Όσα ζοφερά ο χρόνος εφθόνησε

Κωδικός Πόρου: 007-118718-bp
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Αναφέρεται στο κείμενο
Ημερομηνία Δημιουργίας: Παρασκευη, 15 Ιανουαριου 2016 00:00
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ποίηση, 007-118718-bp




Περιγραφή:

Για τα βιβλία του Edgar-Alan Poe Ποιήματα: τα ανάλεκτα και Ποιήματα: τα νεανικά (μτφρ. Γιώργου Βαρθαλίτη, εκδ. Gutenberg).

Του Νίκου Ξένιου

Τα δύο πρόσφατα βιβλία του οίκου Gutenberg του Έντγκαρ Άλαν Πόε, Ποιήματα: τα ανάλεκτα και Ποιήματα: Τα νεανικά, σε μετάφραση Γιώργου Βαρθαλίτη και σε επιμέλεια Δημήτρη Αρμάου, είναι μια αξιόλογη προσπάθεια για τα ελληνικά εκδοτικά πράγματα. Οι αρχικές γκραβούρες του Χηθ Ρόμπινσον τηρήθηκαν στην εικονογράφηση. Οι δυο ομάδες των ποιημάτων του Πόε με τους αντίστοιχους τίτλους Miscellaneous και Poems written in youth δημοσιεύθηκαν κατά λέξιν με την εισαγωγή του ποιητή στα 1845. Συγκρίνω την έκδοση με το κλασικό: Τhe Complete Tales and Poems of Edgar Allan Poe (Penguin Publ., 1984), στο τελευταίο μέρος του οποίου περιλαμβάνονται δύο δοκίμια «Τhe poetic principle» και «Τhe rationale of verse» (1848): εδώ εντάσσεται το ποίημά του «Evangeline» και ο Πόε δίνει, εν είδει μανιφέστου, τον ορισμό της ποίησης ως «μουσικής σε συνδυασμό με μια ευχάριστη ιδέα». Η διαδικασία της «στιχοποίησης» της ποιητικής Ιδέας είναι εκπεφρασμένη σε δοκιμιακό ύφος, αφήνοντας πίσω την ιδεώδη εναλλαγή σπονδείων και δακτύλων και εισάγοντες τους πόδες ίσης μετρικής αξίας, με στόχο την επίτευξη της μουσικότητας.

«Εγώ δεν ήμουνα παιδί σαν τους πολλούς...»

Ο Πόε έχει επίγνωση των ορίων της ποίησής του, όμως η σπίθα του μεγαλείου τον διαπερνά ως ειρωνική διάθεση έναντι των επικριτών της. Είναι χαρακτηριστικό το ότι συνδέει την έκδοση των νεανικών του ποιημάτων (τα οποία έγραψε πριν κλείσει τα δεκαοκτώ) με την πρόθεσή του ν' αποφύγει την αιτίαση για «αντιγραφή» και με την ημερομηνία δημοσίευσης των πρώτων ποιημάτων του Τέννυσον. Στην εισαγωγική επιστολή του παραπέμπει στον Αριστοτέλη για να υποστηρίξει την άποψή του για τον φιλοσοφικό χαρακτήρα της ποίησης, πράγμα που ταιριάζει στην ψυχολογία ενός εφήβου, καθώς και την περιφρόνησή του για τη «μεταφυσική» ποίηση.

Η συλλογή ξεκινά με το «Σονέτο στην επιστήμη» (1829), που με φαουστικό τρόπο αποχαιρετά την παλιά εποχή. Tα ρομαντικά ποιήματα «Ταμερλάνος» και «Αλ Ααράαφ» εμπεριέχουν το σπέρμα του επερχόμενου Συμβολισμού, χωρίς βεβαίως να κατατάσσουν τον ποιητή σε κάποιο ρεύμα ή κάποια σχολή. Στο ιδεαλιστικό «Αλ Ααραάφ» ο Πόε επιτελεί μια ποιητική στροφή που σταδιακά τον φέρνει πλησιέστερα στον επερχόμενο Συμβολισμό: εμπνευσμένος από την αραβική παράδοση, τον Όμηρο και τους εκπεπτωκότες αγγέλους του «Paradise Lost» του Μίλτον φιλοτεχνεί ένα είδος Purgatorium, αφόρμηση για να υλοποιήσει την αισθητική του θεωρία περί του Ωραίου, περιφέροντας το ερωτευμένο ζευγάρι του στους αιθέρες ενός «μετακόσμου» βαθιάς πνευματικότητας, σε ένα ιδεώδη τόπο με νυκτανθή που φέρει το όνομα «Αλ Ααράαφ»: ο Πόε αρχικά περιλαμβάνει το ποίημα αυτό στη συλλογή του Al Aaraaf, Tamerlane, and Minor Poems (1829). Στην αρχική εκδοχή του ποιήματος «Fairy Land» (Μαγική Χώρα, 1829) ο Πόε σατιρίζει τους ποιητές αναπλάθοντας το De rerum natura του Λουκρήτιου.

