Ένα βράδυ στα Καλάβρυτα με την… Αννούλα Τσαχάλου!

Κωδικός Πόρου: 00285-111266-1331
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 10/10/11 23:18
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αναμνήσεις!..., 00285-111266-1331




Περιγραφή:

Ένα βράδυ στα Καλάβρυτα με την… Αννούλα Τσαχάλου!

Μια προσωπική κατάθεση καρδιάς για ένα βράδυ στα Καλάβρυτα όπου μας έκανε μουσική συντροφιά η Ελληνίδα τραγουδίστρια Αννούλα Τσαχάλου, της οποίας η ομορφιά είχε επηρεάσει πολλούς θαμώνες - και όχι μόνο!.. Διαβάστε μια απροσδόκητη συνάντηση, που είχε ο γράφων εκείνο το βράδυ, ακούγοντας ένα τραγούδι της!..

Ο ΟΔΟΝΤΩΤΟΣ θαρρείς και μούγκριζε ενώ όλοι οι επιβάτες του βαγονιού νομίζαμε πως «τρόχιζε» για τα καλά τα δόντια του πάνω στις ράγες, που ακολουθούσαν κι αυτές τα νερά του Βουραϊκού ποταμού, καθώς άφηνε τα νερά του να μουρμουρίζουν ασταμάτητα κάτω από τα πλατύφυλλα πλατάνια με τις θεόρατες ρίζες τους!
Ένα μικρό μαγνητοφωνάκι που είχα έπαιζε κι αυτό το τραγούδι, που με είχε κάνει να προσθέσω μερικά … ποτηράκια πάρα πάνω την προηγούμενη βραδιά στο κέντρο που τραγουδούσε στην Αθήνα η πανέμορφη Ελληνίδα τραγουδίστρια, Αννούλα Τσαχάλου, και της οποίας το τραγούδι το έβαζα να παίζει συνέχεια!.. Ήταν και τα φλογοβόλα μάτια της, βρε παιδί μου, όταν σε κοίταζε αυτό το κορίτσι την ώρα που τραγουδούσε πάνω απ’ το τραπέζι σου!.. Σκέτη κόλαση! … Άστα να πάνε… Δεν είναι ώρα για τέτοιες εξομολογήσεις…
Μούγκριζε, λοιπόν, ο οδοντωτός κι εγώ άκουγα μετά περισσής ευθυμίας το τραγούδι της Αννούλας:

«Το όνομά μου δεν θυμάσαι και τους φίλους σου ρωτάς,
μια καρδιά που αγαπούσες τόσο εύκολα ξεχνάς.

Σα να 'μαι ξένος με βλέπεις τώρα,
λες κι έχω έρθει απ' άλλη χώρα.
Εγώ είμαι εκείνος που αγαπούσες,
για τα φιλιά μου ξενυχτούσες….»!

Κάποια στιγμή, προς το απογευματάκι, φθάσαμε στα Καλάβρυτα κι επειδή το στομάχι ήταν … οχληρό, δηλαδή διαμαρτυρόταν για φαγητό, πετάχτηκα μέχρι το εστιατόριο του Βλάχου για να το … ηρεμήσω με κάτι … μακαρονάδες, μπιφτέκια, πατάτες τηγανητές, σαλάτες, μπίρες και όλα τα σχετικά. «Για να κολατσίσουμε», που έλεγε και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος χιουμοριστικά!.. Κι ενώ είχε αρχίζει να βραδιάζει έκανα όπως πάντα τη σκέψη:
--Δεν πάμε τώρα και για το καφεδάκι μας;

Μπαίνω στο πρώτο καφενείο που βρίσκω μπροστά μου, χτυπάω τα χέρια δυνατά να έρθει το γκαρσόνι , ώσπου έρχεται ένας κύριος και παίρνει την «παραγγελιά» μου: Έναν βαρύ γλυκό, με διπλό νερό!.. Κοιτάζω δεξιά, αριστερά, δεν υπήρχε κανένας στο καφενείο, δεν χάνω κι εγώ καιρό και ξαναβάζω το μαγνητόφωνο εκεί που το είχα σταματήσει για ν’ ακούσω την Αννούλα... Ήταν και τα φλογοβόλα μάτια της, βρε παιδί μου, όταν σε κοίταζε αυτό το κορίτσι την ώρα που τραγουδούσε πάνω απ’ το τραπέζι σου!.. Σκέτη κόλαση! … Άστα να πάνε… Δεν είναι ώρα για τέτοιες εξομολογήσεις…

«Χίλιους όρκους μου 'χες κάνει όταν μου 'δινες φιλιά,
πως ποτέ σου δεν θα πέσεις σε μια άλλη αγκαλιά.

