολεμαίους, το 96 π.Χ. έγινε ρωμαϊκή επαρχία. Από τον 7ο ως το 18ο αιώνα ήταν υπό την κυριαρχία των Αράβων, ενώ αργότερα και ως το 1911 αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Από το 1912 ως το β’ παγκόσμιο πόλεμο ήταν ιταλική αποικία, μαζί με ολόκληρη τη Λιβύη. Τέλος, το 1951 ιδρύθηκε το κράτος της Λιβύης και η περιοχή έγινε τμήμα του νέου κράτους. Το 1963 η ονομασία Κυρηναϊκή καθιερώθηκε μόνο για το παράλιο τμήμα της παλιάς ιστορικής περιοχής.
Ποιος λησμονεί, όμως, ότι το πέρασμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την Κυρηναϊκή έδωσε τη λαμπρότητα που έχει σήμερα η αρχαία αυτή ελληνική πόλη, όπως και τόσες άλλες πόλεις που καταυγάζουν απ’ το αθάνατο αρχαίο ελληνικό φως μέχρι σήμερα; (14)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Για το όνομα «Αίμος» υπάρχουν πολλοί μύθοι. Όταν γινόταν η περίφημη Τιτανομαχία, ο Δίας εξαπέλυσε τον κεραυνό του κατά του Τιτάνα Τυρώνα, του οποίου το αίμα γέμισε το βουνό. Από το γεγονός αυτό πήρε το όνομά του το βουνό. Άλλη μυθολογική διήγηση αναφέρει ότι ο Αίμος ήταν βασιλιάς της Θράκης που τον μεταμόρφωσε ο Δίας στο ομώνυμο βουνό.
2. Άμμων ή Άμμων Ρα. Αιγυπτιακή θεότητα, της οποίας το όνομα σημαίνει «κρυμμένος». Αρχικά ήταν ένας τοπικός θεός των Θηβών. Γύρω στο 2000 π.Χ. ταυτίστηκε με το θεό ήλιο Ρα ή Ρε της Ηλιούπολης και αναγνωρίστηκε βασιλιάς των θεών και δημιουργός όλων των πλασμάτων. Οι ιερείς του Άμμωνα απόχτησαν τεράστια δύναμη και ο επικεφαλής τους θεωρούνταν ισότιμος του Φαραώ. Χαρακτηριστικό του έμβλημα ήταν το στρογγυλό κόσμημα του κεφαλιού, που πάνω του ορθώνονταν δυο φτερά. Στην μπροστινή όψη των πλευρών ήταν προσκολλημένος ο δίσκος του Ήλιου. Το ιερό ζώο της θεότητας αυτής ήταν το κριάρι. Στην περίοδο του Νέου Βασιλείου η λατρεία του Άμμωνα φτάνει στην ακμή της.
3. Ανάθημα. Είναι αυτό που αφιέρωναν οι άνθρωποι στους θεούς για να τους ζητήσουν κάποια χάρη ή για να τους ευχαριστήσουν για την εύνοιά τους. Το έθιμο αυτής της προσφοράς είναι πολύ παλιό. Στην αρχή τα αναθήματα ήταν φορητά: ζώα για θυσία, πέπλα για ξόανα, πολύτιμα αντικείμενα. Από τον 6ο αιώνα π.Χ., που γενικεύεται η κατασκευή ξεχωριστών ναών για κάθε θεό, αφιερώνονται σ' αυτούς και στήλες, αγάλματα θεών, ανδριάντες ιερέων και νικητών σε αγώνες, διάφορα ανάγλυφα κτλ. Σ' αυτά γράφουν συνήθως οι αφιερωτές τη λέξη «ανέθηκε» (αφιέρωσε), το όνομά τους και άλλα στοιχεία σχετικά με το ανάθημα. Οι Έλληνες αφιέρωναν στους θεούς ατομικά, ομαδικά ή ως πόλη ένα μέρος («απαρχή», «ακροθίνιον») από την παραγωγή, από τα κέρδη ή από τα λάφυρα πολέμου, συχνά μεγάλης αξίας αντικείμενα ή και ολόκληρους ναούς. Από τα αναθήματα που σώθηκαν, τα περισσότερα είναι αφιερώματα στον Ασκληπιό (θεό της ιατρικής και της υγείας), ενώ από τα μνημειώδη σώζεται στην Αθήνα το έξοχο «μνημείο του Λυσικράτη». Το ανάθημα διατηρήθηκε ως τις ημέρες μας στο έθιμο και τις λέξεις «προσφορά», «αφιέρωμα» και «τάμα».
4. Το 1000 π.Χ. οι πρόγονοι των Πολυνησίων έφτασαν στα νησιά Τόγκα και Σαμόα από τη νοτιοανατολική Ασία. Τολμηροί θαλασσοπόροι συνέχισαν να εξερευνούν τον Ειρηνικό ωκεανό φτάνοντας μέχρι τη Νέα Ζηλανδία πολύ πριν από τους Ευρωπαίους. Αλήθεια, ποιοι ήσαν αυτοί;
5. Περί αυτού δεν διαφωνεί κανένας ιστορικός.
