Το αίνιγμα Ντε Κίρικο

Κωδικός Πόρου: 007-119022-bp
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Αναφέρεται στο κείμενο
Ημερομηνία Δημιουργίας: Τεταρτη, 06 Μαϊου 2015 00:00
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Τέχνες, 007-119022-bp




Περιγραφή:

Για το βιβλίο της Δέσποινας Καφενταράκη Η αινιγματικότητα του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο (εκδ. Μετρονόμος).

Της Μαρίας Γιαγιάννου

Καθισμένος μπροστά στο καβαλέτο του με την παλέτα στο αριστερό και το κάρβουνο στο δεξί, με μια αλυσιδίτσα στη θηλιά της ζώνης, όπου είναι περασμένα μερικά ασημένια μικροαντικείμενα που χρησιμεύουν ως φυλαχτά, ασπρομάλλης με γκρινιάρικα χαρακτηριστικά που γέρνουν προς τα κάτω, σαν να τα βαραίνει κάποια χρόνια ενόχληση, ζωγραφίζει ο Giorgio de Chirico, σε βίντεο του 1973.

Ας παρακολουθήσουμε τι φτιάχνει ο ογδονταπεντάχρονος maestro. Δύο ήλιοι στο καβαλέτο και δύο φεγγάρια. Ο συγκεκριμένος πίνακας, παρότι μεταγενέστερος της ακμής του ζωγράφου, συγκεντρώνει αρκετά χαρακτηριστικά του συνολικού έργου του. Τα σύμβολα του Ντε Κίρικο, που φέρουν τη διάσημη σφραγίδα της υπογραφής του, στοιβάζονται σε ένα νοερό ερμάριο απ’ όπου ο ζωγράφος τα βγάζει καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του, και τα συνδυάζει ποικιλοτρόπως. Έτσι εδώ, στην ελαιογραφία «Ο ήλιος στο καβαλέτο» συναντάμε την διάταξη που γνώρισε πολλές επαναλήψεις, όπου το εσωτερικό ενός δωματίου αντιπαραβάλλεται με το εξωτερικό τοπίο, όπως αυτό προβάλει μέσα από ένα μεγάλο παράθυρο.

    Ο ήλιος στο καβαλέτο, 1973
 

Μέσα στο σαλόνι βλέπουμε έναν ήλιο και ένα φεγγάρι. Έξω από το παράθυρο τα ίδια. Οι δύο πλανήτες δωματίου είναι φωτεινοί (κίτρινοι) ενώ οι πλανήτες στον ορίζοντα είναι μαύροι. Με το καλώδιο της γραφίδας του, ο Ντε Κίρικο ενώνει τα εξωτερικά «σβηστά» ουράνια σώματα με τα εσωτερικά «αναμμένα». Ο έσω ήλιος βρίσκεται αναρτημένος σε καβαλέτο˙ένα ακόμα στοιχείο του εννοιολογικού ρεπερτορίου του καλλιτέχνη: «ο πίνακας μέσα στον πίνακα». Δύο ελληνικοί ναΐσκοι, κλασικά, εμφανίζονται στο δεύτερο επίπεδο της σύνθεσης, σαν παρατηρητές της (μη) δράσης εντός σπιτιού. Και η (μη) δράση λαμβάνει χώρα σε ένα σαλόνι-παλκοσένικο, όπου τόσο το σανίδι όσο και οι κουίντες δεξιά-αριστερά παραπέμπουν ευθέως σε σκηνή θεάτρου. Μια άδεια πολυθρόνα (μοτίβο που κατεξοχήν συναντάται στην ενότητα «Έπιπλα στην Κοιλάδα») στ’ αριστερά κοιτάζει προς το καβαλέτο. Η συγκεκριμένη σκούρα ροζ πολυθρόνα κάνει την εμφάνισή της σε πολλούς πίνακες διάφορων περιόδων και η προέλευσή της μπορεί ίσως να εντοπιστεί ανάμεσα στα αστικά έπιπλα της παιδικής του ηλικίας. Άλλωστε, όπως θα δούμε παρακάτω στην κριτική παρουσίαση του βιβλίου της Δέσποινας Καφενταράκη για τον μεγάλο καλλιτέχνη, οι αναμνήσεις του Ντε Κίρικο υπήρξαν, σε όλη του τη ζωή, πιστοί σύμβουλοι και τροφοδότες της έμπνευσής του. Μα, φυσικά. Ποιος καλλιτέχνης μπορεί να αποκλείσει τα ασύνειδα τσιμπήματα της μνήμης από το έργο του; Κανείς. Κι ωστόσο στην περίπτωση Ντε Κίρικο, ο μηχανισμός παραγωγής συμβόλων, τα οποία εντάσσονται σε μια λωρίδα επαναλαμβανόμενων μοτίβων που κοσμούν το σώμα του έργου του σαν κέντημα σε αρχαιοελληνικό χιτώνα, είναι ένας μηχανισμός τον οποίο μπορεί κανείς εύκολα να αναγάγει σε ψυχαναλυτικές διαδρομές. Για τούτο, πιθανότατα, οι σουρεαλιστές ένιωσαν (στη μεταφυσική φάση) ότι τους συνδέει με τον ζωγράφο μια στενή συγγένεια. Εκείνος όμως, μονήρης και αντιδραστικός, εντάχθηκε μεν στην ομάδα τους το 1925, πολύ σύντομα όμως (το 1926!) αρνήθηκε τη σύνδεση μαζί τους.

