Ψάχνοντας τη μάνα τους…

Κωδικός Πόρου: 00285-111269-1055
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 01/09/11 16:50
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αναμνήσεις!..., 00285-111269-1055




Περιγραφή:

Ψάχνοντας τη μάνα τους…

Ένα από τα πρώτα χρονογραφήματα του γράφοντος, το οποίο δημοσιεύτηκε σε αθηναϊκή εφημερίδα την που γράφτηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1982 και αναφέρεται στην προσπάθεια τριών μικρών αδελφών να βρουν τη μανούλα στην Αθήνα που γύριζε στα νοσοκομεία με ένα ακόμη άρρωστο αδελφάκι τους!...

Ψάχνοντας τη μάνα τους…

«Τρία αδερφάκια ηλικίας δύο, εννιά και δώδεκα χρόνων, πήραν τα μάτια τους και έφυγαν από το χωριό και πατρικό τους σπίτι, σε αναζήτηση καλύτερης τύχης.
Έφυγαν, που λέτε, νύχτα από το σπίτι τους, τα τρία παιδιά πήγαν με τα πόδια στον σιδηροδρομικό σταθμό, μπήκαν στο τραίνο και ήρθαν με λαχτάρα στην Αθήνα μήπως και βρουν τη μάνα τους που γύριζε με κάποιο άλλο αδερφάκι τους τα νοσοκομεία..
- Δεν άντεχα άλλο τις φωνές του πατέρα μου και είπα στον αδερφό μου να φύγουμε και να πάμε στην Αθήνα να βρούμε τη μάνα μου, είπε το εννιάχρονο κοριτσάκι.
- Ο πατέρας μου μεθούσε και μας χτυπούσε. Δεν ήταν ζωή αυτή. Είχα 700 δρχ. στην τσέπη μου, πήρα τις αδερφές μου, τις έβαλα στο τρένο και φύγαμε από το χωριό. Τώρα δεν θέλω να ξαναγυρίσω πίσω, παραπονέθηκε το δωδεκάχρονο αγόρι.

Κι εμείς;

Εμείς απλούστατα, γυρίζουμε στην άλλη σελίδα. Ο ωχαδελφισμός μπροστά στον πόνο και στην δυστυχία των μικρών αυτών πλασμάτων μας έχει κάνει αδιάφορους ώστε να έχουμε χάσει κάθε ίχνος ανθρωπιάς.
Τρία αδερφάκια, τρεις αγγελικές ψυχές στην κόλαση της γης, με βαθύτατα τραυματισμένο τον ψυχικό τους κόσμο, πήραν των ομματιών τους για να χτυπήσουν την πόρτα της δικής μας συνειδήσεως. Να αγγίξουν, αν μπορέσουν και τις δικές μας ευαίσθητες χορδές, μήπως τουλάχιστον στο χάος που βασιλεύει στις ψυχές μας, κάποια ανθρώπινη αχτίδα φωτός ρίξει το φως της στις πολυβασανισμένες αυτές υπάρξεις.

Μάταια όμως…..

Ο πατέρας (που είμαι εγώ, εσύ, ο άλλος….) συνεχώς θα χτυπάει τα παιδιά του. Το μεθύσι δεν θα του αφήνει κανένα περιθώριο λογικής. Κι όσο θα περνάει ο καιρός και ο υλισμός θα κυριαρχεί στην ζωή μας, άλλο τόσο θα απομακρύνεται ο ανθρωπισμός είναι από το είναι μας. Άλλο τόσο θα δημιουργούμε ψευδαισθήσεις ότι πλάθουμε την κοινωνία των αγγέλων ενώ στην πραγματικότητα αυτά τα παιδιά παραπονεμένα πήραν τον δρόμο που θα τους οδηγούσε στην πόλη της Χαράς και της Αγάπης (έτσι πίστευαν) όπως, δηλαδή είναι η … Αθήνα!

Εκεί, νόμισαν, οι πατεράδες δεν χτυπάνε τα παιδιά τους, ούτε τα κακομεταχειρίζονται. Και, φυσικά, βρίσκουν εύκολα τη χαμένη τους μητέρα.
Εκεί, πίστεψαν θα βρουν ανθρώπους (μα, σαν κι εμάς;) που θα τους νιώσουν και θα τους ανοίξουν διάπλατες τις αγκαλιές τους.

ΤΡΙΑ αδερφάκια, ήρθαν στην Αθήνα, ψάχνοντας τη μάνα τους.

ΤΡΙΑ αδερφάκια ήρθαν στην Αθήνα, «γνώρισαν» τον κόσμο, και, όπως είναι ευνόητο, θα γυρίσουν πάλι εκεί όπου «ο στεναγμός έρχεται προ του φαγητού και οι βρυγμοί εκχέονται ως ύδατα».

Την ώρα που εμείς (εγώ, εσύ, ο άλλος…) θα γυρίζουμε αδιάφοροι την άλλη σελίδα.

Κοινωνία…..