Ο ξένος!..

Κωδικός Πόρου: 00285-111275-295
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 08/05/11 16:05
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αναμνήσεις!..., 00285-111275-295




Περιγραφή:

 

Μια κατάθεση ψυχής και καρδιάς για μια νοσταλγική εποχή των παιδικών μας χρόνων, τότε, που σαν σήμερα, 8 Μαΐου, στο χωριό μας το Βεσίνι Καλαβρύτων είχαμε διήμερο πανηγύρι και οι ζυγιές (τα όργανα) άρχιζαν να παίζουν ξεσηκώνοντας στο χορό ακόμη και τις πέτρες!.. Διαβάστε μια συγκινητική ιστορία!..

Μήνας Μάης, αλλά ο ήλιος καυτερός!.. Το νταούλι δεν έλεγε να σταματήσει το βάρεμα!… Κι οι πίπιζες από κοντά το ίδιο!.. Ο ξένος καλοντυμένος και με φράγκικη φορεσιά, χτυπούσε με δύναμη το τακούνι κι απ’ τις δύο μεριές τινάζοντας τα πόδια του ψηλά!.. Χόρευε με ένα πάθος από καρδιάς, που λέγαμε, κι όλο τήραγε (=κοίταζε) το αγνάντιο του χωριού!.. Χόρευε… Χόρευε.. Χόρευε…

… Απ’ τα παλιά τα χρόνια οι χωρικοί δίνανε μεγάλη αξία στους ξένους, που ερχόντουσαν στο πανηγύρι του χωριού μας (8 Μαΐου) και για τον εξής λόγο: Αφού ερχόταν κόσμος από άλλα χωριά, λογικό είναι πολλά κορίτσια και αγόρια του χωριού μας, πάνω στο χορό, να έριχναν τις κρυφές ματιές του, που θάφερναν σίγουρα και κάποιο … συνοικέσιο!

Αυτό; Κι ο λόγος που όλες οι γυναίκες ετοιμάζανε στο πανηγύρι τα γλυκά στα ταψιά, τα κρέατα, τα βούτυρα, τα τυριά, τα γάλατα, τα γιαούρτια, τις μυτζήθρες και ό,τι άλλο μπορούσε να είχε μια νοικοκυρά.

Μόλις έφθανε η μέρα του πανηγυριού ( «τ’ Αη-Γιαννιού του θεολόγου»), όλοι ήσαν στα γιορτινά τους!... Στα μετάξια οι γυναίκες και στις αστραφτερές φορεσιές οι άνδρες!.. Έτσι πηγαίνανε στην εκκλησιά, που ήταν κι αυτή στολισμένη με διάφορες σημαίες και χιλιάδες μπλέ λουλουδάκια που φύτρωναν δίπλα στις πηγές και τα γάργαρα νερά!

Όταν τελείωνε η λειτουργία ο κόσμος έβγαινε αμέσως έξω στο προαύλιο («με τ’ αντίδωρο στο στόμα», που έλεγε ο μπάρμπα-Γιάννης ο Καρυδάς) και τότε άρχιζε το μεγάλο γλέντι!

Την πρώτη ημέρα του πανηγυριού είχαν προτίμηση οι ξένοι, για να χορέψουν. Λένε ότι βαρούσαν τρεις και τέσσερις ακόμη ζυγιές (= ορχήστρες) όργανα, με ταβούλια (=νταούλια), και πίπιζες ή βιολιά και κλαρίνα. Συνήθως για ταβούλια έφερναν τους Λιαραίους και μερικά χρόνια αργότερα έφερναν και τους Μπακοπουλαίους.

Κι εκεί που το ταβούλι χτύπαγε και ξαναχτύπαγε, ακούω τον πατέρα μου να λέει:
--Πούθε έρχεσαι, ξένε μου; Από τα μέρη μας είσαι;
--Όχι, πατριώτη!.. Από ξένο μέρος κι από αλαργινό χωριό!..
--Έφαγες, ήπιες;
--Μέχρι εδώ είμαι (κι έδειξε το λαιμό του). Θα με κρατήσεις να φέρω μια γυροβολιά;
--Έλα!...