Η μεταφυσική τέχνη

«Η έκπληξη που προκαλούν ορισμένα μεγαλοφυή έργα τέχνης σταματά για μια στιγμή τη ζωή, και οι μορφές που συναντούμε εμπρός μας φαίνονται σα φαντάσματα, σαν οπτασίες. Έτσι γίνεται αισθητός ο μεταφυσικός εαυτός τους» γράφει ο Τζόρτζιο Ντε Κίρικο σε κάποιο από τα πολλά κείμενα που άφησε πίσω του, και προσφέρει στον θεατή ένα εργαλείο κατανόησης της ζωγραφικής τάσης που ονομάστηκε «Μεταφυσική». Θεμελιωμένη στον εικονογραφικό και ποιητικό κόσμο του Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο, που θεωρήθηκε από την κριτική, τόσο στις μέρες του όσο και μέχρι σήμερα, η κορυφαία περίοδος της καριέρας του, η «Μεταφυσική Ζωγραφική» άνθισε κατά το σύντομο διάστημα 1911-1918. Τα θεμέλια της μπήκαν στα ταξίδια και κατά τη διαμονή του νεαρού ζωγράφου στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Ρώμη, τη Φλωρεντία, το Μιλάνο και ιδίως στο Τορίνο, που τόσο θαύμαζε γιατί ήταν «η πιο βαθιά, η πιο αινιγματική, η πιο ανήσυχη πόλη [...] όλου του κόσμου». Κατόπιν, ο «πύργος» της μεταφυσικής του άρχισε να υψώνεται κατά τη διαμονή στο Παρίσι (1911-15), μέχρι την εγκατάστασή του στη Φερράρα, όπου συνδέθηκε με τον φουτουριστή (και ταυτοχρόνως πριμιτιβιστή) Κάρλο Καρρά, καθώς μαζί καλλιέργησαν τη μεταφυσική απόδοση των πραγμάτων.

Οι πίνακες αυτής της εποχής, με το βουβό τους μεγαλείο και την προοπτική άπλα τους, είναι αινιγματικοί. Μπορεί κανείς να κατανοήσει τη σύνθεσή τους και να αποδομήσει το νόημά τους, διακρίνοντας ένα-ένα τα στοιχεία τους με ποικίλα μεθοδολογικά εργαλεία. Η ατμόσφαιρά τους, ωστόσο, είναι τόσο υποβλητική και ανεπανάληπτος ο ψυχικός τόνος που μεταδίδουν, ώστε αν απλώς τους δώσουμε χρόνο και αποδεχτούμε την επίδρασή τους πάνω μας, θα έχουμε ίσως κατανοήσει καλύτερα τον κόσμο όπου μας εισάγουν. «Θεωρούσα πάντα τις μεταφυσικές συνθέσεις του Ντε Κίρικο ως τα έργα του μεγαλύτερου ζωγράφου της εποχής μας, με την έννοια ότι αυτά καταδεικνύουν την υπεροχή της ποίησης επί της καθαυτό ζωγραφικής και των διαφόρων τεχνοτροπιών της. Ο Ντε Κίρικο ήταν ο πρώτος που οραματίστηκε τι έπρεπε να ζωγραφιστεί και όχι πώς να ζωγραφιστεί», έγραψε ο Ρενέ Μαγκρίτ για την ποιητική ισχύ του επιδραστικού του προπάτορα.

