Ο Τρυγητής…

Κωδικός Πόρου: 00285-111268-1110
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 09/09/11 18:20
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αναμνήσεις!..., 00285-111268-1110




Περιγραφή:

Ο Τρυγητής…

Μια προσωπική κατάθεση ψυχής από τον γράφοντα, που βίωνε τον Σεπτέμβριο, τον μήνα Τρυγητή, όπως τον λέγαμε στα χωριά μας, με έναν δικό του τρόπο στα μαθητικά του χρόνια!..

Ο τρύγος ήταν μια υπαίθρια … τελετουργία, για τους νοικοκυραίους στα χωριά μας. Στη φωτογραφία, ο τρύγος στο δικό μας απμπέλι: Στο πατητήρι βρίσκεται ο αδελφός μου, Ανδρέας Π. Σακκέτος, δίπλα του η σύζυγός του, Σπυριδούλα, στη μέση με το κοφίνι στον ώμο, η νύφη μου, Λώνη (Λεωνίτσα) Δημητρίου Σακκέτου και δεξιά η μανούλα μου, η κυρά-Κανέλλα! (Τρυγητής του 1975 ή του 1976).

Τρυγητής, λοιπόν!... Μπήκαμε δηλαδή στο μήνα Σεπτέμβριο, που πολλοί αποκαλούν και Σταυρό ή Σταυρίτη ή Σποριάτη ή Χινόπωρο!...
Ήταν και τότε, σαν σήμερα, Σεπτέμβριος. «Σεπτέβρης», όπως έλεγε η μακαρίτισσα η μανούλα μου, η κυρά-Κανέλλα, που ήδη είχε έρθει με ένα φόρτωμα κρασί, φορτωμένο πάνω στα ζα (= ζώα), κατ’ ευθείαν από το αμπέλι μας στο Συράκοβο!...
Η μανούλα μου αντικαθιστούσε τον πατέρα μου σε όλες τις εξωτερικές αγροτικές εργασίες, αφού ο πατεράκος μου ήταν ταχυδρομικός υπάλληλος και όλη την ημέρα, ήτανε στους δρόμους, μοιράζοντας γράμματα στον κάθε «πονεμένο» που καρτερούσε το γράμμα σα φυλαχτό απ’ το ξενιτεμένο του παιδί! Αυτός και ο λόγος που μονάχη της ξιφόρτωνε (=ξεφόρτωνε) το κρασί από τα ζα (=ζώα)  χωρίς βαρυγκόμια (: στενοχώρια) ή ανημπόρια (=αδυναμία)!
Μού έκανε εντύπωση ότι το κρασί, που ήτανε βαλμένο μέσα σε ειδικά κατεργασμένα δέρματα ζώων (= γομάρια), μύριζε από μακριά σα βλογημένο που ήταν απ’ το Θεό!
Είναι γνωστό ότι ο τρύγος στα χωριά είχε το δικό του «τελετουργικό» στοιχείο: Να κόψεις τα σταφύλια από το αμπέλι, να τα βάλεις στο κοφίνι (= καλάθι), από κει να το φορτώσουν οι τρυγητές πάνω στους ώμους, για να το μεταφέρουν στο πατητήρι, όπου νεαρά κυρίως άτομα, αφού έπλεναν τα πόδια τους, πατούσαν τα σταφύλια τραγουδώντας χιλιολογίτικα (: πολλών ειδών) τραγούδια!
Ο χυμός (μούστος, όπως λεγόταν) έτρεχε μέσα σε μια δεξαμενή, απ’ όπου οι νοικοκυραίοι τον έπαιρναν και αφού τον φόρτωναν στα γομάρια, τον μετέφεραν στα σπίτια τους για το «μεγάλο βουτσί».
Μεγάλο βουτσί ή βαγένι λέγαμε ένα πολύ μεγάλο βαρέλι, που χωρούσε πολλές οκάδες μούστο, ο οποίος έβραζε κυριολεκτικά για μέρες και ο θόρυβός του ήταν αρκετά μεγάλος ιδίως τη νύχτα που κοιμόμασταν. Κι έβραζε μέχρι «να γίνει», να ωριμάσει δηλαδή το κρασί, που ήταν πλέον έτοιμο για πιοτό.

