Εκείνη τη νύχτα, στην πανσέληνο…

Κωδικός Πόρου: 00285-111277-27
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Σακκέτος Άγγελος
Ημερομηνία Δημιουργίας: 18/03/11 19:26
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Αναμνήσεις!..., 00285-111277-27




Περιγραφή:

Μια κατάθεση ψυχής για μια εμπειρία ζωής, που έζησε ένας άνθρωπος, που μοιάζει με όλους, αγαπάει όλους, αλλά που ζει χωρίς να μπορεί να τους δει όλους... Για κείνα τα χρόνια!.. Τα χρόνια της μοναξιάς και της σιωπής!.. 

Πανσέληνος!.. Το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά και η ομορφιά ήταν μια πραγματική μαγεία!.. Ούτε μέρα έτσι!.. Το φως του φεγγαριού έλουζε κυριολεκτικά και το τελευταίο κλαδάκι των δέντρων, που έγερναν κι αυτά κάτω από το βάρος του χιονιού. Μόνο που υπήρχε μια παγερή σιωπή...

Κάποια στιγμή κι ενώ δεν ακουγόταν ούτε ένα «κροτάλισμα» από το μάσημα του χορταριού, που έκαναν ακόμη και τα ζα (=ζώα) κάτω στο κατώγι του σπιτιού, ακούγεται μια δυνατή κραυγή, σαν γαύγισμα σκύλου!.. Δεύτερη κραυγή!.. Τρίτη κραυγή που αυτή τη φορά έφθανε λαχανιασμένη μέχρι το μέρος μου!
--Ο Πετράκης!.. Τι να συμβαίνει -άραγε- στο σκύλο μας;

Ώσπου ν’ αποτελειώσω τους συλλογισμούς μου, βλέπω τον Πετράκη να έρχεται λαχανιασμένος κρατώντας στο στόμα του ένα … καπέλο! Ήταν το ταχυδρομικό καπέλο, που φορούσε ο πατέρας μου όταν έκανε δρομολόγια σαν αγροτικός διανομέας (ταχυδρόμος των γύρω χωριών)!
--Μάνα!.., φώναξα! Για έλα έξω!..
--Τι συμβαίνει, Αγγελή; Μου λέει η μανούλα μου!..
--Για τήρα (=κοίτα) ο Πετράκης κρατάει το καπέλο της υπηρεσίας του πατέρα μου!..
--Έχεις δίκιο!.. Κάτι συμβαίνει στον πατέρα σου!.. Κακό πούπαθα!.. Κακό πούπαθα!.. Κακό πούπαθα!..

Βάζει τις φωνές η μάνα μου και άνοιξαν μονομιάς όλες οι γειτονικές πόρτες!.. Όλοι έτρεξαν προς το μέρος μας για να παράσχουν τη βοήθεια στην μάνα μου που έκλαιγε κι αγουριόταν (ολοφυρόταν) για το κακό που συνέβη στον πατέρα μου, που δεν ξέραμε ακόμη τι του είχε συμβεί!..

Η μάνα μου, μέσα στα δάκρυα, μόλις έφθασαν οι γείτονες,  βάζει πάλι το καπέλο του πατέρα μου στο στόμα του Πετράκη, ο οποίος αμέσως άρχισε να τρέχει μέσα στο χιόνι προς άγνωστο μέρος!.. Από πίσω τρέχοντας κι οι συγχωριανοί, όλοι σχεδόν οι γείτονες, που ακολουθούσαν πιστά το σκυλί!..

Κάποια στιγμή ακούω τη μάνα μου να σκούζει, αλλά η φωνή της ήταν πολύ μακρινή… Κρύος ιδρώτας έλουσε το κορμί μου!.. «Τι να συμβαίνει – άραγε- στον πατέρα μου; Να ζει ή μήπως τον βρήκαν …».

Ούτε που τολμούσα να κάνω αυτού του είδους τις σκέψεις!.. Δεν ήξερα πώς ν’ αντιδράσω!.. Προσπαθούσα να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου, αλλά τα λεπτά που κυλούσαν ήσαν ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια, αιώνες!..

Κάποια στιγμή βλέπω δύο άντρες να μεταφέρουν πάνω σε μία κουρελού έναν άνθρωπο κι από πίσω τη μανούλα μου να μαλλιοτραβιέται απ’ τα σκουσμάρια!..
--Άνοιξε, Αγγελάκο, την πόρτα!.. μου λέει ένας συγχωριανός κι αμέσως έκανα ό,τι μού είπε!.. Αλλά η καρδιά μου σκίρτησε από μια αμυδρή ελπίδα!.. Τα μάτια τού πατέρα μου έγειραν και με είδαν!.. Ήταν δακρυσμένα!... Και το πρόσωπο μελανιασμένο από το κρύο!..
--Πατέρα!...

Δεν πρόλαβα να μπήξω τα κλάματα… Η μάνα μου πάει αμέσως στη φωτιά και έριξε επάνω της όλα τα σκύβαλα και τα κοτσάνια των καλαμποκιών για να φουντώσει!..
--Όχι, κουμπάρα!.. Όχι κοντά στη φωτιά!.. φώναξε ξανά ο συγχωριανός. Λίγο χιόνι φέρτε μου!.. Λίγο χιόνι!..
--«Τι να το θέλουν το χιόνι, αφού είναι παγωμένος;» σκέφτηκα μέσα μου.. Αλλά ήμουν τόσο ανίδεος απ’ αυτά τα πράγματα ώστε το μόνο που έκανα ήταν απλά να παρακολουθώ με αγωνία την εξέλιξη!..

Ο γερο-Καρυδόγιαννης ήξερε από αυτά γιατί ήταν χρόνια Μακεδονομάχος και ζούσε στα βουνά, μέσα στα χιόνια!.. Ήταν πολύ έμπειρος!.. Πήρε μια καβούλα (: μια φούχτα) χιόνι και άρχισε μ’ αυτό να τρίβει όλο το σώμα του πατέρα μου!.. Η αγωνία μου δεν λέγεται!.. Ώσπου κάποια στιγμή άκουσα τη φωνή του!..
--Λίγο φιδέ..

Τον φιδέ, που τον έφτιαχαν οι χωριανοί με τα χεράκια τους, τον είχε έτοιμο η μανούλα μου.
--Πιέστο, Πάνο μου, έριξα και λίγο κρασί να σε στεριώσει!..

Έφυγα και πήγα να κοιμηθώ!.. Αλλά πώς να κοιμηθώ!... Όλη τη νύχτα έκλαιγα με δάκρυα που έγιναν αναφυλλητά από συγκίνηση!.. Όλη νύχτα!..

Την άλλη μέρα το πρωί φώναξα να έρθει δίπλα μου ο Πετράκης!.. Για πρώτη φορά τον αγκάλιαζα και τον φιλούσα!.. Δεν ήθελα να φύγει από κοντά μου!... Κι ό,τι ψωμάκι είχα στην τσέπη μου επί μέρες ολόκληρες το έδινα να το φάει αυτός κι ας έμενα εγώ νηστικός… Τόση ευγνωμοσύνη είχα στο σκυλάκι μου!.. Τόση ευγνωμοσύνη!..

Πώς να ξεχάσω, λοιπόν, εκείνο το βράδυ;

Εκείνο το βράδυ, που λαμποκοπούσε απ’ την πανσέληνο!..