    Σταθμός του Μοντπαρνάς-Η μελαγχολίας της αναχώρησης, 1914

Πρόκειται για έναν καλλιτέχνη, ο οποίος έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον των κριτικών και των καλλιτεχνών ανά τον κόσμο, τόσο για την κοινώς αποδεκτή ως σπουδαία Μεταφυσική Ζωγραφική του, όσο και για την ρήξη του με τους ποιητικούς και επιδραστικούς πίνακές του.

Μελέτες για τον Ντε Κίρικο

Πληθώρα πηγών μπορεί κανείς να συμβουλευτεί για μια σφαιρική θεώρηση της τέχνης και της προσωπικότητας του κορυφαίου Έλληνα καλλιτέχνη. Επιπλέον, τα κείμενα του ιδίου προσφέρουν μια πλήρη και αντιφατική, όπως και ο ίδιος, εικόνα της περίπτωσης Ντε Κίρικο. Το αυτοβιογραφικό «Αναμνήσεις από τη ζωή μου», τα θεωρητικά του δοκίμια, τα άρθρα του σε περιοδικά τέχνης (όπως το βραχύβιο ιταλικό Valori Plastici ), οι επιστολές του και τέλος το (σχεδόν) σουρεαλιστικό του πεζογράφημα «Εβδόμερος» κυκλοφορούν και στα ελληνικά, στο πλάι εξαιρετικών μελετών για το έργο του από έλληνες ιστορικούς τέχνης. Στην αλφαβητική καταγραφή των άρθρων και μονογραφιών που έχουν αφιερωθεί στον ιδιοφυή Βολιώτη, στο επίσημο site του ιδρύματος που φέρει το όνομα της γυναίκας του και του ιδίου (Fondazione Giorgio e Isa De Chirico), μόνο στο γράμμα «Β» θα βρει κανείς 33 μονογραφίες! Πρόκειται για έναν καλλιτέχνη, ο οποίος έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον των κριτικών και των καλλιτεχνών ανά τον κόσμο, τόσο για την κοινώς αποδεκτή ως σπουδαία Μεταφυσική Ζωγραφική του, όσο και για την ρήξη του με τους ποιητικούς και επιδραστικούς εκείνους πίνακές του –τους μοντερνιστικούς– προκειμένου, από τη δεκαετία του ’20 μέχρι τον θάνατό του, να υπηρετήσει μια ιδιοσυγκρασιακή νεοκλασική αισθητική με πληθωρικούς, μπαρόκ χειρισμούς και με αμφισβητήσιμο αισθητικό ύψος.

    Μυστήριο και μελαγχολία ενός δρόμου, 1914
 

Ένα ενδιαφέρον βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα για να εμπλουτίσει τη σχετική ελληνική βιβλιογραφία, είναι η μελέτη της Δέσποινας Καφενταράκη Η Αινιγματικότητα του Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Η επίσης Βολιώτισσα νέα εικαστικός, με σπουδές ζωγραφικής στην Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας και με τέσσερις ατομικές εκθέσεις στο ενεργητικό της, εκτός από αγάπη για το έργο του Ντε Κίρικο, δείχνει να διαθέτει και εξοικείωση με τον θεωρητικό λόγο, χωρίς να εγκλωβίζεται στα πλοκάμια του, όπως συχνά συμβαίνει σε, κατά τα άλλα αξιόλογους, εικαστικούς καλλιτέχνες. Η Καφενταράκη επιλέγει τη θεματική ταξινόμηση μιας πραγματικής πληθώρας εικονογραφικών μοτίβων, τα οποία, όπως είπαμε, ο Ντε Κίρικο αγαπά να επαναφέρει στο τελάρο του. Το ευσύνοπτο βιβλίο των 140 σελίδων χωρίζεται σε τέσσερις γενικές ενότητες, συνοδεύεται από έναν πρόλογο του συγγραφέα Δημήτρη Σιάτρα, τα Προλεγόμενα και την Εισαγωγή της συγγραφέως, καθώς και από έναν ικανό αριθμό εικόνων στο τέλος του βιβλίου, που μας δίνουν το οπτικό αντίστοιχο των περιγραφόμενων πινάκων.