6. Οι ελληνικές αποικίες έχουν την προέλευσή τους στον απώτατο χρόνο του παρελθόντος. Αλλά και οι Ρωμαίοι δημιούργησαν αργότερα αποικίες με τη μορφή κληρουχιών, τις οποίες ξεχώριζαν σε αποικίες ρωμαϊκού και λατινικού δικαίου, ανάλογα με το αν οι κληρούχοι είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα ή όχι. Οι ρωμαϊκές αποικίες απλώνονταν σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας, από τη Δακία (Ρουμανία) ως την Αγγλία και από την Αφρική ως τη Μεσοποταμία.
7. Ο Περδίκκας Α’ θεωρείται ο πρώτος βασιλιάς της δυναστείας αυτής. Ακολουθούν ο Αργαίος, ο Φίλιππος Α’, ο Αέροπος Α’, ο Αλκέτας, ο Αμύντας Α’, ο Αλέξανδρος Α’ ο Φιλέλλην, ο Περδίκκας Β’, ο Αρχέλαος. Μετά ακολούθησαν οι Ορέστης, Αέροπος Β’, Αμύντας Β’ ο Μικρός, Παυσανίας, Αμύντας Γ’, Αλέξανδρος Β’, Πτολεμαίος και Περδίκκας Γ’. Ο Φίλιππος Β’ και ο Μέγας Αλέξανδρος βασίλευσαν στη συνέχεια. Ο τελευταίος μαζί με το Φίλιππο Γ’ και τον Αλέξανδρο Δ’ ήταν οι τελευταίοι βασιλείς της μακεδονικής αυτής δυναστείας.
8. Γόρδιος δεσμός. Πρόκειται για το δεσμό της άμαξας του Γόρδιου, μυθικού ιδρυτή του φρυγικού κράτους. Όταν ο Γόρδιος έγινε βασιλιάς, αφιέρωσε την άμαξά του στο Δία. Σύμφωνα με την παράδοση ο δεσμός αυτής της άμαξας δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος και αυτός που θα κατόρθωνε να τον λύσει θα γινόταν κυρίαρχος όλης της Ασίας. Όταν ο Μ. Αλέξανδρος έφτασε στη φρυγική πρωτεύουσα, έκοψε το δεσμό με το σπαθί του.
9. Ίδε σχετική αναφορά παραπάνω.
10. Είναι γεγονός ότι η ιστορία του σημερινού Ιράν, που ορισμένοι πολιτικοί ηγέτες άλλων κρατών το επιβουλεύονται για δικούς τους λόγους, συμπίπτει με την ιστορία της Περσίας ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Ήδη από τις αρχές της 3ης χιλιετία π.Χ. η περιοχή κατοικήθηκε από προϊστορικούς πρωτοϊρανικούς πληθυσμούς. Το 1500 π.Χ. εμφανίστηκαν στην Περσία τα πρώτα ινδοευρωπαϊκά φύλα, οι Μήδοι και οι Πέρσες. Τον 6ο αι. π.Χ. ο Κύρος ο Μέγας, που ανήκε στη δυναστεία των Αχαιμενιδών, ίδρυσε τη μεγάλη περσική αυτοκρατορία του, που απλώθηκε σταδιακά στη νοτιοδυτική Ασία, με κέντρο το Ιράν, ως την Αίγυπτο και την περιοχή του Ινδού. Την περίοδο της βασιλείας του Δαρείου Α’, το 499 π.Χ., επαναστάτησαν εναντίον της Περσίας διάφορες πόλεις της Ιωνίας, με τη βοήθεια των Αθηναίων, γεγονός που στάθηκε η αφορμή της έναρξης των περσικών πολέμων, με το Δαρείο τον Α’ επικεφαλής των Περσών και, μετά το θάνατό του, το γιο του, Ξέρξη. Οι περσικές δυνάμεις ηττήθηκαν στην ιστορική μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.). Τον 4ο αι. π.Χ. η αυτοκρατορία έχει αποδυναμωθεί σημαντικά. Το 334 ο Μέγας Αλέξανδρος απελευθέρωσε τις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας, που βρίσκονταν υπό περσική κατοχή. Το 331 π.Χ. κατέλαβε τις κυριότερες περσικές πόλεις (Βαβυλώνα, Σούσα, Περσέπολη). Το 2ο αι. π.Χ., επικράτησαν οι Πάρθοι στην περιοχή, καταλύοντας την αυτοκρατορία των Σελευκιδών.
11. Μετά το θάνατό του όμως η αυτοκρατορία που είχε δημιουργήσει διασπάστηκε σε μικρά βασίλεια που σιγά-σιγά παρήκμασαν.
12. Ίσθμια. Αρχαία πανελλήνια γιορτή, που τελούνταν στον Ισθμό της Κορίνθου κοντά στο Σχοινούντα. Ανήκε στις μεγάλες πανελλήνιες γιορτές και ήταν, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, τρίτη κατά σειρά μετά τα Ολύμπια και τα Πύθια. Οι διηγήσεις αναφέρουν πως τα Ίσθμια ιδρύθηκαν στους μυθικούς χρόνους από τον Ποσειδώνα. Αλλού αναφέρονται ως ιδρυτές ο Σίσυφος ή ο Γλαύκος, ακόμα και ο Θησέας. Γεγονός είναι ότι τα Ίσθμια γιορτάζονταν προς τιμή του Ποσειδώνα κάθε δύο χρόνια την άνοιξη του δεύτερου και τέταρτου έτους κάθε Ολυμπιάδας.
13. Ίδε εγκυκλοπαίδεια Μαλλιάρης-παιδεία
14. Ίδε σχετικό χάρτη μέσα στο λεύκωμα του βιβλίου μας: «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός».