Υπάρχουν λάθη στα Ελληνικά Βιβλικά Χειρόγραφα;

Κωδικός Πόρου: 00285-111307-881
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 07/08/11 19:14
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Απαντήσεις σε Ερωτήσεις, 00285-111307-881




Περιγραφή:

Η εποχή των πρώτων Χριστιανών πέρασε, αλλά το μήνυμά τους δεν «παρήλθε μετ' αυτών». Διατηρήθηκε στα γραπτά κείμενα από τους πρώτους αιώνες και στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου και στα τέσσερα Ευαγγέλια, οπού καταγράφονται τα έργα και η διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Διατηρήθηκε και στη μνήμη αυτών που έζησαν όλα αυτά από κοντά και προφορικά τα μετέφεραν σε επόμενους (Παράδοση). Αυτό το τεμάχιο παπύρου που βρέθηκε στην Αίγυπτο, είναι γραμμένο στην Ελληνική γλώσσα και χρονολογείται από το 125-150 μ.Χ. Είναι μέρος από κάποιο αντίγραφο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου -το αρχαιότερο διασωθέν αντίγραφο απ' όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης. («Θησαυρός Βιβλικών Εικόνων», Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1987, σελ. 176)

Απαντήσεις στα ερωτήματα: Ποιο είναι το σωστό, δηλαδή το πρωτότυπο κείμενο του Γραφικού χωρίου που ερμηνεύεται; Τι ακριβώς έγραψε ο συγγραφέας του; Είναι οι λέξεις και οι φράσεις του κειμένου που αναλύεται, ή μεταφράζεται, ακριβώς το ίδιο που ήταν και στην αρχική του μορφή;

ΟΠΩΣ γνωρίζουμε, οι ερμηνευτές της Βίβλου, των οποίων ένα κείμενό τους είναι και αυτό που ακολουθεί, έχουν σαν έργο τους ν' αναλύουν και να εξηγούν τις λέξεις και τα χωρία των ιερών κειμένων. Όμως πριν αρχίσει η εργασία αυτή πρέπει ν' απαντηθεί το βασικό ερώτημα: Ποιο είναι το σωστό, δηλαδή το πρωτότυπο κείμενο του Γραφικού χωρίου που ερμηνεύεται; Τι ακριβώς έγραψε ο συγγραφέας του; Είναι οι λέξεις και οι φράσεις του κειμένου που αναλύεται, ή μεταφράζεται, ακριβώς το ίδιο που ήταν και στην αρχική του μορφή;
Η ερώτηση αυτή έχει σπουδαιότητα αν λάβουμε υπόψη τα εξής δυο δεδομένα:
1. Ότι κανένα από τα πρωτότυπα κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν έχει διασωθεί και
2. Ότι τα αντίγραφα που υπάρχουν διαφέρουν μεταξύ τους.
Στις αρχές της πρώτης Χριστιανικής εκκλησίας, όταν ένας απόστολος έγραφε σε μια τοπική εκκλησία (Ρώμη, Κόρινθος, Έφεσος κ.λπ.) παρουσιαζόταν η ανάγκη να γίνονται από τον παραλήπτη αντίγραφα της επιστολής, ώστε να διαδίδεται ευρύτερα στις χριστιανικές κοινότητες η αυθεντική αποστολική διδαχή.
Ο απόστολος Παύλος είχε ο ίδιος ενθαρρύνει αυτή την ευεργετική συνήθεια για την κυκλοφορία των γραφτών του, όταν προέτρεψε στους Κολοσσαείς: «όταν αναγνωσθή παρ' υμίν η επιστολή, ποιήσατε ίνα και εν τη Λαοδικέων εκκλησία αναγνωσθή, και την εκ Λαοδικείας ίνα και υμείς αναγνώτε» (4/16).
Παράλληλα με τις αποστολικές επιστολές έπρεπε ν' αντιγράφονται επίσης και τα κείμενα των Ευαγγελίων. Τα ζητούσαν οι χριστιανικές κοινότητες για να ικανοποιούνται οι πνευματικές ανάγκες των πιστών.
Η αντιγραφή των ιερών κειμένων γινόταν τότε με το χέρι, από επαγγελματίες και ερασιτέχνες γραφείς. Αυτή όμως η μέθοδος, αντιγραφής με το χέρι, αποδείχτηκε ελαττωματική επειδή όχι μόνο απαιτούσε πολύ χρόνο αλλά άνοιγε την πόρτα για να περνούν στα αντίγραφα κάθε λογής παραλείψεις, προσθήκες, επαναλήψεις, παραλλαγές κ.ά.
Στη σημερινή εποχή της τυπογραφίας, τα λάθη που παρεισφρέουν σ' ένα εκτυπωμένο κείμενο είναι ακριβώς τα ίδια, σε όλα τα αντίτυπα της ίδιας έκδοσης, έτσι, που δεν χρειάζεται να ελεγχθεί το κάθε αντίτυπο χωριστά. Την εποχή όμως εκείνη η περίπτωση ήταν εντελώς διαφορετική. Τότε το κάθε αντίγραφο γραφόταν με το χέρι κι από άλλον αντιγραφέα, γι' αυτό πολύ σπάνια δυο αντίγραφα ήταν απόλυτα όμοια.
Πολλοί και διάφοροι μπορούσαν να είναι οι λόγοι για τη λαθεμένη αντιγραφή των κειμένων από τα πρωτότυπα τους. Ας λάβουμε λ.χ. υπόψη τη σωματική κούραση του αντιγραφέα ύστερα από εξαντλητική εργασία αντιγραφής, ή κάποια πάθηση στα μάτια του, ή αμέλεια του, ή ακόμα το γεγονός ότι ο αντιγραφέας ζωγράφιζε τα γράμματα, επειδή αγνοούσε το αλφάβητο και την ελληνική γλώσσα, κ.ά.
Να, ένα παράδειγμα: Σε ελληνικό χειρόγραφο του 14ου αιώνα, υπάρχει ο πίνακας της γενεαλογίας του Ευαγγελιστή Λουκά (3/23-38). Στο κείμενο αυτό ξετυλίγεται μια τέλεια σύγχυση των ονομάτων. Καθώς φαίνεται, επειδή ο αντιγραφέας αγνοούσε τα ελληνικά, ζωγράφισε το χειρόγραφό του από κάποιο αρχαιότερο χειρόγραφο που είχε τον γενεαλογικό κατάλογο του Ιησού καταχωρημένο σε δυο παράλληλες στήλες, από 28 σειρές η κάθε μια. Έτσι, αντί να ζωγραφίσει τα γράμματα της καθεμιάς στήλης χωριστά καθέτως, θεώρησε τις δυο στήλες σαν μια και τα ζωγράφισε οριζοντίως, ακολουθώντας μια προς μια τις σειρές και των δυο στηλών μαζί. Έτσι έφτιαξε ένα αντίγραφο που ο κάθε γιος φαίνεται να έχει άλλον πατέρα. Ακόμα και ο Θεός παρουσιάζεται στο αντίγραφο αυτό σαν γιος του Αράμ• και ο Φαρές σαν ο προπάτορας όλης της ανθρώπινης φυλής (1).
Μια άλλη περίπτωση είναι η παρεμβολή μιας φράσης καθώς λ.χ. στο χωρίο Πράξ. 9/6: «Τρέμων τε και θαμβών είπε, Κύριε, τι με θέλεις ποιήσαι; και ο κύριος προς αυτόν». Οι φράσεις αυτές παρμένες από τη Λατινική Βουλγάτα έχουν περάσει στο Παραδεδεγμένο Κείμενο (Textus Receptus) καθώς και στις νεότερες μεταφράσεις στη Νεοελληνική, δίχως να βρίσκονται σε κανένα ελληνικό χειρόγραφο. Προφανώς προστέθηκαν από τον αντιγραφέα για να εναρμονίσουν το χωρίο αυτό με το παράλληλο χωρίο: Πραξ. 22/10.
Ειδικό μελετητές των κειμένων, απασχολήθηκαν πολλά χρόνια της ζωής τους για να εντοπίσουν, να διαχωρίσουν και να χαρακτηρίσουν τις κάθε λογής διαφωνίες των χειρογράφων μεταξύ τους. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι μέχρι σήμερα έχουν καταχωρηθεί γύρω στις 3.000 γνωστά χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης με γύρω στις 25.000 παραλλαγές, μπορούμε να φανταστούμε πόσο ογκώδες και περίπλοκο ήταν το έργο της Κριτικής επιστήμης, που ο απώτερος σκοπός της ήταν και είναι να πλησιάσει όσο το δυνατόν περισσότερο τα πρωτότυπα αποστολικά κείμενα.
