T.S. Elliot: Τέσσερα κουαρτέτα

Κωδικός Πόρου: 007-118664-bp
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Αναφέρεται στο κείμενο
Ημερομηνία Δημιουργίας: Τεταρτη, 06 Φεβρουαριου 2013 17:35
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ποίηση, 007-118664-bp




Περιγραφή:
Του Γιώργου Βέη

Έχουν προηγηθεί, ως γνωστόν, πολλές μεταφράσεις στη γλώσσα μας τωνΤεσσάρων Κουαρτέτων. Κάθε μια, οίκοθεν νοείται, στον καιρό της και με τα τότε γλωσσικά ισχύοντα διεκδικούσε τα αριστεία της συγκεκριμένης ρητής μεταποίησης.

Δεν μπορώ να ξέρω πόσα καλά χειρίζονταν όλοι εκείνοι οι φιλομαθείς τη γλώσσα του Ντίκενς. Αλλά αυτό άραγε έχει εν τέλει τόσο βαρύνουσα σημασία; Για παράδειγμα, να αναφέρω ξανά εδώ ότι ο Ezra Pound, ο μεγάλος Δάσκαλος του Τ.Σ. Έλιοτ, και ουχί μόνον, αρεσκόταν να μεταφράζει τα προσφιλή του αποσπάσματα από τον Κομφούκιο εκ του σινικού πρωτοτύπου, χωρίς καν να ομιλεί ή να γράφει τη γλώσσα των μανδαρίνων. Πρόκειται για δήθεν μετάφραση, ή μήπως για παρανόηση, κατά πάσα πιθανότητα παράφραση ή για απλούστατη, ανερυθρίαστη επινόηση κειμένου; Ποια όρια, για να γενικεύσω, δεν σέβεται ακριβώς ο περιβόητος «προδότης», ο οποίος ξέρει να υποδύεται και τον ρηξικέλευθο μεταφραστή; Πώς είναι δυνατόν άραγε η θεμελιώδης αρχή του προαναφερομένου Έζρα Πάουντ, δηλαδή κατά λέξη: «Fundamental accuracy of statement is the ONE sole morality of writing», να εφαρμοσθεί και να αξιοποιηθεί από την πλευρά του ιδανικού μεταφραστή, χωρίς να ακυρώσει ούτε μια απολύτως κεραία, ούτε ένα απολύτως ιώτα της δεδομένης ακρίβειας του δυστυχώς ή ευτυχώς αμετάβλητου πρωτοτύπου; Ερωτήματα σαν κι αυτά τίθενται καθημερινά στον ευρύτερο χώρο της μεταφραστικής δράσης. Και οι απαντήσεις ποικίλλουν και θα ποικίλλουν σε ένταση, δικαιολογημένη ή μη, σε αλκή και σε ακτινοβολία επιχειρημάτων.

Η μετάφραση κατά συνέπεια των Τεσσάρων κουαρτέτων είναι, από όποια θεωρητική σκοπιά και αν δει κανείς το ζήτημα, προφανώς αδύνατη. Πρόκειται, συν τοις άλλοις, για εγχειρίδιο ενός εμβριθέστατου ή για να το διατυπώσω διαφορετικά: ενός αναστοχαστικού ανθρωπισμού. Διαχρονικής, ισχυρίζονται διεθνώς οι πλέον έγκριτες θεωρήσεις, εμβέλειας. Αν μάλιστα, η ανταπόκριση στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα και ιδίως η αποτελεσματική αντιμετώπισή της θα χρειαστεί χρόνο - όπως ανέκαθεν συνέβαινε με όλους τους αληθινά ριζικούς, καταιγιστικούς μετασχηματισμούς της ανθρώπινης κατάστασης, όπως φρονεί ο Ζύγκμουντ Μπάουμαν, τότε τα Τέσσερα κουαρτέτα,λόγω της φύσης των, θα μπορούσαν να συμβάλουν κι αυτά με τον τρόπο τους στο ξεκλείδωμα και των μελλοντικών αινιγμάτων του συλλογικού ή και ατομικού Βίου. (Βλ. Ρευστή αγάπη, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις Βιβλιοπωλείου της Εστίας, σ. 205).

