Το όργωμα και ο διακονιάρης!..

Κωδικός Πόρου: 00285-111264-1450
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 26/10/11 19:51
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αναμνήσεις!..., 00285-111264-1450




Περιγραφή:

Το όργωμα και ο διακονιάρης!..

Μια βαθιά ανθρώπινη πράξη από έναν άνθρωπο που η μοίρα τον έκανε να γυρίζει δρόμους και σοκάκια, βουνά και λαγκάδια, κάμπους και ραχοβούνια για να βρει ένα κομμάτι ξερό ψωμί να φάει για να ζήσει!.

 

Ο διακονιάρης.

ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΤΑΝ πολύ το υνί να μπει στο ρημάδι το χώμα, παρά το γεγονός ότι δυο μέρες πριν ο Θεός έριξε μια ολοήμερη και σιγανή βροχή, που πότισε για τα καλά τα χωράφια που ήταν για όργωμα. Σαν να βρήκε πέτρα, βρε παιδί μου!..
--Άειντε, Ντορή μου!.. Προχώρα Καρά μου!... Και σούχω ένα σανό*… σκέτο μαργαριτάρι!..

Κάθε δύο χρόνια ο πατεράκος μου έκανε σεμπριά* με τον πολυαγαπημένο του ξάδελφο και θείο μου, Παναγιώτη Βάρδα, που αγαπούσε πολύ τον πατέρα μου. Και λέω «κάθε δύο χρόνια» γιατί τα χωράφια δεν τα έσπερναν κάθε χρόνο στο Σποριά (Οκτώβρη), αλλά κάθε δύο χρόνια, αφού τη μία χρονιά έσπερναν στάρι και την άλλη χρονιά το άφηναν ακαλλιέργητο για να αναζωογονείται το χώμα και «να θρέφει καλύτερα το σπόρο», όπως έλεγαν οι γονείς μου.

--Άργησε η Κανέλλα, γιατί άραγε; είπε κάποια στιγμή ο πατέρας μου και κοίταζε προς του «Αντώνη του Καλύβι», μια περιοχή προς τη μέση του βουνού, που ήταν το χωριό μας, το Βεσίνι Καλαβρύτων, μπας και φανεί η μανούλα μου με το φαγητό στο τσουκάλι.
--Σώπα, ρε Παναγιώτη, πείνασες κιόλας; του λέει ο θείος μου. Κι έχουμε και το ίδιο όνομα!.. Δεν παθαίνουμε τίποτε για λίγη καθυστέρηση!.. Εμείς περάσαμε πείνες, κατοχή, Γερμανούς, Ιταλούς, αντάρτες… Το ξέχασες το πήδημα που έκανα στο «Αλωνάκι» με τους Ιταλούς; Επειδή καθυστέρησε λίγο το φαγητό κάνεις έτσι; Γύρνα τα ζα*!..
--Έχεις δίκιο!..
--Άειντε, Ντορή μου!.. Προχώρα Καρά μου!... Και σούχω ένα σανό… σκέτο μαργαριτάρι!..

Ο θείος μου Παναγιώτης Βάρδας δεν είπε τυχαία τη λέξη «Αλωνάκι», μια ονομασία που είχαμε για το προαύλιο της εκκλησίας μας, όπου μια μέρα του Αυγούστου του 1942 οι Ιταλοί μάζεψαν όλους τους χωρικούς και τους πλάκωσαν κυριολεκτικά στο ξύλο με κάτι σιδερόμπαλες και τους υποκόπανους* των τουφεκιών τους!.. Πολλοί χωριανοί μάλιστα, παρά το γεγονός ότι ήταν Αύγουστος και «έσκαγε ο τζίτζικας από τη ζέστη», φορούσαν χοντρά παλτά για να λιγοστεύει ο πόνος από τα χτυπήματα των Ιταλών!
--Παναγία μου!.. είπε κάποια στιγμή ο θείος μου και εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν τον βλέπουνε οι Ιταλοί, πήδησε κάτω από το προαύλιο της εκκλησίας και έγινε … λαγός!.. Ακόμη ψάχνουν να τον βρουν οι Ιταλοί!..

--Νάτη!. Έρχεται η Κανέλλα!.., είπε ο πατέρας μου και έκανε τον σταυρό του που έβλεπε τη μανούλα μου να έρχεται φορτωμένη το τράστο* με το φαγητό, το ψωμί (συνήθως μπομπότα) και το παγούρι με το νερό ή το κρασί!..
--Είδες, που στα έλεγα; Πού θα πήγαινε, ρε Παναγιώτη, η γυναίκα σου; Όπου νάναι θα ’ρχόταν!.. Να κάνουμε ένα γύρισμα ακόμη!.. Άειντε, Ντορή μου!.. Προχώρα Καρά μου!... Και σούχω ένα σανό… σκέτο μαργαριτάρι!..
--Ποιος να είναι αυτός δίπλα της; διερωτήθηκε ο πατέρας μου και έβαλε το χέρι του στο μέτωπο για να διακρίνει καλύτερα. Διακονιάρης είναι!..
--Διακονιάρης; Πού βρέθηκε τέτοιο καιρό; Έτσι είπε σαν να έδειξε αδιάφορος ο θείος μου ο Παναγιώτης Βάρδας και φώναξε για μια ακόμη φορά στα άλογα που έβαζαν πιο βαθιά το υνί στο χώμα: «Άειντε, Ντορή μου!.. Προχώρα Καρά μου!... Και σούχω ένα σανό… σκέτο μαργαριτάρι!..»

