Η φύση της ποίησης και η υποδοχή της από τον σύγχρονο κόσμο

Κωδικός Πόρου: 007-118675-bp
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Αναφέρεται στο κείμενο
Ημερομηνία Δημιουργίας: Σαββατο, 30 Ιουνιου 2012 20:17
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ποίηση, 007-118675-bp




Περιγραφή: s:71418:"

Στίχοι αντιμέτωποι με τη νόσο· Ποίηση και Ιατρική· Το ανέκδοτο κείμενο του Γιάννη Βαρβέρη «Η φύση της ποίησης και η υποδοχή της από τον σύγχρονο κόσμο*» σε πρώτη δημοσίευση 

Επιμέλεια Παυλίνα Μάρβιν 

Η φύση της ποίησης και η υποδοχή της από τον σύγχρονο κόσμο

 

του Γιάννη Βαρβέρη 

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί, μεταξύ υμών, φίλοι,

Θέλω να εκφράσω πρωτίστως τις ευχαριστίες μου προς την Ιατρική Εταιρεία Αθηνών για την πρωτοβουλία της να μου εμπιστευθεί την ακροτελεύτια των εργασιών τού, γονιμότατου εξ όσων αντελήφθην, φετινού Συνεδρίου.

Μιλώντας για ποίηση μπροστά σε ιατρούς, μοιάζει κανείς, υπό μία έννοια, να ταυτολογεί. Προσωπικά, θεωρώ ύψιστη ποιητική πράξη να απομακρύνεις τον άνθρωπο από τον θάνατο και από τον πόνο. Για χάρη σας λοιπόν, εντός εισαγωγικών, είναι που τρέφω μια μικρή, στο περιθώριο του θαυμασμού μου, συνοφρύωση απέναντι στο πνεύμα του Μολιέρου που, ως γνωστόν, δεν έτρεφε προς την μεγάλη σας οικογένεια τα βέλτιστα των συναισθημάτων. Αλλά έτσι συμβαίνει με όλους, θαρρώ, τους υγιείς. Συντηρούν αυτή την επηρμένη πολυτέλεια, επειδή δεν τους έχει τύχει να κλυδωνισθεί μέσω υγείας η ψευδαίσθηση αθανασίας που μας ακολουθεί όλους.

Ας είναι όμως. Για την ποίηση, στενά δεμένη με την ιατρική, θα επανέλθω με αληθινά ποιήματα προς το τέλος της ομιλίας μου. Για την ώρα, ας ξεκινήσουμε προσπαθώντας να ορίσουμε την πανάρχαιη αυτή τέχνη.

Κάτι τέτοιο βέβαια συνιστά μια πρωτοβουλία που διαθέτει όλη τη γοητεία του μάταιου. Ούτως ή άλλως, το να ορίζεις ισοδυναμεί με το να περιορίζεις καθώς είχε ορίσει και ο ίδιος ο Oscar Wilde. Έτσι, ας μου επιτραπεί αντί άλλης προσωπικής εξομολόγησης περί την ποίηση, που ελάχιστη θα είχε σημασία, να επιλέξω «ιδανικές φωνές κι αγαπημένες», απείρως εγκυρότερες από τη δική μου, που πολιόρκησαν, θαρρώ με άκρα ευστοχία, τον ορισμό της ποιητικής τέχνης. Η κάθε φωνή απ' αυτές διεκδικεί το δικό της ύφος αλλά ανήκουν όλες, συνάμα λαμπρύνοντάς την, στην ελληνικότητα: κατά Καβάφη, «ιδιότητα δεν έχει η ανθρωπότης τιμιοτέραν».

Τι είναι λοιπόν η ποίηση ;

Ας προτάξουμε τον μέγιστο Αλεξανδρινό, που επιγραμματικά προτείνει ότι τα ποιήματα είναι:

«Νάρκης του άλγους δοκιμές, εν φαντασία και λόγω».