Περιεχόμενα του βιβλίου

Η Καφενταράκη, αφού μας δίνει τα απαραίτητα στοιχεία για την καταγωγή, τις μετακομίσεις, αλλά και τις ψυχικές και καλλιτεχνικές μετατοπίσεις στην ταυτότητα του Ντε Κίρικο, επιλέγει να εστιάσει στα θέματα που κρίνει, δικαίως, ότι απασχόλησαν κατά κύριο λόγο τον ζωγράφο στα ενενήντα χρόνια της ζωής του (πέθανε το 1978). Στην ενότητα «Μυθολογικός κύκλος» η συγγραφέας εστιάζει αρχικά στους ήρωες και τους Ολύμπιους θεούς, που ο ζωγράφος συχνότατα ενσωματώνει στα έργα του, και κατόπιν αφιερώνει ένα υποκεφάλαιο στη σημασία του Κενταύρου (μια ωραία και χρήσιμη συνεισφορά στον λόγο περί το έργο του) και του αλόγου, που πολύ συχνά εμφανίζονται στον καμβά του. Η δεύτερη ενότητα «Το θεατρικό στοιχείο» προσεγγίζει την εικονογραφία του με γνώμονα την αναπαράσταση θεατρικών αντικειμένων και ενίοτε μιας συνολικής θεατρικής ατμόσφαιρας. Στην τρίτη ενότητα «Θεματικές εξειδικεύσεις» αφιερώνει το πρώτο κεφάλαιο στην πολύ ενδιαφέρουσα ζωγραφική ενότητα «Μυστηριώδη Λουτρά» συνδέοντάς τις επιμέρους επιλογές του ζωγράφου με την πρώιμη παιδική του ηλικία, ενώ στο δεύτερο κεφάλαιο στέκεται στα σημεία-ορόσημα της μεταφυσικής, αλλά και μεταγενέστερης ζωγραφικής του Ντε Κίρικο, δηλαδή στα σύμβολα της Ατμομηχανής, του Σταθμού, του Ρολογιού και της Καμάρας. Η τελευταία ενότητα του βιβλίου είναι «Το μεταφυσικό στοιχείο», όπου δεν ασχολείται τόσο με την ομώνυμη περίοδο της καριέρας του, όσο με την ψυχική επίδραση της ελληνικής ταυτότητας στις συνθέσεις του.

    Το τραγούδι του Έρωτα-με κεφαλή Απόλλωνα, 1914
 

Ελληνική επίδραση

Ο Τζόρτζιο Ντε Κίρικο γεννήθηκε στον Βόλο τον Ιούλιο του 1888 από τον μηχανικό σιδηροδρόμου Εβαρίστο και την Τζέμα που, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, ήταν γενοβέζα αριστοκράτισσα με ταλέντο στο λυρικό τραγούδι. Αυτή και μόνο η φράση επαρκεί για να εντοπίσουμε, μαζί με την καταγωγή του Τζόρτζιο, και την καταγωγή των συμβόλων του (π.χ το μοτίβο της πανταχού παρούσας –κι όμως σε απόσταση– «πατρικής» ατμομηχανής ή τις τοποθεσίες που παραπέμπουν σε βολιώτικες περιοχές). Η αναγωγή της τέχνης είτε στην σημειολογία είτε στην ψυχολογία είτε στη βιογραφία είναι σχεδόν βέβαιο ότι παραλείπει τη βουτιά στην αισθητική εμπειρία. Από την άλλη, η αισθητική βουτιά, τουλάχιστον στα εικαστικά (για τον κινηματογράφο λ.χ. που διαθέτει άλλες, μαγικές κι ενωτικές δυνάμεις, δεν είμαι τόσο σίγουρη) πραγματοποιείται κατά μόνας. Ένα βιβλίο είναι αδύνατον να την ανασυνθέσει, παρά μόνο δημιουργώντας εκ νέου μια λογοτεχνική ατμόσφαιρα που αξιώνει να προσεγγίσει την εικαστική. Ας επιστρέψουμε λοιπόν στην ανά χείρας μελέτη, η οποία εκτός από την επακριβέστατη περιγραφή των έργων επιχειρεί να αναμετρηθεί γλωσσικά και με την περιγραφή της ατμόσφαιρας, και ας αναζητήσουμε τις ελληνικές και άλλες επιρροές στο έργο του Ντε Κίρικο.

Η παράξενη και αντιφατική του προσωπικότητα τον έχει κάνει τη μια στιγμή να παραδέχεται την ελληνική επίδραση στο έργο του και την άλλη να δηλώνει ότι η Ελλάδα δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη ζωγραφική του.