Ο ήλιος κρυβόταν συνεχώς μέσα στα σύννεφα, που έδειχναν ότι πάμε για βροχή και η μανούλα μου έφτασε κάποια στιγμή καταϊδρωμένη μαζί με τον διακονιάρη στο χωράφι. Καλησπέρισαν και τους δύο και όπως όλοι η μανούλα μου είπε τη γνωστή ευχή: «Καλή σοδειά να έχουμε, Παναγία μου!» κι έκανε το σταυρό της.
--Καλή σοδειά, Κανέλλα μου, φώναξαν και οι σέμπροι του διπλανού χωραφιού, που συνέχισαν να οργώνουν, αλλά με βόδια και όχι με άλογα!.

Σταμάτησαν το όργωμα, ώστε να ξεκουραστούν τα άλογα, τους έδωσαν σανό να φάνε και στρώθηκαν όλοι στο φαί, μαζί κι ο διακονιάρης!.. Έφαγαν και ήπιαν καλά!.. Μέχρι και το σκυλί μας ο Πετράκης χόρτασε φαγητό, από τ’ αποφάγια που πέταξε η μανούλα μου, η οποία κάτι πρόσεξε και έπιασε το χέρι του πατέρα μου!
--Πάνο!
--Τι είναι;
--Γιατί κλαίει και πιάνει τα μαλλιά της η Βανθία; (Ήταν η νοικοκυρά των διπλανών σέμπρων).
--Και πού θες να ξέρω εγώ; Πήγαινε ρώτα την!.. Συνεχίζουμε, Παναγιώτη;
--Συνεχίζουμε!.. «Άειντε, Ντορή μου!.. Προχώρα Καρά μου!... Και σούχω ένα σανό… σκέτο μαργαριτάρι!..»

Η κυρά Βανθία δεν σταματούσε το κλάμα και όταν είπε στη μάνα μου τι της συνέβη, η μανούλα μου έπιασε κι αυτή το κεφάλι της:
-- Και δεν το πήρες είδηση, Βανθία;
--Πού να το πάρω είδηση!.. Κρέμασα το τράστο με το ψωμί και τα φαγιά στην αχλάδα, αλλά ήρθε το σκυλί του αναθεματισμένου του Τάσου και μου πήρε το όπως ήταν με τα φαγιά!. Κακό που έπαθα!. Τι να κάνω τώρα; Τι θα φάνε οι σέμπροι μου; Πώς θα οργώσουν το χωράφι κι είναι έτοιμο να πιάσει βροχή!..
-- Μη σε στενοχωρεί, καλή μου γυναίκα, λέει κάποια στιγμή ο διακονιάρης, καταστενοχωρημένος μ’ αυτό που έβλεπε!.. Θα σου το λύσω εγώ το πρόβλημα!.. Εγώ θα βρω ένα τσουρούλι* για να φάω!.. Έχει ο Θεός!..

Χωρίς να πει άλλη κουβέντα έβγαλε από το σακούλι του ό,τι είχε ζητιανέψει και τ’ ακούμπησε όλα κάτω στην κουρελού*, που είχε στρώσει η Βανθία για να φάνε οι σέμπροι και μπρος στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων λέει ένα ανθρώπινο «γεια» και χάθηκε μέσα στα δέντρα αφήνοντας τα ξεραμένα φύλλα της βελανιδιάς, που φύσαγε ο αέρας, να πέφτουν επάνω του καθώς απομακρυνόταν σιγά-σιγά από το χωράφι!...

Ποιος; Ο διακονιάρης!. Ο άνθρωπος που η μοίρα τον έκανε να γυρίζει δρόμους και σοκάκια, βουνά και λαγκάδια, κάμπους και ραχοβούνια για να βρει ένα κομμάτι ξερό ψωμί να φάει για να ζήσει!.. Ο άνθρωπος που όπου κι αν πήγαινε έκανε πρώτα τον σταυρό του και μετά σήκωνε το σακούλι στον ώμό του...

----------------------------

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ:

* σανός ο, και σανό, το, Ν· 1. χόρτο από διάφορα αγρωστώδη ή χεδρωπά, που θερίζεται πριν να ωριμάσει εντελώς και το οποίο, αφού ξεραθεί, χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή· 2. (στον πληθ.) τα σανά· το σύνολο τής συγκομιδής τών παραπάνω χόρτων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σλαβ. seno].

*σέμπρος ο, Ν· επίμορτος καλλιεργητής, αυτός που καλλιεργεί ξένα κτήματα ή εκτρέφει ξένα ζώα με σύμβαση που τού εξασφαλίζει μερίδιο από τα εισοδήματα, κολήγος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σλαβ. sebrŭ].

* ζο το, πληθ. ζα (Μ ζό, πληθ. ζά)· το ζώον, τα ζώα.
[ΕΤΥΜΟΛ. ζο < ζώο, με ανομοιωτική απλοποίηση τών δυο αλλεπάλληλων ο σε ένα (οο > ο). Από τον ενικό ζο σχηματίστηκε πληθ. τα ζα].

*υποκόπανος ο, Ν· το πίσω μέρος τού κοντακίου τών φορητών όπλων, κν. κόπανος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο)-* + κόπανος. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

τράστο, το , βλέπε: ταγάρι

ταγάρι
το / ταγάριον, ΝΜ· 1. σακίδιο από χοντρό μάλλινο ύφασμα που κρεμιέται στον ώμο ιδίως σε οδοιπορία, ντορβάς· 2. τάγιστρο· || (μσν.) μέτρο ξηρών καρπών ή γεννημάτων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ταγή «τροφή τών υποζυγίων» + υποκορ. κατάλ. -άρι(ον), πρβλ. δοκ-άρι, λυχν-άρι].

* κουρελού, η
Κουρέλια που μάζευαν οι γυναίκες στα χωριά και τα έβαζαν στον αργαλειό πλέκοντας ένα είδος κουβέρτας ή χαλιού.

*τσουρούλι, το
ξεροκόμματο ψωμί.