Πάνω σ' αυτό το άλγος, αλλά πεισιθάνατο, ας αφουγκρασθούμε τώρα τον αυτόχειρα της Πρέβεζας Κώστα Καρυωτάκη:

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε (...) Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίηση;
Είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Η τρίτη εκδοχή καταφθάνει από την ωκεάνια έμπνευση του μείζονος υπερρεαλιστού Ανδρέα Εμπειρίκου. Ακούστε τον:

Η ποίηση είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

 

Τέταρτος, ζοφερός και απαρηγόρητος, ας καταθέσει ο γεραρός ογδοντάχρονος Μίλτος Σαχτούρης: 

 

Δεν έχω γράψει ποιήματα. Δεν έχω γράψει ποιήματα. Μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ανάμεσα στο πολιτικό και στο υπαρξιακό του πρόσωπο, μοιάζει να συμφωνεί με τον Καρυωτάκη: «Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπο μας».

Άφησα για το τέλος έναν επίσης ακριβό ποιητή, είναι ο μόνος τον οποίο βαθιά αγάπησε ο Γιώργος Σεφέρης από τους νέους της δεκαετίας του '50. Ακούστε λοιπόν τον σημερινό θαλερό πρεσβύτη Γιώργη Παυλόπουλο:

 

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή (...) Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν Από τότε που υπάρχει ο κόσμος Είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια Για ν' ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης. 
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

 

Πώς να μη στοιχηθεί κανείς, ταπεινός και σχεδόν ένδακρυς, κάπου ανάμεσα σ' αυτούς τους ποιητικούς ορισμούς για την ποίηση;

Κι αν τολμούσες κάτι να προσθέσεις, θα ‘λεγες ότι αν υπάρχουν χίλιοι γνωστοί τρόποι για να ειπωθεί το οτιδήποτε, η Ποίηση είναι ο τρόπος 1001 για να ειπωθεί αυτό το ίδιο κάτι, χωρίς να υπάρχει, επιτέλους, κανένας, μα κανένας σκοπός. Ύψιστος σκοπός στην ποίηση είναι η έλλειψη ορατού πρακτικού σκοπού.

Και πώς τον πετυχαίνεις αυτόν το σκοπό; Απευθυνόμενος με θυμηδία πρωτίστως στους οφθαλμιάτρους, απαντώ: Ο μύωψ που βγάζει τα γυαλιά του βλέπει καλύτερα: Και τούτο επειδή τα μισά τα διακρίνει, ενώ τα άλλα μισά τα φαντάζεται. Αυτή ήταν ανέκαθεν η δουλειά του ποιητή - ή, για να κυριολεκτήσω, ο κλήρος του: Σήμερα που η αποκαθηλωμένη σελήνη συνιστά γραφική αναπόληση και που επιστήμη και τεχνολογία ηγεμονεύουν μέσα στις θετικιστικές τους βεβαιότητες, αλλά και στις αδήριτες ευεργετικές τους δεοντολογίες, τα περιθώρια των χιμαιροκυνηγών, ποιητών και αναγνωστών της ποίησης, έχουν στενέψει ασφυκτικά. Η αξίωση του ποιητικού κάλλους, που δεν είναι, τελικά, παρά μια παρηγοριά για το μεταφυσικό ερώτημα, έχει πάρει αποστομωτική απάντηση. Γύρω, όλα μάς προσφέρουν τις υλικές και τις γήινες απαντήσεις σε πλαστικοποιημένη μορφή προϊόντων και υπηρεσιών κι εμείς το αποδεχόμαστε κάνοντας τα στραβά μάτια απέναντι στην υπαρξιακή παρηγοριά που συνιστά η ποίηση και ίσως και η τέχνη γενικότερα.

