Για μια κοκότα…

Κωδικός Πόρου: 00285-111262-1876
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 01/01/12 21:54
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αναμνήσεις!..., 00285-111262-1876




Περιγραφή:

Για μια κοκότα…

Με τις ευχές μας για «Καλή Χρονιά» ας κάνουμε μια μικρή κατάθεση ψυχής για την Πρωτοχρονιά των παιδικών μας χρόνων στο χωριό μας, το Βεσίνι Καλαβρύτων, μια νύχτα φεγγαρόλουστη, που μας ξεγέλασε, με απρόσμενες εξελίξεις!..

ΔΕΝ ΛΕΩ.. Ήταν πολύ μαλακό το λούσιμο με αλισίβα, καθώς μας έβαζε όπως ήμασταν μέσα στη σκάφη η μάνα μας για να πλυθούμε και να πούμε τα κάλαντα παραμονή της Πρωτοχρονιάς! Δεν ήταν λίγο πράγμα να πλένεσαι με σταχτόνερο, τη θολόσταχτη όπως λένε κάποιοι άλλοι την αλισίβα, αν και οι «παραλιακοί», οι άνθρωποι που ζούσαν κοντά στις θάλασσα, αλισίβα έλεγαν την αρμυρήθρα, το φυτό αλμυρίδι.
--Μάνα, να τα πω κι εγώ τα κάλαντα;
--Να τα πεις, παιδάκι μου!.. Μόλις ξημερώσει να σηκωθείς και να πας και σύ. Έτσι κι αλλιώς δεν θα το μάθει ο πατέρα σας. Έχει υπηρεσία στο ταχυδρομείο και θα κοιμηθεί στη Στρέζοβα το βράδυ. Τήρα μονάχα το δρόμο γιατί έχει κουργιαλώσει από το χιόνι και γλιστρήσεις πουθενά!..

Αυτό ήταν!.. Είδαμε και πάθαμε να ξημερώσει για να πάμε με τον αδελφό μου τον Χρήστο (μακαρίτης σήμερα) και τον μικρότερο αδελφό μας, Δημήτρη, να πούμε τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα!.. Και φανταζόμασταν τις τσέπες μας γιομάτες δραχμές και δίφραγκα, που θα είχαμε για ν’ αγοράσουμε απ’ το μαγαζί του Φώτη ή του ξάδελφου του Χρήστου ολόκληρες βουρλιές με σύκα και ζαχαρωτά! Εγώ είχα βάλει κι ένα ταγάρι πάνω μου γιατί πολλοί αντί για χρήματα φιλεύανε αυτούς που λέγανε τα κάλαντα με διάφορα γλυκίσματα, φρούτα κι ό,τι άλλο είχαν στο φτωχικό τους. Μέχρι και πετιμέζι έδωσε μια φορά μια γειτόνισσα σ’ ένα μπουκάλι! Χαρές και καλούδια!.
--Χρήστο, φώτισε!.. είπα και σκούντηξα τον αδελφό μου. Θα προλάβουν και θα τα πουν τα κάλαντα τα άλλα παιδιά και θα μας πάρουν τα λεφτά!..
--Σήκω!.. Να ξυπνήσω και τον Μήτσο (Δημήτρη)!
Ώσπου να πεις «κύμινο» είχαμε βρεθεί στη δρόμους. Το φεγγάρι, που ήταν έτοιμο να γείρει, έλαμπε αστραφτερό και φώτιζε και τα τελευταία κούργιαλα που κατέβαιναν σαν πελεκισμένοι κρυστάλλινοι ράβδων από τις σκεπές των σπιτιών, λόγω του παγετού και έσταζαν σιγά-σιγά στη γη. Αλλά φωνή πουθενά!.. Κανένα παιδί δεν έλεγε τα κάλαντα!.. Μόνο το μαγαζί του ξάδελφου ήταν φωτισμένο και σ’ ένα άλλο σπίτι δίπλα μας μια γριούλα κάτι πάλευε!
--Να τα πούμε θείτσα;
--Ποιοι είστε σεις; Δεν γλέπω (=βλέπω) καλά!.. Ελάτε σιαδώ (=προς τα εδώ)!..
--Του Παναγιώτη είμαστε!..
--Πέστε τα παιδάκια μου, αλλά τα κάλαντα δεν τα λένε τη νύχτα. Να πάτε να κοιμηθείτε και να σηκωθείτε με την ησυχία σας μόλις ξημερώσει!..

Εκείνη την ώρα συνειδητοποιήσαμε ότι «την είχαμε πατήσει». Μας είχε ξεγελάσει το ρημάδι το ηλιόλουστο φεγγάρι και νομίσαμε ότι ήταν μέρα!. Τι να κάνουμε; Ό,τι έγινε-έγινε! Ας πούμε τα κάλαντα... Βγάζουμε από το ταγάρι τα τρίγωνα, που ήσαν πολύ βαριά, γιατί αντί για τρίγωνα είχαμε πάρει … σιδεροστιές (από αυτές που βάζαμε πάνω στη φωτιά και βράζαμε το φαγητό στην κατσαρόλα ή στο τσουκάλι) κι αρχίσαμε να τις χτυπάμε με δύναμη ψέλνοντας:
--«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος…»