Δεν είναι περιττό να παρουσιάσουμε μερικές παραλλαγές, ανομοιότητες και αλλοιώσεις που παρουσιάζονται τόσο στα πιο αρχαία ιερά αντίγραφα, όσο και στα μεταγενέστερα, καθώς και στα αντίγραφα των αντιγραφών τους, ώστε ο αναγνώστης να κατατοπιστεί με συγκεκριμένα παραδείγματα.
Μια μορφή παραλλαγών ανάμεσα στα χειρόγραφα οφείλονταν στον διαχωρισμό των λέξεων. Η αρχαία μορφή της ελληνικής γραφής, η μεγαλοστρόγγυλη (2), ήταν συνεχής έτσι που δεν ξεχώριζαν οι λέξεις μεταξύ τους. Τη λέξη λ.χ. «ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΣ» (Α' Τιμ. 3/16) άλλοι μεταφραστές την απέδωσαν σαν μια λέξη, ενώ άλλοι την χώρισαν σε δυο λέξεις: «ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ ΩΣ».
Άλλη κατηγορία λαθών ήταν η μετάθεση γραμμάτων μιας λέξης, καθώς στο χωρίο Μαρκ. 14/65, όπου ο αντιγραφέας είδε λ.χ. τη λέξη ΕΒΑΛΟΝ σαν ΕΛΑΒΟΝ. Άλλοι μεταφραστές δέχτηκαν την πρώτη γραφή και άλλοι τη δεύτερη. Παρόμοια μετάθεση στα κείμενα έχει γίνει και σε λέξεις καθώς και σε φράσεις.
Σε άλλες περιπτώσεις παρατηρούμε ότι παραλείπεται μια ολόκληρη σειρά κειμένου, όταν δυο σειρές, που βρίσκονται η μια πολύ κοντά στην άλλη, τελειώνουν με την ίδια λέξη καθώς λ.χ. «Ουχ ερωτώ ίνα άρης αυτούς εκ του κόσμου, αλλ' ίνα τηρήσης αυτούς εκ του πονηρού» (Κώδικας Βατικανού, Ιωαν. 17/15). Το μάτι του αντιγραφέα από την τελευταία λέξη της πρώτης σειράς έπεσε στην τρίτη, έτσι που να αποδοθεί η απαράδεκτη φράση: «Ουχ ερωτώ ίνα άρης αυτούς εκ του πονηρού».
Άλλη μορφή λαθών είναι η «απλογραφία», δηλαδή η γραφή μιας λέξης ή φράσης, που γράφτηκε από τον αντιγραφέα μια φορά, ενώ θα έπρεπε να είχε γραφτεί δυο φορές. Επίσης η περίπτωση «διπλογραφίας», που ενώ θα έπρεπε μια λέξη ή φράση, να γραφεί δυο φορές, γράφτηκε μία.
Όταν το κείμενο αντιγράφονταν καθ' υπαγόρευση, γλιστρούσαν στο αντίγραφο και λάθη ακοής, καθώς λ.χ. στο χωρίο της προς Ρωμαίους επιστολής του Απ. Παύλου «Έχομεν (έχωμεν) ειρήνη με τόν Θεό» (5/1), όπου το «έχομεν» σε άλλα χειρόγραφα διατυπώνεται στην οριστική έγκλιση, ενώ σε άλλα γράφεται «έχωμεν» στην υποτακτική (ας έχωμεν). Και οι δυο αυτές γραφές βρίσκονται σε αξιόπιστα χειρόγραφα. Επίσης, η λέξη «υμών» γραφόταν από τον αντιγραφέα σαν «ημών» ή και αντίστροφα.