Ο μεταπολεμικός άνθρωπος, με τα αιμόφυρτα βιώματα ή ακούσματα δύο παράλογων πολέμων, ήδη από έφηβος απόλυτη προθυμία για άμεση πνευματική αποστρατεία πριν καν στρατευθεί. Από το 1950 οι δυτικές ιδίως κοινωνίες οικοδομούν έναν κόσμο δίχως παρελθόν και δίχως επέκεινα, δίχως μνήμη, δίχως φροντίδα υπέρβασης. Ως προς την υπέρβαση, την οποία υπηρετεί η ποίηση, απ' αυτήν ο σύγχρονος άνθρωπος απαλλάσσεται πανεύκολα με το βολικό επιχείρημα πως το πεπερασμένο του βίου αποτελεί κοινή μοίρα για όλους μας, άρα δεν χρήζει μάταιης ρομαντικής παρηγόρησης.

Τέτοιαν, υποψιάζομαι, στους καιρούς μας τη γη την κακή, που υποδέχεται τους καρπούς της ποίησης. Σ' όποιο, μάλιστα, κοινωνικό στρώμα κι αν σταματήσει η ερευνητική μας σκαπάνη, παρεμφερή απροθυμία θα συναντήσει. Ωστόσο -και μιλώ τουλάχιστον για την Ελλάδα- μια εντελώς αντιφατική εικόνα επιμένει να αναπαράγεται μέχρι και σήμερα: η εικόνα της ποιητικής ανθοφορίας μέσα σ' ένα κλίμα ουσιαστικού πνευματικού μαρασμού. Κοινή ομολογία των επαϊόντων, με πρώτον τον πρόσφατα χαμένο φιλόσοφο Παναγιώτη Κονδύλη, αποτελεί πως ίσως ένα από τα λίγα αξιόλογα εξαγώγιμα προϊόντα μας είναι η ποίηση. Και, βέβαια, δεν είναι δύσκολο να υποπτευθεί κανείς πως, πέρα απ' τις αδιαμφισβήτητες προσωπικές κατακτήσεις των δύο Ελλήνων ποιητών που τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ, του Σεφέρη και του Ελύτη, το γεγονός ότι αυτές οι διακρίσεις μάς προσφέρθηκαν σε απόσταση δεκαέξι μόνο χρόνων η μία από την άλλη είναι αδιάσειστο τεκμήριο της ποιητικής ευφορίας σε τούτο τον τόπο. Πράγματι,μιά και πολλών ανθρώπων παιδιά είναι τα λόγια μας κατά το σεφερικό στίχο, γύρω, παράλληλα και μετά τον Σεφέρη και τον Ελύτη ανέπνευσε και αναπνέει δραστικά μια στρατιά ποιητών είτε παράδοσης είτε ανανέωσης. Ποίηση στην Ελλάδα υπάρχει, και διεκδικεί εύσημα αισθητικής πρωτοπορίας, κατά τη γνώμη δε πολλών, η ξένη ποιητική παραγωγή θέτει ωχρή υποψηφιότητα σύγκρισης με τη δική μας. Είναι, στ' αλήθεια, σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε -τουλάχιστον απ' ό,τι μας είναι προσιτό ως μεταφρασμένο αλλά και ως αμετάφραστο υλικό- πόσο πιο ειδοποιημένος ουσιαστικά και μορφολογικά είναι ο δικός μας μέσος ποιητικός όρος από αντίστοιχους ευρωπαϊκούς ή και υπερατλαντικούς. Βέβαια, το συμπέρασμα αυτό, έτσι αναπόδεικτο, μοιάζει εκτός από σοβινιστικό και κάπως αυθαίρετο. Αλλά, επιτέλους, αν και τίποτε στην τέχνη δεν αποδεικνύεται, ακόμη κι αν επιστρατεύσουμε τα πιο αυστηρά μας κριτήρια και την πιο άκαμπτη κριτική μας στάση, και πάλι θα διαπιστώσουμε, μέσα από τα ίδια τα κείμενα, πως γενικά οι καλοί μας ελάσσονες ποιητές σχεδόν αντιστοιχούν στους μείζονες των ξένων. Και οι ελάσσονές μας είναι πολλοί και πραγματικά καλοί. Άλλωστε, κάπως μεταφυσικά, το θερμοκήπιο αυτών των ελασσόνων δεν υπήρξε η αφανής προϋπόθεση που εξέθρεψε τους μείζονες;

