Περί ύψους, βάθους και πάθους

Κωδικός Πόρου: 007-119018-bp
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Αναφέρεται στο κείμενο
Ημερομηνία Δημιουργίας: Παρασκευη, 19 Ιουνιου 2015 00:00
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Τέχνες, 007-119018-bp




Περιγραφή:

Για το δοκίμιο του Alexander Pope Περί βάθους (μτφρ. Θοδωρής Δρίτσας, Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες).

Του Νίκου Ξένιου

Η έννοια του «βάθους» περιλαμβάνει την, ηθελημένη ή ακούσια, μετάβαση από το «εξηρμένο» ύφος στην κοινοτοπία που υποδύεται ποιητικότητα. Τα σκωπτικά ή τα burlesque κείμενα του Αλεξάντερ Πόουπ υποστηρίζονται θεωρητικά από την πραγματεία του Περί Βάθους του 1727, που έφερε τον περιγραφικότατο υπότιτλο: «Μια πραγματεία του Μαρτίνους Σκρίμπλερους για την τέχνη της βύθισης στην ποίηση», και που κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση Θοδωρή Δρίτσα και Κώστα Σπαθαράκη από τις φροντισμένες εκδόσεις «Αντίποδες» με εκτενές επίμετρο της Αγγέλας Γιώτη.

Πρόκειται για την αντιπαράθεση της ποιητικής έξαρσης στην κοινοτοπία (banalité)[1], για υποβάθμιση του ύφους σε μιαν (εκπεπτωκυία) εκδοχή του, για υπερβολή του πάθους των χαρακτήρων, για υιοθέτηση «επίπεδου», καθημερινού ύφους, για ρηχό συναισθηματισμό, για εγνωσμένη ρητορική αστοχία, επιτήδευση[2], εκφραστικό «νεοπλουτισμό» ή υπερβολή και για αποτυχημένη εκτροπή από την ορθόδοξη δραματική κλιμάκωση (anticlimax). Ο ελληνικής ετυμολογίας όρος του «βάθους» δηλώνει την άκαιρη, επιδεικτική, αμετροεπή έκπτωση ενός στιχουργήματος από τη σφαίρα του μεγαλειώδους στο επίπεδο του κοσμικού (τετριμμένου)[3], που σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να υπηρετεί το υπερρεαλιστικό χιούμορ.

Ο κύκλος των ειρώνων ποιητών: η τέχνη του «εξυψούσθαι»

To «Scriblerus Club» ήταν μια ανεπίσημη οργάνωση συγγραφέων και ποιητών με βάση το Λονδίνο του πρώιμου δέκατου όγδοου αιώνα, που καταλέγονται στην «αυγούστεια περίοδο»[4] των αγγλικών γραμμάτων. Ο πυρήνας της λέσχης περιλάμβανε τους σατιρικούς Τζόναθαν Σουίφτ και Αλεξάντερ Πόουπ, τον Τζων Γκέι, τον Τζων Άρμπαθνοτ, τον Χένρυ Σαιν Τζων και τον Τόμας Πάρνελ, και διήρκεσε από το 1714 έως το 1745. Δουλεύοντας συνεργατικά, τα μέλη της λέσχης δημιούργησαν την persona του Martinus Scriblerus[5], με τη φωνή του οποίου εξέφρασαν τις σατιρικές τους προθέσεις: κύριο ζήτημα που τους απασχόλησε ήταν κατά πόσον, κατά τη συγγραφή ενός ποιητικού έργου, προέχει το άτομο ή ο κοινωνικός περίγυρος[6]. Το όνομα του Αλεξάντερ Πόουπ κυριάρχησε στην «αυγούστεια» περίοδο της βρετανικής λογοτεχνίας, εγκαινιάζοντας το είδος αυτό ηγετικής φιγούρας που θα εκπροσωπούσαν, αργότερα, ο Τζων Ντράιντεν και ο Ουίλιαμ Ουώρντσγουορθ. Ο «ηρωϊκός» του στίχος, σε ιαμβικό πεντάμετρο, η επανάληψη κάποιων στίχων σε κλισέ χρήσεις της νεώτερης αγγλικής γλώσσας, το κύμα πολιτικής εχθρότητας που ξεσήκωσε στην εποχή του και η τεχνική του αρτιότητα συνδυάστηκαν με τις πρώτες ολοκληρωμένες μεταφράσεις του Ομήρου στην Αγγλική. Κορυφαίοι σταθμοί του ποιητικού του έργου, που διαπνέεται από έντονο σατιρικό πνεύμα, είναι το Δοκίμιο περί κριτικής, η Αρπαγή της μπούκλας, η Δουνσιάδα και το Δοκίμιο για τον άνθρωπο[7].

Ο «ηρωϊκός» του στίχος, σε ιαμβικό πεντάμετρο, η επανάληψη κάποιων στίχων σε κλισέ χρήσεις της νεώτερης αγγλικής γλώσσας, το κύμα πολιτικής εχθρότητας που ξεσήκωσε στην εποχή του και η τεχνική του αρτιότητα συνδυάστηκαν με τις πρώτες ολοκληρωμένες μεταφράσεις του Ομήρου στην Αγγλική.