Είναι αλήθεια ότι όλες οι ενότητες του βιβλίου δένουν τον Ντε Κίρικο με την ελληνική του ταυτότητα. Η παράξενη και αντιφατική του προσωπικότητα τον έχει κάνει, όπως η Καφενταράκη φέρνει στην προσοχή μας, τη μια στιγμή να παραδέχεται την ελληνική επίδραση στο έργο του (τόσο την αρχαία όσο και τη νεώτερη, αφού παραδέχεται ότι οι δάσκαλοί του Μαυρουδής, Ιακωβίδης, Βολανάκης και Ροϊλός, καθώς και ο Πικιώνης, θα έπρεπε να μάθουν στους διεθνείς «να μη μουντζουρώνουν τελάρα» και να σχεδιάζουν σωστά «σ’ ένα πρόσωπο τη μύτη») και την άλλη να δηλώνει ότι η Ελλάδα δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη ζωγραφική εκείνου που, όπως λέει, είναι «κατεξοχήν ανθέλληνας»! Οι Ολύμπιοι θεοί και ήρωες, συγκεκριμένα (σύμφωνα με τη σταχυολόγηση της Καφενταράκη) η Αθηνά, ο Ερμής, ο Απόλλων, οι Σίβυλλες, ο Οδυσσέας, έχουν μάλλον άλλη γνώμη αφού εμφανίζονται στο έργο του με κάθε δυνατό τρόπο: ως προτομές, ως εξανθρωπισμένες μορφές, ως ολόσωμα αγάλματα και ως αγάλματα που ζωντανεύουν, ενώ ενσωματώνονται συχνά σε αυτοπροσωπογραφίες του ζωγράφου ώστε να του δανείσουν την κυρίαρχη θεϊκή τους ιδιότητα.  

    Ο θάνατος του Κενταύρου, 1909
 

Το ίδιο συμβαίνει και με τον Κένταυρο, γέννημα-θρέμμα του Πηλίου (δηλαδή των περιχώρων της πατρίδας του ζωγράφου), ο οποίος κάνει την εμφάνισή του σε διάφορες φάσεις του έργου του. Σε πρώιμες συνθέσεις όπως είναι «Ο θάνατος του Κενταύρου» του 1909, όπου η επίδραση των γερμανών συμβολιστών Μάξ Κλίνγκερ και Άρνολντ Μπαίκλιν (αναγνώριζε και ο ίδιος ότι οι τότε πίνακές του είχαν «άρωμα Μπαίκλιν») ήταν πολύ έντονη, αλλά και σε κατοπινές όπως εκείνη του 1968 «Κένταυρος με έρωτα», όπου το ιδίωμά του έχει παρακμάσει και όντως «απογοητεύει τον θεατή, αφού αποκαλύπτει μια στείρα, επιφανειακή και ακαλαίσθητη οπτική σύλληψη», όπως παρατηρεί η συγγραφέας. Φυσικά, η ελληνική επίδραση επουδενί δεν επαρκεί για να προσεγγίσει κανείς το πλούσιο έργο του, ωστόσο, είτε το ήθελε ο ίδιος είτε όχι, αποδεικνύεται περίτρανα στα πολύτιμα ίχνη που μας κληροδότησε.

Στο εικαστικό σανίδι

Έχοντας επηρεαστεί από τον στοχασμό του Νίτσε, συνολικά αλλά και ειδικά από την προσέγγισή του της αρχαίας τραγωδίας, έχοντας υπάρξει ο ίδιος θεατής αρκετών παραστάσεων στα νεανικά του χρόνια (μάλιστα και κατά τους ολυμπιακούς αγώνες του 1896 στην Ελλάδα, επισημαίνει η συγγραφέας) και, ίσως ακόμα, βρίσκοντας μια παρήγορη ομοιότητα της ιδιοσυγκρασίας του με την κλειστότητα και τον εγκιβωτισμό ενός θεατρικού έργου, αλλά και με το παίξιμο ρόλων (ας δούμε πόσο «ηθοποιΐστικα» ποζάρει σε ορισμένες αυτοπροσωπογραφίες του!), ο Τζόρτζιο Ντε Κίρικο δομεί τις συνθέσεις του έτσι που, είτε είναι εξωτερικές είτε εσωτερικές, μοιάζουν στ’ αλήθεια άδειες σκηνές που περιμένουν αιωνίως τους θεατές όσο και τους... ηθοποιούς τους.