Μ' ένα τέτοιο, λοιπόν, ποιητικό πανόραμα και με τη μαγική λέξη «θερμοκήπιο», που δεν φύτρωσε, καθώς φαίνεται, τυχαία ανάμεσα στις γραμμές μου, φθάνω σ' ένα απ' τα πολλά ερωτήματα που γεννιούνται γύρω απ' το υπό συζήτηση θέμα: στο πώς υποδέχεται τον ποιητή της (προσοχή, όχι και τον πεζογράφο της) η σημερινή ελληνική αλλά και διεθνής κοινωνία. Όλα, λοιπόν, δείχνουν πως τον εξαναγκάζει στο θερμοκήπιο της αιδήμονος σιγής. Κι όταν λέω «σιγή», πέρα απ' τη γενικευμένη αδιαφορία προς την τέχνη του, εννοώ πως τον οδηγεί συχνότατα μέχρι και στην απόκρυψη της ίδιας της ποιητικής του ιδιότητας. Μπορείς να είσαι ή να δηλώνεις πεζογράφος, κριτικός, νεφελωδώς διανοούμενος και έτσι να διεκδικείς την ανοχή ή και την επωνυμία. Αν τολμήσεις να δηλώσεις ποιητής, αυτοχαρακτηρίζεσαι εκτός εποχής, προπετής έως υπερφίαλος, ή το συνηθέστερο, αυτό που ο λαός κοινά ονομάζει «ψώνιο».

Δεν ξέρω, μα έχω την αίσθηση ότι αυτό το «ποιητής» εισπράττεται με τις ρομαντικές προϋποθέσεις και παραμέτρους άλλων, ειδυλλιακών εποχών κι έτσι αυτόματα μεταφράζεται ως υπόθεση εξωπραγματική και αιθεροβάμων μέσα στο αμείλικτο σήμερα. 

Θα ήταν, στ' αλήθεια, ενδιαφέρον να αναζητήσει κανείς πρόχειρα τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες με κάποιο στοιχειώδη, αν όχι υποκριτικό σεβασμό εκχωρείται ακόμη στην Ελλάδα, ο τίτλος του ποιητή, χωρίς τη συνοδεία ειρωνικού μειδιάματος. Ας μη φοβηθούμε να το παραδεχθούμε: ποιητές σήμερα, όχι βέβαια στην κοινή, αλλά σε μια περιορισμένη έστω πρόσληψη, είναι μονάχα όσοι, ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του έργου τους, είναι εξαργυρώσιμοι ως πολιτιστικά προϊόντα μέσα στο χρηματιστήριο της κατανάλωσης, όσοι, ελέω μιας συνήθως εξωκαλλιτεχνικής τους ιδιότητας ή συγκυρίας, ενδιαφέρουν άμεσα ή έμμεσα τους μεταπρατικούς μηχανισμούς των παντοίων μέσων ενημέρωσης. Σήμερα, στον χρισμένο ή υπό καθιέρωση ποιητή θηρεύεται και αξιολογείται σχεδόν οτιδήποτε άλλο εκτός από τον ίδιο τον ποιητικό του λόγο, το έργο του. Συμβαίνει, μάλιστα, συχνά ο ποιητής που γίνεται αποδεκτός για τις άσχετες προς την ουσία της ποίησής του ιδιότητες να έχει ξεκινήσει με γνησιότητα, και να συνεχίζει μια εσωτερική διαδρομή εξίσου γνήσια με την αρχική. Και για να γίνω περισσότερο συγκεκριμένος: παρόμοια φαινόμενα δεν παρατηρούνται σε αρκετούς από τους ποιητές της αριστερής μεταπολεμικής «γενιάς της ήττας» όπως ονομάστηκε; Άνθρωποι που πόνεσαν για να γράψουν χρησιμοποιούνται όχι σπάνια από το σταρ σύστεμ για να καταθέσουν τον μύθο κι όχι τον ποιητικό λόγο του μύθου τους, ενώ υποτίθεται ότι για τον ποιητικό τους λόγο ανασύρονται και τιμώνται. Και καλώς μέχρι εδώ.