 

Χρόνια νοσταλγικά κι ανέμελα!.. Ο γράφων (καθιστός δεξιά) μαζί με δύο συμμαθητές του στο Γυμνάσιο Δάφνης Καλαβρύτων!.. Τρυγητής (Σεπτέμβρης) του 1968!..

Μια μέρα, λοιπόν, που όλοι είχαν φύγει από το σπίτι για τρύγο κι εγώ ετοίμαζα τα βολύμια (=μολύβια) και τα τετράδια για το σχολείο, πείνασα, αλλά δεν είχα τι να φάω, διότι το σπίτι που μέναμε στη Στρέζοβα (τη σημερινή Δάφνη Καλαβρύτων), όπου πηγαίναμε στο Γυμνάσιο, ήταν νοικιασμένο και δεν μπορούσες να … ξύσεις τον τοίχο για να φας. Και τ’ αδέλφια μου, που είχαν πάει όλα για τρύγο, αργούσαν πολύ να έρθουν από το χωριό και να φέρουν, όπως συνήθιζαν, φαγητό.
Τι να κάνω;
Αποφάσισα λοιπόν να πάρω σβάρνα όλα τ’ αμπέλια που ήσαν τριγύρω μου, αφού οι νοικοκυραίοι τα είχαν τρυγήσει και δεν υπήρχε περίπτωση να μου βάλουν τις φωνές αυτοί ή ο αγροφύλακας. Ίσως να εύρισκα κάποιο τσαμπίδι (: συνήθως ένα μικρό ατρύγητο σταφύλι, που πολλές φορές άφηναν σκόπιμα οι τρυγητάδες για τα θεόπουλα, τα πουλιά)!
Ψάχνοντας, λοιπόν, μέσα στα κιτρινοπράσινα φύλλα των αμπελιών, κι ενώ το στομάχι μου διαμαρτυρόταν από την πείνα, ακούω μια γνώριμη φωνή σπουργιτιού, που μόλις φαινόταν μέσα σ’ ένα κλήμα:
--Τσι-ρι-τρί!.. Τσι-ρι-τρο!... Τσι-ρι-τρί!.. Τσι-ρι-τρό!... Τσι-ρι-τρί!.. Τσι-ρι-τρό!...

Κάνω έτσι και τι να δω!... ¨Ένα ολόκληρο σταφύλι (μια οκά, βρε παιδιά!) κατακόκκινο και γυαλιστερό από μια βροχούλα που είχε προηγηθεί! Ένα ολόκληρο σταφύλι!... Αλεπού, όπως το ονομάζαμε!.. Τι να πω;
Δεν ήξερα πώς ν’ αντιδράσω!.. Να ευχαριστήσω το Θεό ή το … σπουργίτι, που μού χάρισε ό,τι πιο πολύτιμο χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή για να κορέσω την πείνα μου;
Δεν θα το πιστέψετε!..
Ενώ έκοψα το σταφύλι, το σπουργίτι κάθισε δίπλα μου, χωρίς να φοβηθεί, κι ενώ εγώ έτρωγα το σταφύλι, με … διονυσιακή ευχαρίστηση, εκείνο τσιμπολογούσε τις ρόγες που είχαν πέσει στο έδαφος, συνεχίζοντας το χαρούμενο τραγούδι του και ρίχνοντας πότε-πότε καμιά ματιά σ’ εμένα σαν να μου έλεγε:
-- Δεν φτάνει που σου βρήκα το σταφύλι, μου κάνεις και τον … καμπόσο! Άντε μη σου πω καμιά κουβέντα!...
Και συνέχισε το ευλογημένο θεόπουλο το χαρούμενο και ατελείωτο τραγούδι του, που μου είχε πλημμυρίσει την ψυχή μου από συγκίνηση και ικανοποίηση:
-- Τσι-ρι-τρί!.. Τσι-ρι-τρο!... Τσι-ρι-τρί!.. Τσι-ρι-τρό!... Τσι-ρι-τρί!.. Τσι-ρι-τρό!...