Μια άλλη κατηγορία περιλαμβάνει λάθη που προέρχονται από την ομοιότητα της γραφής διφθόγγων με ορισμένα γράμματα: καθώς λ.χ. το χωρίο Αποκ. 1/ 5: «λούσαντι ημάς από των αμαρτιών ημών»• όπου η λέξη «λούσαντι» φαίνεται σε άλλα χειρόγραφα σα «λύσαντι», εξαιτίας σύγχυσης του γράμματος «Υ» με τη δίφθογγο « )£ »•
Υπάρχουν επίσης και ενδιαφέρουσες περιπτώσεις, με παραλλαγές που ενέχουν θεολογική σημασία, καθώς λ.χ. ο χριστουγεννιάτικος αγγελικός ύμνος «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
Αξιόπιστα χειρόγραφα αντί «ευδοκία», αναγράφουν «ευδοκίας» (πτώση γενική). Έτσι το νόημα αυτής της φράσης του ύμνου γίνεται πιο συγκεκριμένο και πιστεύουμε πιο ακριβές, επειδή οι άγγελοι δεν υποσχέθηκαν μια ακαθόριστη ειρήνη για όλον τον κόσμο, αλλά μια βέβαιη ειρήνη σ' εκείνους που απολαμβάνουν την ευδοκία του Θεού: «ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκίας» δηλαδή: «ειρήνη στους ανθρώπους στους οποίους ευαρεστείται ο Θεός».
Παράλληλα μ' αυτές τις κάθε λογής ακούσιες παραλλαγές και ανθρώπινες αβλεψίες, ας λάβουμε υπόψη και τις θεληματικές προσπάθειες των αντιγραφέων να εξομαλύνουν κάθε συνταχτική ή γραμματική ανωμαλία που εύρισκαν σε κάποιες εκφράσεις, ή ακόμα να ελαττώσουν τις ασάφειες, που έκριναν ότι περιείχε το κείμενο που αντέγραφαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο αντιγραφέας λ.χ. αντικαθιστούσε ή πρόσθετε στο χειρόγραφό του μια ή και περισσότερες λέξεις που κατά την κρίση του θα εξομάλυναν το κείμενο ή θα το εξομοίωναν με άλλες, παρόμοιες, εκφράσεις που υπήρχαν σε άλλα αποστολικά κείμενα. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα βρίσκουμε στον Κώδικα του Βατικανού και συγκεκριμένα στο χωρίο Εβρ. 1/3:
Εκεί το γνήσιο χωρίο είναι: «φέρων τα πάντα τω ρήματι της δυνάμεως αυτού». Ο αντιγραφέας όμως είχε λανθασμένα γράψει: «φανερών τα πάντα τω ρήματι της δυνάμεως αυτού». Κάποιος κατοπινός αντιγραφέας, ελέγχοντας το ίδιο χειρόγραφο παρατήρησε το λάθος και διόρθωσε την παραλλαγή για να τη συμμορφώσει με το γνωστό, κείμενο που ήταν και το σωστό. Αλλά ένας τρίτος, μεταγενέστερος, αντιγραφέας του 13ου αιώνα, που πίστευε ότι τα χειρόγραφα πρέπει να μένουν άθικτα, άλλαξε το διορθωμένο κείμενο, αφήνοντας τη λαθεμένη γραφή «φανερών». Μάλιστα, ερεθισμένος από τη διόρθωση σημείωσε στο περιθώριο, απευθυνόμενος στον πρώτο διορθωτή: «Ανόητε, μασκαρά, γιατί δεν αφήνεις τη γραφή ήσυχη και την αλλάζεις;». Μ' άλλα λόγια, τούτος ο τελευταίος γελοιοποίησε τον πρώτο διορθωτή που είχε κάνει τη σωστή διόρθωση. Ευτυχώς, που αυτού του είδους οι αλλαγές και προσθήκες προδίδονται χωρίς δυσκολία ώστε να μην υπάρχει φόβος ν' αλλάξουν ουσιαστικά το νόημα του κειμένου.
