Στον Αη-Θανάση…

Κωδικός Πόρου: 00285-111260-1970
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 17/01/12 23:37
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αναμνήσεις!..., 00285-111260-1970




Περιγραφή:

Στον Αη-Θανάση…

Μια μικρή κατάθεση ψυχής και κάποια πράγματα που ακούγαμε και βιώναμε κάθε βράδυ στο χωριό μας το Βεσίνι Καλαβρύτων, όταν το χιόνι σκέπαζε δύο μέτρα την γύρω περιοχή και τα πάντα φάνταζαν σαν ένα «λευκό παραμύθι» που μας έλεγε η γιαγιά μας λίγο πριν παραδοθούμε στις αγκάλες του Μορφέα!..

 

ΤΟ ΠΕΛΕΚΑ’Ε πολύ ώρα εκείνο τ’ αγκωνάρι!.. ΄Ηταν καλή κι αστραφτερή πέτρα, που έκανε για αγκωνάρι και μάλιστα για εκκλησιά, αλλά δεν πελεκιόταν εύκολα!.. «Δύο σκεπάρνια μούχει φάει μέχρι τώρα!... Αλλά θα την πετύχω!. Θέλω να έχει και ξόγκωμα για να σκύβουν και να τη φιλάνε οι προσκυνητάδες που θάρχονται κατά δω!…», έλεγε και ξανάλεγε ο μπαρμπα-Θανάσης!.. «Υπολογίζω να την τελειώσω εκεί προς τη γιορτή του για νάχω και τη χάρη του!.. Όποια μέρα τελειώσω θα πάω και θα μεταλάβω!... Μακάρι να προλάβω στο ξωκλήσι μου!..».
Μια πέτρα έβαζε, δυο ώρες καθόταν και καμάρωνε το στολίδι του! «Για ξωκλήσι σε πήγαινα, μητρόπολη μου βγήκες!..» ήταν η συνήθης επωδός του!

Ήταν ολομόναχος ο μπαρμπα-Θανάσης!... Μια γυναίκα είχε, έφυγε κι αυτή!... Την πήρε ο χάρος νωρίς για να τον κάνει να κλαίει σ’ εκείνη την ερημιά και να ζει σαν καλαμιά στον κάμπο!.. Μια γυναίκα κι ένα παιδί!... Αλλά τι παιδί; «Ή το’καμα ή δεν το’καμα το ίδιο είναι!.. Εκεί στην ξενιτιά που είναι ο Αντώνης μου ούτε ένα γράμμα του δεν έχω λάβει»!.. Τριάντα χρόνια τώρα!...
Αυτά σκεπτόταν και τούρχονταν τα δάκρυα του μπαρμπα-Θανάση, αλλά τον σταματούσε τ’ αγκωνάρι! Ήθελε να το κάνει τέλειο!..
--Γιώρη (=Γιώργο), φώναζε στο παιδί, που τον βοηθούσε καμιά φορά όταν δεν είχε σχολείο, για πιάσε εκείνη την πέτρα μπας και γίνεται καλύτερο αγκωνάρι!...

Από τη μία έκτιζε το ξωκλήσι κι από την άλλη θωρούσε ποιο από τα δύο αγκωνάρια ήταν καλύτερο για να πάει στη δεξιά μεριά του ξωκλησιού, «για να σκύβουν και να τη φιλάνε οι προσκυνητάδες που θάρχονται κατά δω!…», όπως έλεγε και ξανάλεγε!
Όχι πως είχε παραξενιές, αλλά ο μπαρμπα-Θανάσης είχε μια τάση να είναι τέλειος σε όλα. Ήταν μερακλής σε ό,τι έκανε και ό,τι έπιανε στο χέρι του!... Πόσο μάλλον για την εκκλησιά του, που την έχτιζε δίπλα στο σπίτι του, ώστε όταν έρθει η ώρα να γείρει εκεί κοντά στο σπίτι που έκανε τη φαμίλια του και άφηνε κάθε μέρα την πνοή του!.. Έστω και μόνος!.. Χωρίς γυναίκα!.. Χωρίς παιδί!..
--Γιώρη, ποιο αγκωνάρι σου αρέσει καλύτερο;
Μόνο που η φωνή του Γιώργη δεν απαντούσε πολλές φορές διότι το παιδί είχε σχολείο και διάβαζε να γίνει δάσκαλος!
-- «Αυτός θα γίνει δάσκαλος και θα μάθει γράμματα πολλά!... Θα τον αβοηθήκω (βοηθήσω) κι εγώ, με κάτι λίγα πούχω μαζέψει από την αγροτική σύνταξη που μου δίνουν!... Τουλάχιστον αυτός και να φύγει θα μου γράφει κανένα γράμμα, ενώ ο Αντώνης μου με ξέχασε εκεί στην ξενιτιά, για να ζω μονάχος μου τριάντα χρόνια με τις κουρούνες…», έλεγε και ξανάλεγε σκουπίζοντας συχνά τα δακρυά του!..

