Και τα καντήλια ακόμη;

Κωδικός Πόρου: 00285-112162-1441
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 25/10/11 16:15
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Διάφορα Άρθρα, 00285-112162-1441




Περιγραφή:

(Από "Τα Νέα")

Και τα καντήλια ακόμη;

Με αφορμή το γεγονός ότι, όπως γράφουν και σήμερα «Τα Νέα», ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κκ Ιερώνυμος αναγκάστηκε να μεταβεί στο Κατάρ για την ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας, θυμηθήκαμε ένα κείμενο που έγραψε ο Κωστής Μπαστιάς για τον Παπουλάκο και όλα όσα έλεγε τότε για το πώς μας έπαιρναν οι Βαυαροί ακόμη και τα καντήλια από τα μοναστήρια!.. Διαβάστε το κείμενο, που ακολουθεί!

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Το γεγονός ότι το Ελληνικό κράτος ήλθε πολλές φορές σε ρήξη με την ελλαδική Εκκλησία και εποφθαλμιούσε συνεχώς την περιουσία της Εκκλησίας δεν είναι τωρινό. Από συστάσεώς του σχεδόν δημιουργούσε προβλήματα στην Ελληνική εκκλησία, κάτι που με δριμύτητα στηλίτευαν όλοι σχεδόν οι πιστοί.

Ο Κωστής Μπαστιάς, όπως γράφουμε και στην εισαγωγή μας, μέσα στο έργο του «Παπουλάκος», κάνει ειδική αναφορά στο θέμα αυτό και μας θυμίζει με τον δικό του γλαφυρό τρόπο μία συγκλονιστική σκηνή:

«… Όταν χτύπησεν η πόρτα οι καλόγρηες είχαν σηκωθεί από το φτωχό πρωϊνό κολατσιό και δεν είχαν προκάμει ακόμη να καταπιαστούν με τις δουλειές του μοναστηρίου... «Ανοίξτε γρήγορα...» ακούστηκε μια βροντερή αντρίκεια φωνή. Η γερόντισσα Πελαγία ειδοποίησε την ηγουμένη, τη φημισμένη μητέρα Φεβρονία, εβδομήντα χρονώ γερόντισσα, που είχε μπει στη δούλεψη του Κυρίου από κορίτσι δώδεκα χρονώ, όταν η χήρα μάνα της έταξε σε μιαν αρρώστια της να καλογερέψει κι αυτή και το κορίτσι αν έκανε ο Θεός το θάμα του και το γλύτωνε... Η ηγουμένη λοιπόν δεν πρόκαμε ν’ αποκριθεί κι οι κασμάδες άρχισαν να χτυπούν στην πόρτα και να σκίζουν τα παλαιϊκά ξύλα της. Ό,τι δεν είχαν κάμει οι Τούρκοι, το κάνανε οι δικοί μας. Έλληνες βαφτισμένοι στη θρησκεία του Χριστού. Οι καλόγρηες φοβισμένες τρέξανε και ζάρωσαν μπροστά στο τέμπλο κι η γερόντισσα Φεβρονία πρόσταξε: «Ελάτε να προσευχηθούμε αδελφές στην Παρθένα κι αφήστε τον Εωσφόρο να κάνει το έργο του...». Σε λίγο τα ξύλα της πόρτας γείρανε προς τα μέσα και ο δρόμος άνοιξε διάπλατος στο γιουρούσι. Δεκαπέντε άντρες μανιασμένοι, με καπετάνιο τον έπαρχο, χύμηξαν στην εκκλησιά και μπήκαν στο ιερό. Άρχισαν ν’ αρπάζουν από την Άγια Τράπεζα κι από την Πρόθεση και να πετούν στη μέση της εκκλησίας τα δισκοπότηρα, τ’ Αντιμήνσιο, τ’ αρτοφόρια, τα ιερά σκεύη, τα θυμιατά, τα Ευαγγέλια και να φτιάχνουν ένα σωρό μαζί με τ’ άμφια και τα ιερά επιτραπέζια. Ύστερα άρχισαν να ξηλώνουν τις εικόνες του τέμπλου και να ξεκρεμούν όλα τα εικονίσματα, που ήταν κρεμασμένα στον τοίχο και να τα πετούν σαν σκουπίδια πάνω στο σωρό. Ξεκρεμάσανε τα καντήλια, μαζέψανε τα καντηλέρια κι όλα τ' ασημένια τάματα, αδειάσαν τα κελιά απ' τα εικονίσματα και τα φτωχά χράμια και τις φλοκάτες, πήρανε όλα τα υφαντά που είχανε φτιάξει με τα χέρια τους στους αργαλιούς οι καλόγρηες κι αρπάξανε ως κι αυτά τα τσουκάλια της κουζίνας και τα μπακιρικά. Όλα τούτα τα πράματα τα φορτώσανε ανάκατα στα ζώα κι αφού ερημώσανε και χαλάσανε το μοναστήρι, πέσανε σαν αγαρινοί στις καλόγρηες, τις μαστίγωσαν, τις σούρανε από τα μαλλιά, τις πέταξαν όξω, κάρφωσαν τις πόρτες και τα παράθυρα και φύγανε.
—Γιατί ξέσπασε τέτοια μανία σ’ αυτό το μοναστήρι;
—Η ίδια και χειρότερη μανία ξέσπασε στα περισσότερα, αδερφέ Χριστόφορε, αποκρίθη ο Ιγνάτιος...
Ο Χριστοπανάγος έπεσε σε βαθειά συλλογή και για πολλήν ώρα ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος πρόφερε λέξη. Μονάχα το τζιτζίκι ακουγόταν και τίποτ’ άλλο…»! (14)

Και πιο κάτω:

«Λευτερωθήκαμε από τον αγαρηνό και πρώτη μας πράξη στο δρόμο της λευτεριάς ήτανε να κλείσουμε το στόμα της αλήθειας. Να ψευτίσουμε τη ζυγαριά της πίστης. Να λησμονήσουμε πως τα μοναστήρια, στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς, φυλάξανε και την πίστη και την παιδεία, και πως όσοι μάθανε γράμματα στα μοναστήρια τα μάθανε. Εκεί πρωτοσυλλάβησε το χωριατόπουλο και κει ακόνισε το νου του ο γραμματισμένος. Λίγο ο μακαρίτης ο κυβερνήτης, λίγο η αντιβασιλεία, λίγο οι προεστοί, λίγο οι δεσποτάδες, όλοι τους βοηθήσανε το κράτος να γίνει η κεφαλή της εκκλησίας. Έτσι η εκκλησία έπαψε πια νάναι το πνευματικό μας κεφάλι κι έγινε όμοια με τον έφορο ή τον χωροφύλακα. Ένα παρακλάδι στο δέντρο της πολιτείας κι ο πιο ασήμαντος τροχός στη μηχανή…» (15)

---

Περισσότερα στο βιβλίο μας: «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ: Άγνωστες Προφητείες και Θαύματα»