Οι παραλλαγές, θελημένες και αθέλητες, ήταν τόσο συνηθισμένο φαινόμενο, στα εκκλησιαστικά κείμενα, ώστε κάποιοι συγγραφείς έκριναν σκόπιμο να εξορκίζουν τους αντιγραφείς των έργων τους για να προσέχουν. Ο εκκλησιαστικός Πατέρας Ειρηναίος λ.χ. (180 μ.Χ.), σημείωσε στο τέλος ενός συγγράμματός του:
«Εσέ που θ' αντιγράψεις τούτο το βιβλίο, σε ικετεύω στο όνομα του Ιησού Χριστού και της δοξασμένης Του παρουσίας, όταν θα 'ρθει για να κρίνει ζώντες και νεκρούς, να συγκρίνεις αυτό που θ' αντιγράψεις και να το διορθώσεις με πολλή προσοχή σύμφωνα με το αντίγραφο από το οποίο θ' αντιγράφεις κι επίσης να γράψεις στο αντίγραφό σου και τούτη την παράκληση μου» (3).
Αυτή η νοθεία των αρχαίων αντιγράφων της Καινής Διαθήκης με τις παραλλαγές, τις προσθήκες και τις αλλοιώσεις που έχουν συσσωρευτεί επί τόσους αιώνες, θα δημιουργούσαν σήμερα την εντύπωση ότι δεν υπάρχει πλέον καμιά ελπίδα για να αποκατασταθεί το αρχαίο κείμενο στην καθαρή και γνήσια μορφή του. Η εντύπωση αυτή, είναι λαθεμένη. Αρκεί να πούμε ότι οι μαρτυρίες που επικυρώνουν τη γνησιότητα και την ακρίβεια των κειμένων της Καινής Διαθήκης, ξεπερνούν κατά πολύ σε αριθμό τις μαρτυρίες κάθε άλλης συλλογής χειρογράφων, οποιουδήποτε έργου της αρχαίας φιλολογίας!
Η μελέτη αυτών των μαρτυριών της Καινής Διαθήκης σε σχέση με το πρωτότυπο κείμενο καθώς και η αποκατάσταση του πρωτότυπου μέσω των μαρτυριών αυτών, είναι το θέμα που απασχολεί την επιστήμη της Κριτικής των Κειμένων.
Ο επιστημονικός αυτός κλάδος δεν ασκεί κριτική πάνω στον γραφτό Λόγο του Θεού• τουναντίον, βοηθάει τον αναγνώστη να τον εννοήσει. Η κριτική των κειμένων δεν ρωτάει: «Είναι αληθινός ο Λόγος του Θεού»; Τούτο που ρωτάει είναι: «Ποιο είναι το ακριβές κείμενο του Λόγου του Θεού; Πόσο πλησιέστερα είναι δυνατό ν' αποκαταστήσουμε τις ακριβείς λέξεις, δια μέσου των οποίων ο Θεός μίλησε στα όργανα Του για ν' αποκαλύψει τον Εαυτό Του στην ανθρωπότητα;»
Για όλα αυτά - και άλλα περισσότερα- θα συνεχίσουμε σε άλλα κεφάλαια.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Βruce M. Metzger: The Text of the New Testament, Oxford 1964.
2. Η γνωστή μας τρέχουσα γραφή αναφάνηκε στα χειρόγραφα του 9ου αιώνα, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται και η στίξη. Η σύγχρονη διαίρεση της Βίβλου σε χωρία, εγκαινιάστηκε κατά τον 16ον αιώνα.
3. «Ορκίζω σε τον μεταγραψόμενον το βιβλίον τούτο κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και κατά της ενδόξου παρουσίας αυτού, ης έρχεται κρίναι ζώντας και νεκρούς ίνα αντιβάλης ο μετεγράφω, και κατορθώσης αυτό προς το αντίγραφον τούτο όθεν μετεγράψω επιμελώς• και τον όρκον τούτον ομοίως μεταγράψεις και θήσεις εν τω αντιγράφω» (Ειρηναίος: Περί Ογδοάδος». Απόσπασμα στον Ευσέβιο: Ηistoria Ecclesiastica V-VX).
Διαβάστε επίσης
• Ο Αδάμ και η Εύα έζησαν 4.000 χρόνια προ Χριστού;
• Χρονολογικός Πίνακας Ιστορικών Γεγονότων των Ελλήνων της Βίβλου!...
• Τι γίνονται οι έρευνες για τον Κατακλυσμό;
• Η Μελίτη είναι η Κεφαλληνία και όχι η Μάλτα;
• Η Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος και η ειλικρίνεια του ευαγγελιστή Λουκά!..