«Εγώ δεν ήμουνα παιδί σαν τους πολλούς, δεν είχα δει ό,τι οι άλλοι βλέπαν, μήτε αντλούσα τα πάθη από κοινή πηγή. Η θλίψη μου άλλην είχε αιτία κι άλλη η χαρά μου μελωδία. Μόνος μου ό,τι ήταν αγαπούσα».

Ο «Ταμερλάνος» έχει μοτίβο orientaliste και εμφανείς επιρροές από τον Λόρδο Βύρωνα: η ιστορική αυτή μορφή του τέλους του 14ου αιώνα εξομολογείται σ' ένα καθολικό ιερέα τη διαβολική του εμμονή με τη βία και την κατάκτηση, σε ένα «νενίκηκάς με, Ναζωραίε» άλλου τύπου. Εκπρόσωπος μιας αγριότητας που έφυγε ανεπιστρεπτί, ο Ταμερλάνος βιώνει πρώτος τα στερεότυπα της όψιμης ποίησης του Πόε: τον «φθόνο των αγγέλων» (που επανέρχεται ως μοτίβο στο «Άναμπελ Λη», το ποίημα αυτό το αφιερωμένο στην αγαπημένη του γυναίκα), καθώς και τη ματαίωση που επιφέρει ο χρόνος στον έρωτα και στη φιλοδοξία.

Όσο για το «Μονάχος» (1829), ο Πόου το υπέγραψε με το κανονικό του όνομα, μετά τον θάνατο της μητέρας του και είναι αυτοβιογραφικό, στον βαθμό που καταγράφει το μαρτύριο της ψυχικής του απομόνωσης: «Εγώ δεν ήμουνα παιδί σαν τους πολλούς, δεν είχα δει ό,τι οι άλλοι βλέπαν, μήτε αντλούσα τα πάθη από κοινή πηγή. Η θλίψη μου άλλην είχε αιτία κι άλλη η χαρά μου μελωδία. Μόνος μου ό,τι ήταν αγαπούσα».

Το φιλόδοξο «Fairy-Land» του 1831 περιέργως επιλέγεται για τον σχεδιασμό της συλλογής «Τα ανάλεκτα» ως ψηφίδα που απαρτιώνει μια συγκεκριμένη εντύπωση: πως η Ισαβέλλα του Πόε εξακολουθεί να παρακολουθεί τις αυξομειώσεις της σεληνιακής λάμψης υπό μια οπτική γωνία επίμονα ρομαντική.

Ο φθόνος των αγγέλων

Το μικρό, σύντομο ποίημα είναι το πρότυπο για τον Πόε. Ο Γιώργος Βαρθαλίτης τονίζει το ζήτημα του εσωτερικού λυρισμού, ως κεντρικό αισθητικό ζήτημα της ποίησης που μεταφράζει. Αυτή, όπως υποστηρίζει ο μεταφραστής, αναπτύσσεται στο έδαφος της ποιητικής «μεθύπαρξης»: ο όρος είναι δύσληπτος, όμως τον αντιλαμβάνομαι ως ένα ενδιάμεσο στάδιο ψυχικής «αιώρησης» ανάμεσα στη ναρκισσιστική καθήλωση και στην πεισιθάνατη διαπίστωση του εφήμερου της ύπαρξης. Καταλαβαίνουμε πως η ψυχή του ποιητή, αποστρεφόμενη τα εγκόσμια, ψηλαφεί τις διαφορετικές αποτυπώσεις της στα πράγματα απευθυνόμενη στα ίδια τα πράγματα: κατ' ουσίαν πρόκειται για μιαν απαρέσκεια προς τη θνητότητα σύμφυτη όχι με τη «χαρά της ζωής», αλλά με τη νοσταλγία της αθανασίας. Αντιφατικές ψυχικές καταστάσεις συνθέτουν το πορτραίτο του Πόε, που στα ποιήματά του παρακρούει ανάμεσα στον αισθητισμό των προκατόχων του και στην καλπάζουσα φθορά των αισθητικών αξιών που βιώνει, με αποτέλεσμα μια προσωπογραφία «κλινικής περίπτωσης» ποιητή.