Σα να 'μαι ξένος με βλέπεις τώρα,
λες κι έχω έρθει απ' άλλη χώρα.
Εγώ είμαι εκείνος που αγαπούσες,
για τα φιλιά μου ξενυχτούσες.»

--Έφτασε!.. ακούω πρόσχαρη τη φωνή του γκαρσονιού, του καφετζή όπως έλεγα, ο οποίος δεν ήταν Καλαβρυτινός, αλλά δούλευε εκεί για να βγάλει το χαρτζιλίκι του μιας και είχε πάθει ένα «κάζο», όπως μου έλεγε αργότερα.
--Γλυκός;
--Πεντάγλυκος!.. Σαν να έχεις φάει δέκα κανταΐφια!..
--Θαυμάσια!... Φέρ’τον!..

Με το που πάει να βάλει τον καφέ μου μπροστά στο παραδοσιακό τρίποδο τραπεζάκι, αυθόρμητα κι εγώ ανοίγω ξανά το μαγνητόφωνο και αρχίζω να ψιλοτραγουδάω το τραγούδι που έλεγε η Αννούλα Τσαχάλου:
«Το όνομά μου δεν θυμάσαι και τους φίλους σου ρωτάς,
μια καρδιά που αγαπούσες τόσο εύκολα ξεχνάς…»

--Θεέ μου!.. Τι έπαθε ο καφετζής;

Ο καφετζής με το που ακούει τους στίχους του τραγουδιού πέφτει σχεδόν λιπόθυμος στο πάτωμα ενώ ο καφές και τα νερά πλημμύρισαν το δάπεδο!..
--Να φωνάξω ένα γιατρό; Λέω αμέσως γεμάτος αγωνία!
--Όχι, όχι… δεν τρέχει τίποτε!.. Χίλια συγγνώμη μόνο για την αναστάτωση!
--Βρε,  άστα αυτά!.. Τι έπαθες;
--Δεν.. Τι να σας πω τώρα… Ξέρετε.. είναι λιγάκι δύσκολο να με πιστέψετε!.. Τέτοια σύμπτωση;
--Τι να πιστέψω; Πες μου! Για ποια σύμπτωση μιλάς;
--Θα με πιστέψετε;
--Γιατί να μη σε πιστέψω;
--Το τραγούδι αυτό που τραγουδάτε είναι δικό μου!!
-- Τι εννοείς; Το έχεις γράψει εσύ;
--Δεν μπορώ να σας εξηγήσω… Είναι μεγάλη ιστορία… Απλά, με κατέστρεψε!.. Σας φέρνω τον καφέ!..
--Βρε άστον τον καφέ.. Λέγε!.. Γυναικοδουλειά στη μέση;
--Περίπου!
--Δηλαδή!
-- Όχι πολλά πράγματα… μια περιουσία!..
-- Τι εννοείς μια περιουσία; Έβγαλες μήπως από το τραγούδι τόσα λεφτά, που έκανες μια περιουσία ολόκληρη;
--Έχασα μια περιουσία!
--Έχασες μια περιουσία; Πού, βρε παιδί μου;
-- Κάθε φορά που άκουγα το τραγούδι αυτό, μου τήν "έδινε κατακούτελα" και έριχνα μπροστά στα μάτια τής όποιας τραγουδίστριας έλεγε αυτό το τραγούδι, στην Αθήνα ή αλλού, όλα τα χρήματα που είχα πάνω μου!.. Μεταξύ μας, έκανα κι εγώ συνέχεια "παραγγελιά"  και χάλασα όλα τα λεφτά που είχα μαζέψει στη ζωή μου στα κέντρα διασκεδάσεως!… Ρίξε… ρίξε.. ρίξε τα πεντοχίλιαρα… πούλησα και το σπίτι μου, έμεινα ταπί και τώρα δουλεύω σερβιτόρος να βγάλω το χαρτζιλίκι μου!.. Σερβιτόρος!.. Πάω να φέρω τον καφέ…Δεν θ’ αργήσω!..

Έκλεισα το μαγνητόφωνο. Για την ακρίβεια το χαμήλωσα αφού όλη την ώρα που μιλούσαμε αυτό έπαιζε το γνωστό τραγούδι της Αννούλας... Ήταν και τα φλογοβόλα μάτια της, βρε παιδί μου, όταν σε κοίταζε αυτό το κορίτσι την ώρα που τραγουδούσε πάνω απ’ το τραπέζι σου!.. Σκέτη κόλαση! … Άστα να πάνε… Δεν είναι ώρα για τέτοιες εξομολογήσεις…