Παρά λοιπόν τις εγγενείς δυσκολίες τους, επιχειρείται μεθοδικά η μετάφρασή των Τεσσάρων κουαρτέτων, συνοδευόμενη μάλιστα από τις καλύτερες των προθέσεων. Γνωρίζουμε επίσης ότι, προκειμένου «να απαλλαγούμε οριστικά από τη διαζευκτική επιλογή μεταφράσιμο / μη μεταφράσιμο», ο Πολ Ρικέρ προτείνει κατά τρόπο εύληπτο κι άλλο τόσο εμπεριστατωμένο τη μεταφραστική στρατηγική της «ισοδυναμίας δίχως ταυτότητα». Η οποία, επεξηγεί, «έλκει την καταγωγή της από αυτήν καθαυτή την πρακτική της μετάφρασης». Σπεύδει δε να επισημάνει στη συνέχεια ότι «τη διαζευκτική αυτή επιλογή τη συνιστούν οι έννοιες «πιστότητα» και «προδοσία». Αυτό θα πρέπει να γίνει ακόμη και αν έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχτούμε ότι η μετάφραση συνιστά ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα, το οποίο δεν παύει ποτέ να αναζητά τη θεωρητική του θεμελίωση. Στο τέλος, θα δούμε ότι οι δυσκολίες της ενδογλωσσικής μετάφρασης επιβεβαιώνουν αυτή την αμήχανη παραδοχή». (Βλ. εν προκειμένω: Πολ Ρικέρ, Για τη μετάφραση, σε μετάφραση Γιώργου Αυγουστή και επίμετρο Αλεξάνδρας Λιανέρη, εκδόσεις Πατάκη, σ. 42). Τα ζητήματα αυτά φαίνεται, ως εκ των πραγμάτων, ότι δεν αγνοεί η παρούσα έκδοση. Εξ ου και το ενδιαφέρον, το οποίο εξ αρχής γεννά. Ο υποψιασμένος μεσάζων έχει άλλωστε ζήσει και σπουδάσει στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Συνιστούν ένα κώδικα σημάτων, ο οποίος απαιτεί διεξοδικά σχόλια, τα οποία, για πλείστους λόγους, συναγωνίζονται συχνά πυκνά τον όγκο του ίδιου του έργου. Χωρίς αυτά, το εν λόγω κείμενο θα διαβαζόταν μάλλον ως ένας μουσικός γρίφος [...] παρά ως ακόμη μια άρτια συγκερασμένη μαρτυρία από τον εφιαλτικό 20o μ.Χ. αιώνα.

Τα Τέσσερα Κουαρτέτα συνιστούν, ως γνωστόν, ένα μεγάλο κώδικα σημάτων, ο οποίος απαιτεί διεξοδικά σχόλια, τα οποία, για πλείστους λόγους, συναγωνίζονται συχνά πυκνά τον όγκο του ίδιου του έργου. Χωρίς αυτά, το εν λόγω κείμενο θα διαβαζόταν μάλλον ως ένας μουσικός γρίφος άνευ περαιτέρω αξίας, παρά ως ακόμη μια άρτια συγκερασμένη μαρτυρία από τον εφιαλτικό 20o μ.Χ. αιώνα. Γι΄ αυτό ακριβώς και αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στην επιλογή των καταλλήλων εκείνων επεξηγήσεων, οι οποίες θεωρούνται εξ ορισμού ικανές και αναγκαίες για μια πρώτη, ικανοποιητική προσέγγιση του σφιχτοδεμένου, ευλόγως διάσημου αυτού γνωσιολογικού κόμπου. Συγκρατώ επίσης ότι η εισαγωγή περιέχει αυτούσιο το δοκίμιο του έγκριτου μελετητή του Έλιοτ A. David Moody, με τίτλο «Τέσσερα Κουαρτέτα: μουσική, λέξη, νόημα και αξία», το οποίο καλύπτει μάλιστα τις τριάντα από τις τριάντα τρεις σελίδες της. Μαζί με αυτό το κριτικό κλειδί, οι σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου υποστηρίζουν κατά πολύ την όλη αναγνωστική εμπειρία, καθιστώντας την δίγλωσση αυτή έκδοση ιδιαίτερα χρηστική. Συμπεριλαμβάνεται μάλιστα ένας ακουστικός δίσκος, όπου ο Τ. Σ. Έλιοτ απαγγέλλει το έργο.