Η λογοτεχνική καριέρα του Πόε ξεκίνησε έτσι και αλλιώς από ποίηση, την οποία υπέγραφε με ψευδώνυμο. Το 1844 δημοσίευσε το «Κοράκι», λίγο πριν τον θάνατο της συζύγου του από φυματίωση. Στη γοτθική ατμόσφαιρα του ποίηματος («Once upon a midnight dreary...»), ένας νοσηρός διανοητικός πυρετός παράγει την αίσθηση της ξένης, ανοίκειας παρουσίας μέσα στο δωμάτιο του ποιητή. Ο ρυθμός του ποιήματος είναι τόσο οικείος στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό που εύκολα δημιουργεί στερεοτυπίες για τον ποιητή. Το ποίημα ενέπνευσε πολλά έργα τέχνης και, ως υλοποίηση της συνθετικής αντίληψης του Πόε, υπερεκτιμήθηκε ως προανάκρουσμα του ευρωπαϊκού Συμβολισμού: ωστόσο, η φιγούρα του κορακιού ανακαλεί μνήμες, προφητεύει, ανακλά το εσωτερικό βίωμα μέσω μιας συμβολιστικής εικονοπλασίας, κυρίως όμως εδραιώνει τη θανατολαγνία στις σελίδες της ποίησης, διατηρώντας τον Πόε άρρηκτα δεμένο με τον Ρομαντισμό. Ο θριαμβευτής σκώληξ του Πόου («The Conqueror Worm», 1842) είναι το πιο χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της θανατολαγνίας, όπως και το «Deep in Earth» (1847). Το «Κολοσσαίο» (1833) δεν είναι παρά σύμβολο των μεγάλων μεγεθών που άφησε πίσω της η ερείπωση των κλασικών πολιτισμών. Στην μπαλάντα «Ουλαλούμ» (1847) εγκαινιάζεται η γκόθικ αισθητική που, μαζί με τα διηγήματά του, θα καθιερώσει τον Πόε στη σφαίρα της λογοτεχνίας του Φανταστικού.

Οι γυναικείες μορφές γίνονται, στην ώριμη αυτήν περίοδο, εμμονές που πρωταγωνιστούν στις ονειρικές κατασκευές των ποιητών, συνιστώντας απεικάσματα υπαρκτών και φαντάσματα ιδεατών ερώτων.

Οι γυναικείες μορφές γίνονται, στην ώριμη αυτήν περίοδο, εμμονές που πρωταγωνιστούν στις ονειρικές κατασκευές των ποιητών, συνιστώντας απεικάσματα υπαρκτών και φαντάσματα ιδεατών ερώτων (στο Επιθαλάμιο- Bridal Ballad, 1837, ακούγεται η φωνή μιας γυναίκας), είτε φέρουν το όνομα Λενόρ, Μαρί Λουίζ, Μάργκαρετ ή Οκταβία στον Πόε, είτε φέρουν το όνομα Κρίσταμπελ στον Κόλεριτζ. Τα σφικτά δεσμά της ρομαντικής αντίληψης θραύονται στο «Όνειρο μες στ' όνειρο» (1827), όπου η αφηγηματική φωνή του εραστή τοποθετεί την ύπαρξή του στη σφαίρα του ονείρου, προκαλώντας διπλή ανάκλαση: το παραθαλάσσιο τοπίο του ποιήματος παράγει την εντύπωση της ψευδαίσθησης της ύπαρξης, ενώ στον «Δήμο ονείρων» επανέρχεται το μοτίβο του Ελντοράντο του ποιητή, ενός locui idealis όπου η ποιητική φιλοδοξία μετεπενδύεται σε αποθησαύρισμα λεκτικών διαμαντιών. Τέλος, στις οκτώ ανισομήκεις στροφές του «Iσραφήλ» φαίνεται η ασφαλής του πεποίθηση στη δύναμη του συναισθήματος, εφόσον η ποίηση παρίσταται με μουσική που παίζεται από το «λαγούτο της καρδιάς». Είναι αξιομνημόνευτο το ότι ο Πόε θεωρεί την «Κοιμωμένη» του («The sleeper», 1841) καλύτερο ποίημα από το κλασικό πια «Κοράκι»: πιθανολογώ πως η εραλδική μορφή της Irène κάτω από τη λάμψη του μυστικιστικού φεγγαριού, οι αναθυμιάσεις του οπίου, η «οικουμενική κοιλάδα» (παρεμφερής με τη σατανική του «Valley of Unrest», του 1831), καθώς και ο βαθύς ύπνος της γυναικείας μορφής που ο ποιητής προσφωνεί «έρωτά του», συνειδητά υλοποιούν σε γρανίτινο οικοδόμημα το ποιητικό όραμα της νιότης του, την κατάκτηση της Αθανασίας, την πύλη της οποίας μάταια έκρουε εκσφενδονίζοντας τα «νωθρά χαλίκια» της ανώριμης νεανικής του ποίησης.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

Ποιήματα
Τα ανάλεκτα
Edgar-Alan Poe
Μτφρ. Γιώργος Βαρθαλίτης
Gutenberg 2015
Σελ. 144, τιμή εκδότη €9,00

 

 

Ποιήματα
Τα νεανικά
Edgar-Alan Poe
Μτφρ. Γιώργος Βαρθαλίτης
Gutenberg 2015
Σελ. 160, τιμή εκδότη €9,00

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ EDGAR-ALAN POE