Ο πατέρας μου κράταγε το μαντήλι κι ο ξένος χόρευε μ’ ένα ξεχωριστό πάθος!.. Κι όσο οι Λιαραίοι βάραγαν τις πίπιζες, τόσο πιο πολύ κοκκίνιζε το πρόσωπό του και άρχιζαν τα μάτια να δακρύζουν!..
--Ώπα!.. Ώπα!. Ώπα!... Λίγο κρασί!..
--Φέρε την κούπα!, φώναξε ο πατέρας μου στον αδελφό μου τον Γιάννη, ο οποίος για να βγάλει πέντε-έξι δεκάρες, πούλαγε κι αυτός στον κόσμο καραμέλες και καμιά σιουρίχτρα (=σφυρίχτρα)!.. Φέρε γρήγορα την κούπα!.. Την κούπα!..

Ο ξένος έπινε, δάκρυζε και χόρευε!.. Και χόρευε τόσο δυνατά, που κάποια στιγμή λύγισε το χέρι του πατέρα μου που κρατούσε το μαντήλι!.. Πέφτει ο ξένος κάτω, αλλά ξανασηκώνεται και συνέχισε με το ίδιο πάθος!.. Οι πίπιζες είχαν αρπάξει φωτιά!...Και τα ταβούλια το ίδιο!
--Λίγο κρασί!..
--Γιάννη!, φώναξε ο πατέρας μου, γιόμισε ξανά την κούπα!.. Την κούπα!..

Ο ξένος, στην τελευταία γυροβολιά, με πρόσωπο κατακόκκινο, βγάζει ένα μάτσο κατοστάρικα (πολλά χρήματα για την εποχή εκείνη ) και τα πέταξε όλα στην ορχήστρα!.. Δυο-τρία χιλιάρικα μάλιστα πήγε και τα κόλλησε στο κούτελο των Λιαραίων, των Μπακοπουλαίων κι ενός Τερλέγκα, που έπαιζε κλαρίνο!.. Αλλά τα δάκρυα δεν έλεγαν να σταματήσουν!..

Κάποια στιγμή, αφού απόστασε (=κουράστηκε) απ’ τον πολύ χορό, ξανακοίταξε στ’ αγνάντιο του χωριού, σαν κάποιον να περίμενε, χαιρέτισε τον κόσμο που τον παρακολουθούσε με απορία, αλλά και με μια ιδιαίτερη συμπάθεια και μπήγοντας μια φωνή, καβαλάει το άλογο με την χιλιόχρωμη απλάδα και χάθηκε στ’ αγνάντιο!..

Οι πίπιζες των Λιαραίων, λες και καταλάβαιναν πως το θέμα είναι κάτι «σώτερο» (εσωτερικό) και γκαρδιακό (=της καρδιάς), το λάλαγαν, βρε παιδί μου, το τραγούδι τόσο καλά, ώστε οι Μπακοπουλαίοι, που ήσαν στην άλλη ζυγιά, να βαράνε τα ταβούλια τόσο δυνατά, που έκαναν τις δικές μας καρδιές να χτυπάνε σαν ταβουλόβεργες!..

--Ώπα!.. Ώπα!.. Ώπα!…
--Βρε μπας και τον ξέρει κανείς τον ξένο;, ρώταγε και ξαναρώταγε ο πατέρας μου, που δεν άφηνε ποτέ ξένο να κοιμηθεί έξω από το σπίτι μας, παρά το γεγονός ότι αυτές οι διαολεμένες ταβουλόβεργες έσπαγαν κυριολεκτικά πάνω στα ταβούλια, κι ενώ ο ξένος είχε ήδη χαθεί!..

…Τον βρήκαν, λέει, πεσμένο, μέσα σε κάτι βάτα, έχοντας μέσα στη τσέπη του τη φωτογραφία μιας κοπέλας απ’ το χωριό μας, που τον περίμενε χρόνια και αναγκάστηκε να παντρευτεί ένα νοικοκύρη σ’ ένα αλαργινό χωριό!...

--------
Σημ. Οι φωτογραφίες είναι αλιευμένες από το διαδίκτυο.