Παρατηρούμε ότι ακόμα και οι πίνακες της σειράς «Τα μυστηριώδη λουτρά» (1934-36 και 1960-73) έχουν μια αίσθηση θεατρικότητας˙ η ξύλινη σκηνή έχει τώρα αντικατασταθεί από μια ή περισσότερες πισίνες, οι οποίες όμως δεν καλύπτονται από νερό αλλά από μια επιφάνεια στο χρώμα του ξύλου με ένα μοτίβο «ζιγκ-ζαγκ» σχεδιασμένο πάνω της. Η Καφενταράκη παραθέτει τα λόγια του καλλιτέχνη, ο οποίος αποδίδει την έμπνευσή του σε μια βραδιά σ’ ένα σαλόνι με γυαλιστερό πάτωμα, όπου του φάνηκε ότι ο κόσμος βυθιζόταν σε ένα «νερό-παρκέ»! Το νερό, θα προσθέταμε εδώ, λειτουργεί και πάλι λίγο-πολύ ως σκηνή. Το αίσθημα αυτό ενισχύει το γεγονός ότι γύρω από τις πισίνες κυκλοφορούν άνδρες ντυμένοι με κοστούμια, που είτε παρατηρούν τους λουόμενους, είτε παρακολουθούνται από τους λουόμενους, είτε ντύθηκαν και φεύγουν μετά το μπάνιο τους, είτε ανεξήγητα στέκουν. Όπως όλοι οι τίτλοι των έργων του Ντε Κίρικο, έτσι κι εδώ έχουμε μια σαφή περιγραφή του ασαφούς: Μυστηριώδη, όντως, λουτρά˙όπως αλλού «Το αίνιγμα μιας ημέρας», «Ανήσυχο ταξίδι», «Ο μεγάλος μεταφυσικός», «Οι ανησυχητικές Μούσες», «Μυστήριο και μελαγχολία ενός δρόμου», «Η αβεβαιότητα του ποιητή» και τόσα ακόμα, που ενώνουν, με το μοναδικό σκηνοθετικό ταμπεραμέντο του Ντε Κίρικο, το προσκήνιο της τέχνης με το παρασκήνιο της ξεχασμένης πια στα βάθη της μνήμης, αρχικής του πρόθεσης.

    Αυτοπροσωπογραφία
 

Η υπέρβαση της ανθρώπινης αδυναμίας

Η μελέτη της Δέσποινας Καφενταράκη, γραμμένη με έλεγχο, εξονυχιστική προσοχή στην περιγραφή, επιλεκτική εστίαση σε στοιχεία που δεν έχουν φθαρεί από την πολλή ανάλυση (σημαντικό κατόρθωμα μετά από τόσες και τόσες μελέτες), με γλωσσικές εξάρσεις και με μια τάση ρομαντικοποίησης της δημιουργικής διαδικασίας, είναι μια θαυμάσια ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε ή και να πρωτογνωρίσουμε τον καλλιτέχνη που «εισέδυσε σ’ ένα φαντασιώδη χώρο, όπου συντελείται η υπέρβαση της ανθρώπινης αδυναμίας, των φθαρτών ορίων και του ανέφικτου, για να κατακτήσει τελικά τους πνευματικούς μηχανισμούς της αλληγορίας» όπως παρατηρεί εύστοχα η συγγραφέας.

Μια ωραία ιδέα θα ήταν, καθώς διαβάζουμε το βιβλίο, να αφιερώσουμε παράλληλα λίγο χρόνο για να περιηγηθούμε στην εικονογραφία του αινιγματικού ελληνοϊταλού, με «την ιδιαίτερη οξύνοια», «τη μελαγχολική διάθεση», «τις παράδοξες φοβίες», την «εκούσια απομόνωση», «τη φιλάσθενη ιδιοσυγκρασία» και να γνωρίσουμε τον αλαζόνα, τον ευαίσθητο, τον μελετητή της φιλοσοφίας, τον αντιφατικό, τον υπερβατικό. Τον άριστο σχεδιαστή με τις λιτές του αναπαραστάσεις κι αργότερα τον φωνακλά κολορίστα με τους νεοκλασικούς μονομάχους του (που θυμίζουν γελοιογραφίες). Τέλος, τον ανυπέρβλητο ποιητή του τρένου και της πλατείας. Τον δημιουργό των θλιμμένα φουτουριστικών ανδρείκελων. Αυτόν που, με όλες του τις απότομες στροφές και τις μαχητικές αντιφάσεις, υπήρξε ένας ιδιοφυής καλλιτέχνης. Ο ανήσυχος και ανησυχαστικός Τζόρτζιο Ντε Κίρικο. 

* Η ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΓΙΑΝΝΟΥ είναι συγγραφέας και θεωρητικός τέχνης.

Η αινιγματικότητα του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο
Δέσποινα Καφενταράκη
Μετρονόμος 2013
Σελ. 144, τιμή € 10,65