--Περιμένετε λιγουλάκι να φέρω κάτι να σας φιλέψω! Είπε η γριούλα και μπήκε μέσα στο σπίτι. Ώσπου να έρθει όμως έξω, είχαν αρχίσει να χτυπάνε τα σαγόνια μας από το κρύο!... Ο Δημήτρης δεν μπορούσε να μιλήσει. Κυριολεκτικά τουρτουρίζαμε. Πράγματι. Κάποια στιγμή βγαίνει η γριούλα έξω και μας φίλεψε μία … κοκότα!
Τι ήταν η κοκότα; Μη πάει ο νους σας σε καμία … γυναίκα ελευθέρων ηθών, αλλά εμείς στο χωριό κοκότα λέγαμε το καρύδι! Από αυτά που μαζεύαμε όταν οι χωρικοί ράβδιζαν τις καρυδιές και ό,τι απόμεινε πηγαίναμε εμείς τα παιδιά και τα μαζεύαμε στο λεγόμενο «κοκολόϊ»!.. Στενοχωρηθήκαμε γιατί τουλάχιστον πιστεύαμε ότι η γριούλα θα μας έδινε κάποια χρήματα, αλλά .. πού τέτοια τύχη!
--Τι κάνουμε τώρα, Χρήστο;
--Εγώ λέω να περιμένουμε λίγο να ξημερώσει και να συνεχίσουμε!
---Και τι ώρα είναι τώρα;
--Πού να ξέρω; Δεν πάμε στο μαγαζί του Χρήστου να τα πούμε; Ο πατέρας μας δεν είναι εκεί διότι κοιμάται στη Στρέζοβα (Δάφνη Καλαβρύτων)!.. Μέσα θα παίζουν ακόμη χαρτιά!..
--Πάμε!

Το φεγγάρι άρχισε να γέρνει σιγά-σιγά κι ώσπου να πάμε στο μαγαζί σχεδόν είχε σκοτεινιάσει τα πάντα. Δεν έβλεπες τίποτα μπροστά σου!.. Πίσσα, σκοτάδι… Πραγματικό κατράμι!...
--Να τα πούμε; Φωνάζω με φωνή που έτρεμε! Το ίδιο και ο Δημήτρης.
--Να τα πούμε; Φωνάζει κι ο Χρήστος!
Δεν απαντούσε κανείς, παρά το γεγονός ότι μέσα στα παράθυρα βλέπαμε φως, ώσπου κάποια στιγμή παρατηρήσαμε την πόρτα να ανοίγει σιγά-σιγά και να ξεπροβάλει μια μορφή, η οποία μας παρατηρούσε προσεχτικά, από φόβο μην είναι έξω από την πόρτα χωροφύλακες, επειδή αυτοί εκεί μέσα άλλοι έπιναν τσουκαλόκαφτο κρασί και λέγανε εύθυμες ιστορίες, όπως ο πατέρας μου, άλλοι έπαιζαν τυχερά παιχνίδια με την τράπουλα, συνήθως "τριάντα ένα", πού και πού καμιά ... πόκα (πράγμα που απαγορευόταν την εποχή εκείνη) και άλλοι καθόντουσαν μέχρι το πρωί για να δουν τους χαρτοπαίκτες!
--Ποιος είναι; Ακούμε μια γνώριμη φωνή!
--Παναγία μου! Ο πατέρας!.. λέει ο Χρήστος και ώσπου να τελειώσει τη φράση του εμείς με τον Δημήτρη είχαμε βρεθεί μέσα στις μάντρες, άλλος εδώ κι άλλος εκεί!.. Πάνω στη βιασύνη μας, μη μας δει ο πατέρας μας, σκουντουφλάγαμε πότε πάνω σε πέτρες, πότε πάνω σε φράχτες με αγκάθια, πότε τα πόδια πληγωνόντουσαν διότι έσπαγαν τα κρύσταλλα των πάγων, που είχε δημιουργήσει το χιόνι και -για να μη τα πολυλογούμε- γυρίσαμε σπίτι σαν … τραυματισμένοι στρατιώτες σε εμπόλεμη κατάσταση!
Αλλά τα βάσανα μας δεν τελείωσαν εκεί. Μόλις ανοίξαμε την πόρτα ... μάς περίμενε άλλο «βάσανο». Η μάνα μας, βλέποντας να λείπουμε μέσα στη νύχτα, ανησύχησε τόσο πολύ που μόλις μας είδε να γυρίζουμε μας «περιποιήθηκε» καταλλήλως:
--Που ήσασταν τέτοια ώρα;
--Είχαμε πάει να πούμε τα κάλαντα. Εσύ δεν μας είπες, ρε μάνα;
--Σας είπα εγώ να σηκωθείτε μαύρα μεσάνυχτα και να πείτε κάλαντα στους ανθρώπους που κοιμούνται; Τώρα θα δείτε…
Αρπάζει ένα πουρνάρι από το σβηστό τζάκι, που κάπνιζε ακόμη, και μας έριξε τόσο ξύλο, που ακόμη και σήμερα αισθανόμαστε τα αγκάθια των πουρναρόφυλλων να τρυπάνε το σώμα μας!..

ΣΗΜΕΡΑ που τα θυμήθηκα όλα αυτά, πήρα τηλέφωνο τον αδελφό μου Δημήτρη Σακκέτο, που διατηρεί μια από τις ομορφότερες καφετερίες στον Πάο Καλαβρύτων («Πάος Καφέ») και του είπα αν είναι πρόθυμος να … ξαναπούμε τα κάλαντα τα μεσάνυχτα!
--Μπα, μου λέει ξεκαρδισμένος στα γέλια!.. Για μια κοκότα;