Μια μέρα ο μπαρμπα-Θανάσης δεν πήγε να χτίσει!.. Ή, μάλλον, άργησε να πάει!.. Ήταν του Αγίου Αντωνίου και πήγε στην εκκλησιά να πάρει ένα πρόσφορο για το «χαμένο» παιδί του!... Ήταν η συνήθεια βλέπετε ο άνθρωπος που γιορτάζει πέρα από τ’ αντίδωρο να παίρνει και πρόσφορο.
Το χιόνι ήταν πολύ. Αραιό μεν, αλλά είχε στρώσει για τα καλά τη γύρω περιοχή. Η φύση ήταν κάτασπρη και τα δέντρα έγερναν κι αυτά από το χιόνι!.. Το ξωκλήσι σχεδόν έτοιμο κι αυτό. Άντε να είχαν μείνει κανά δυο πετριές ακόμη στις αστράχες, όπως είχε σκεπαστεί με τις πλάκες του κι έμοιαζε σαν μια νυφούλα στολισμένη έτοιμη να υποδεχτεί το γαμπρό της!..
--Ωωω!.. Κάνει ο μπαρμπα-Θανάσης!. Ο Γιώρης δεν πήγε σήμερα σχολείο κι ήρθε να βοηθήσει το έρμο!.. Γιώρη μου , έρχομαι!.. Στάσου εκεί!.. Και μου φόρεσες και τα καλά σου βλέπω!..
Προσπάθησε ο μπαρμπα-Θανάσης να μεγαλώσει τα βήματά του, αλλά τα γηρατειά δεν τον άφηναν. Μετά δυσκολίας λυγούσαν τα ποδάρια του, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Είχε έρθει κι ο Γιώργος και έπρεπε να πάει γρήγορα κοντά του, ν’ ανάψουν και μια φωτιά μέσα στην εκκλησία, για να ζεσταθούν, όπου την επομένη, του Αη-Θανάση, θα γίνονταν και τα θυρανοίξια!
--Γιώρη μου!.. Σου πήρα και πρόσφορο, για να δεις πόσο σ’ αγαπάω!..

Είχαν μείνει καμιά πενηνταριά μέτρα για να φτάσει στο ξωκλήσι κι ο μπαρμπα-Θανάσης προσπαθούσε να επιταχύνει το βήμα του για να μην αφήσει μόνο του το παιδί!.. Έλα, όμως που γλίστρησε!.. Κάνει να πιαστεί από ένα κλαδί δέντρου, αλλά γλιστράει κι αυτό από το χιόνι και πέφτει κάτω! Ο φουκαράς ο μπαρμπα-Θανάσης δεν μπορούσε εύκολα να σηκωθεί, γιατί τον πονούσε τώρα και το ρημάδι το πόδι του. Ωστόσο, όμως, έδινε θάρρος και κουράγιο στον εαυτό του κι όλο έλεγε και ξανάλεγε:
--Γιώρη, έφτασα!.. Γιώρη, έφτασα!.. 

Εκεί που πολεμούσε μάταια να σηκωθεί κι όλο γλιστρούσε από το χιόνι και τη λάσπη, αισθάνεται να τον πιάνει ένα χέρι από τον ώμο και τον βάζει στην αγκαλιά του!..
--Μη φοβάσαι, πατεράκο μου, δεν έχεις τίποτε!...
--Ποιος είσαι; … Θεέ μου!.. Ο Αντώνης!.. Ο Αντώνης μου!!!...
--Πατέρα!..
--Παιδί μου!!!..
--Πατέρα!.. Πατέρα μου!..
--Σου πήρα πρόσφορο!.. Σου πήρα πρόσφορο, για τη γιορτή σου, ρ’ Αντώνη!!!!!...Σου πήρα πρόσφορο, τ’ ακούς; Λες και το ήξερα!.. Άκου: Αύριο, που έχω κανονίσει …
--Πατέρα!..
--… Αύριο, που έχω κανονίσει με τον παπά να κάνουμε τα θυρανοίξια του Αη-Θανάση, εσύ θα φιλήσει πρώτος τ’ αγκωνάρι!.. Τ’ άκουσες; Τ’ αγκωνάρι!..

Πατέρας και γιος είχαν γίνει ένα!.. Μια γραφική εικόνα που τη σμίλεψε ο καλύτερος γλύπτης του χειμώνα: ο χιονιάς!.. Εκεί!.. Στο Αη-Θανάση!...