Ο Χάρης Βλαβιανός έχει ήδη εξασκηθεί, ως γνωστόν, επί έτη στη μεταφραστική χειροτεχνία, ξεκινώντας από το 1986. Οι Ουίτμαν, Πάουντ, Στήβενς, Άσμπερι, Γκολντόνι, Μπλέηκ, Χέρμπερτ, Πεσσόα, Κάμμινγκς και Λόνγκλεϊ, έχουν συγκεντρώσει την προσοχή του. Οι επιλογές αυτές, τυχαίες ή μη, φρονώ ότι τον έχουν κάνει να διαβάσει το πρωτότυπο όχι σαν φυλακή των σημαινομένων, αλλά σαν πεδίο λεκτικών ακροβασιών στη μητρική-πατρική του γλώσσα. Λαμβανομένων υπόψιν πάντων των ανωτέρω, δικαιολογείται η αναγνωστική μας περιέργεια: θα μπορούσε να υπάρξει μια ανανεωτική πρόταση στη μεταφραστική σκηνή, όπου ο Τ.Σ. Έλιοτ να αποδοθεί στη γλώσσα μας, αλφαδιασμένος με τα απαιτητικότερα των κριτηρίων; Διαπιστώνω κατ΄ αρχήν ότι ο έμπειρος αυτός μεταφραστής ακολουθεί τους μετεωρισμούς του πρωτοτύπου με χαρακτηριστική άνεση και γυμνασμένη ψυχραιμία. Δεν αγκυλώνεται σε μονοσήμαντες, αυτιστικές αποδόσεις. Διαθέτει την ευλυγισία, αλλά και την πρόνοια να αποδώσει φέρ΄ ειπείν με την ίδια λέξη και τους δύο όρους «sense» και «awareness», εννοώ εδώ τη σχεδόν μισοξεχασμένη στην τρέχουσα χρήση των νέων ελληνικών, την πολύσημη λέξη «επίγνωση». (Βλ. αντιστοίχως τις σελ. 53 και 120 αντιστοίχως). Βεβαίως το μεταφραστικό παιχνίδι διαθέτει τόσες παγίδες όσες και ευκαιρίες για ευτυχείς ανταποκρίσεις. Έτσι για παράδειγμα οι συνηχήσεις του τύπου «unprayable prayer» αποδίδονται με τη δέουσα ευστροφία ως «αδέητη δέηση», ενώ τα ομοιοκατάληκτα «unnunciation -renunciation - annunciation - destination - examination - Annunciation» καταλήγουν στα ακουστικά παράταιρα «άγγελμα-απαρνηθούμε- αγγέλματος- προορισμό- έλεγχο -Ευαγγελισμό». (Bλ. σ. 90).

Η μεταφορά του κατά τα φαινόμενα περίκλειστου, πάντως μοναδικής αυταξίας πρωτοτύπου, σε άλλη γλωσσική πραγματικότητα μπορεί να συνιστά λοιπόν από μια πλευρά απερισκεψία, αλλά από μια άλλη σκοπιά μπορεί να αποτελεί έμπρακτη επιβεβαίωση στο πεδίο της απαιτητικής μεταφραστικής πράξης των όποιων ικανοτήτων του εκασταχού εκάστοτε «προδότη». Το αποτέλεσμα βεβαίως μετράει. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση δικαιώνει την επιχείρηση μεταφύτευσης του σημαίνοντος αυτού συνθέματος στον ελληνικό διάκοσμο. 

Τέσσερα κουαρτέτα
Τ.Σ. Έλιοτ
Μετάφραση-σχόλια: Χάρης Βλαβιανός
Εκδόσεις Πατάκη,
Τιμή εκδότη: € 14,00, σελ. 171