Το Περί Ύψους είναι μια υφολογική πραγματεία του 200 μ.Χ. που αποδίδεται στον Λογγίνο και περικλείει απόψεις πλατωνικές, αριστοτελικές, στωικές, ακόμα και επικούρειες, που περιέχει περίπου εκατό χωρία ποιητών, ρητόρων, φιλοσόφων, ιστοριογράφων, κι ακόμα ένα παράθεμα από την Παλαιά Διαθήκη, ένα έργο πολύτιμο για τις πληροφορίες που δίνει σχετικά με τις αρχαίες αντιλήψεις περί του ύφους κατά τη χρήση του λόγου. Το ζήτημα της πατρότητας του «Περί ύψους» δεν έχει λυθεί και ο άγνωστος συγγραφέας του ονομάζεται συμβατικά από την πλειονότητα των φιλολόγων Λογγίνος (ή Ψευδο-Λογγίνος). Η διάδοσή του κατά τον 17ο αιώνα, οφείλεται κυρίως στη μετάφρασή του από τον κλασικιστή γάλλο ποιητή και κριτικό Νικολά Μπουαλώ (1694), τον θαυμασμό του προς τον οποίον εξέφρασε επανειλημμένα ο Πόουπ.

Όταν το ύφος «παγώνει»: η τέχνη του «καταβυθίζεσθαι»

Ξεκινώντας ως παρωδία του «Περί ύψους» του Λογγίνου[8], το «Bathos» του Πόουπ αποπειράται να διακωμωδήσει σύγχρονους του συγγραφέα ποιητές. Το ζήτημα που αναλύεται στο επίμετρο της Αγγέλας Γιώτη είναι κατά πόσον αυτή η παρωδία επιτρέπει τη χρήση του όρου «βάθος» ως αντώνυμου του όρου «ύψος». Ξεκινώντας από την παιγνιώδη χρήση των σχημάτων λόγου, ο Πόουπ αναγιγνώσκει εκ νέου το δοκίμιο του Μπουαλώ TraitéduSublime (1712), αντιπροτείνοντας, με σκωπτική διάθεση, τρόπους ποιητικής «καταβύθισης» και καταστροφής (stiffening) του ύφους. Θεωρεί το κατηγόρημα «βάθος» έμφυτο στον άνθρωπο, απαραίτητο από ιατρικής επόψεως, μια τέχνη που έχει κι αυτή τους κανόνες της, «όπως η αρχιτεκτονική των μπουντρουμιών, της εκσκαφής τάφρων και υπογείων». Στον Ουρανό, στη Σελήνη, στ' Άστρα αντιπαραβάλλει τον Χρυσό, τα Μαργαριτάρια και τους άλλους θησαυρούς του βυθού. Ευαγγελίζεται την ανομοιογένεια των εικόνων, τον βαρύ κόθορνο ενός βραδυκίνητου κειμένου που «βαρυγκομά», το κομψευόμενο ύφος του ημιμαθούς κοσμικού, τον επιδεικτικό λογιωτατισμό, την έκφανση της Θεότητας υπό τη μορφή Χρυσοχόου, Υφαντή, Υφασματέμπορα και Φούρναρη. Παρέχει μια σαρκαστική συνταγή για την «παρασκευή» ενός επικού ποιήματος που πόρρω απέχει του προτύπου έπους και κλείνει την πραγματεία του επιτιθέμενος στον δημοφιλή θεατρικο παραγωγό και ηθοποιό της εποχής του Τζων Ριτς.

   Ο Alexander Pope
 

Ο Λογγίνος έγραψε για το στοιχείο της έξαρσης που οφείλει να χαρακτηρίζει ένα λογοτέχνημα, και που υποδηλοί την υπεροχή, την ανάταση και την κορύφωση του ηθικού παλμού του μεγαλόφρονος δημιουργού του. Το αντίθετο συμβαίνει με το «βυθισμένο» κείμενο της πραγματείας του Αλεξάντερ Πόουπ: εδώ μιλάμε για ισχνότητα ύφους και υπερφίαλα εκφραστικά μέσα, που κάθε άλλο παρά «ισοϋψή» είναι. Εδώ λείπει η ικανότητα δημιουργίας υψηλών διανοημάτων ή το πηγαίο, ενθουσιώδες πάθος. Απουσιάζουν τα υπερβατά: η επιλογή ακατάλληλων λέξεων, η μετακίνηση λέξεων ή νοημάτων από τη σειρά που επιβάλλει η αλληλουχία τους, λείπουν τα πολύπτωτα σχήματα που συντελούν στην εξασφάλιση «υψηλού» ύφους και, κυρίως, λείπει η περιφραστική εκφορά του λόγου ή γίνεται, σκόπιμα, κατάχρησή της, με αποτέλεσμα ο λόγος να γίνεται πλαδαρός και «νωθρός», ασθματικός και «παχύσαρκος». Τέλος, η χρήση της μεταφοράς γίνεται χωρίς μέτρο. Με ακριβόλογο και επιμελημένο ύφος ο Πόουπ κατηγορεί τους κατοίκους του «Άνω Παρνασσού», τους βασικούς εκπροσώπους της υψηγορίας, για την περιφρόνηση που επιδεικνύουν προς το «ταπεινό νεράκι» της ποίησης του ερεβώδους «Κάτω Παρνασσού», επιτυγχάνοντας, έτσι, μια τοπογραφική διευθέτηση του σκωπτικού του κειμένου: ενός κειμένου που, εξαίροντας το ποικιλμένο ύφος ελασσόνων ποιητών, ενθρονίζει το χασμουρητό στη θέση του Πάθους, αναδιφώντας στους δυσδιάκριτους τυρφώνες του Βάθους.

Της εξαιρετικής έκδοσης κόσμημα αποτελεί το επίμετρο της Αγγέλας Γιώτη, που ερμηνεύει ιστορικά την επίθεση του Πόουπ στην ασημαντολογία της εποχής του, αίροντας κάποιες θεμελιώδεις παρεξηγήσεις σχετικά με την πρόθεση του συγγραφέα και τον ρόλο που διαδραματίζει στη διαμόρφωση νεώτερων λογοτεχνικών θεωριών, χωρίς να παραλείπει αναφορά στην ελληνική εκδοχή της αισθητικής αυτής κατηγορίας.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

[1] bathos: πέρασμα από το υψηλό στο στοιχειώδες.
[2] Στην πραγμάτευση περί βάθους όλες αυτές οι ορολογίες αντλούνται από τον χώρο της Αισθητικής και στοιχειοθετούν ένα σύνολο στυλιστικών χαρακτηριστικών ικανών να χαρακτηρίσουν μια αισθητική κατηγορία.
[3] Η ριζική αντιπαράθεση του σοβαρού με το επιφανειακό αφενός υποσκάπτει τον καθωσπρεπισμό του θέματος κι αφετέρου, με απρόβλεπτο τρόπο, παράγει χιούμορ. 
[4] Ο όρος προκύπτει από την προσωνυμία «Αύγουστος» που επεφύλασσε για τον εαυτό του ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α’ της Αγγλίας.
[5]The Memoirs of Martinus Scriblerus.
[6] Τα μέλη αλληλογραφούσαν μεταξύ τους και σχολίαζαν ο ένας τα γραπτά του άλλου: για παράδειγμα, στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του κλαμπ, ο Αμβρόσιος Φίλιπς ερχόταν σε αντιπαράθεση με τον Αλεξάντερ Πόουπ σχετικά με τη φύση και τον ρόλο του ποιμενικού ειδυλλίου, χρησιμοποιώντας το βήμα του «Guardian» και, αργότερα, δημοσιεύοντας δοκίμια αισθητικής. Στα κύρια μελήματά τους καταλεγόταν και μια προσπάθεια ανασύστασης της κλασικής ποίησης, στο πνεύμα του νεοκλασικισμού: ωδές, μπαλάντες, ελεγείες, σάτιρες, παρωδίες, τραγούδια και λυρικά ποιήματα επανεξετάζονταν, με αποτέλεσμα οι ωδές να ξεφύγουν από τον εγκωμιαστικό τους χαρακτήρα, οι μπαλάντες από τους αφηγηματικούς τους περιορισμούς, οι ελεγείες από την απλή μνημειακή τους διάσταση, οι παρωδίες και οι σάτιρες από τον ρηχό, ψυχαγωγικό τους ρόλο. Η έμφαση στην ατομικότητα του δημιουργού και η απόπειρα επανεφεύρεσης κάποιων ποιητικών ειδών συνδέθηκε από τη λογοτεχνική κριτική με τον Προτεσταντισμό: η καλβινιστική σύλληψη της ατομικής «αποκάλυψης» του Θείου σχετίζεται άμεσα με αυτές. Επίσης, η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση της αστικής τάξης και η θραύση των ισχυρών κοινωνικών ιστών που συνείχαν την ευρωπαϊκή κοινωνία του δέκατου έβδομου αιώνα.
[7] Οι αντίπαλοι του Πόουπ καταλέγονται υπό την προσωνυμία "the Dunces", ονομασία που σατιρίζεται στην «Ντουνσιάδα» του Πόουπ, του 1727. Η δεύτερη έκδοση της Dunciad του Πόουπ επίσης αποδόθηκε στον Σκρίμπλερους. Στο Rape of the Lock (1712 και 1714) ο Πόουπ παρώδησε την «Αινειάδα» του Βιργιλίου.
[8] «εἰ ἔστιν ὕψους τις ἢ βάθους τέχνη»

 

Περί βάθους
Μια πραγματεία του Μαρτίνους Σκρίμπλερους για την τέχνη της βύθισης στην ποίηση
Alexander Pope
Μτφρ. Θοδωρής Δρίτσας, Κώστας Σπαθαράκης
Αντίποδες 2015
Σελ. 160, τιμή εκδότη € 12,00

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ALEXANDER POPE