Όμως τι συμβαίνει με τις συγκυριακές, αυθαίρετες ενθρονίσεις από τις ποικίλες εξουσίες δημοσιότητας του κομματικού-ποιητή, του φεστιβαλικού-ποιητή, του επαγγελματία προκλητικού-ποιητή, του καταφανώς παρ' αξία μελοποιημένου-ποιητή, του δημοσιογραφογνώστη ή δημοσιογραφοθήρα-ποιητή, του εξ αιφνίδιας... αποκαλύψεως χαρισματικού μετέφηβου-ποιητή; Ασφαλώς, όλα αυτά δεν είναι παρά ταπεινές μεθοδεύσεις ή βραχύβιο φολκλόρ, που ο χρόνος θα τους δώσει την πρέπουσα απάντηση μέσα απ' τη γραμματολογία και από τις συνειδήσεις των επερχομένων. Προσωπικά, βέβαια, θεωρώ κάπως μεταφυσική αυτή την αισιοδοξία για δικαιοσύνη. Ποιος θα ενδιαφερθεί στους χαλεπούς καιρούς που έρχονται να την αποδώσει; Στον συγκεκριμένο τομέα, αντίθετα απ' ότι στην επιστήμη, τα θολά πράγματα έχουν κάθε λόγο να μείνουν θολά ή να γίνουν θολότερα. Κι αν τώρα εντοπίζουμε γύρω απ' την ποιητική δημιουργία αυτές τις αντιφάσεις, δεν είναι για να τις άρουμε, αλλά για θυμόμαστε πως υπάρχουν και να στοχαζόμαστε μέσα στο κλίμα της βεβαιότητας πως δεν πρόκειται να αρθούν. Το χαλκείο των μυθολογιών δουλεύει και θα δουλεύει ακατάπαυστα προς αυτό το σκοπό: απ' τις εφημερίδες, τα περιοδικά, τα ραδιόφωνα, την τηλεόραση, μέχρι τους εκδοτικούς οίκους. Το ανομολόγητο συναίσθημα είναι ένα: Η ποίηση, ως ποίηση δεν μας αφορά. Σπανίως μας χρησιμεύει ως άλλοθι και μόνον, όπως και για ό,τι η ποίηση δεν είναι.

Η υπόθεση της ποίησης, βέβαια, συνεχίζει τον μοναχικό της δρόμο. Κι ο αληθινός ποιητής, προκλητικά παραθεωρημένος, στέκεται ανάμεσα και πάνω απ' όλα αυτά, περίοπτος και περίβλεπτος, ταγμένος να ετάζει το τοπίο του κόσμου, ώστε να το μιλήσει ύστερα στη δική του γλώσσα εμπιστευτικά, αν όχι συνωμοτικά, κατά τη φύση της ίδιας της τέχνης του. Ταγμένος να πονάει με πόνους που δεν γίνονται μπεστ σέλερ, ταγμένος να αποδημεί με αξεδίψαστη την πιθανή συγγνωστή του ανθρώπινη ματαιοδοξία, περίπου άγνωστος στο πανελλήνιο, κι εδώ δικαιούμαι να θυμηθώ και να... "διαφημίσω", το παράδειγμα του εκλεκτού δικού σας, ορθοπεδικού κατά την ειδικότητα, Δημήτρη Π. Παπαδίτσα, του μέγιστου κατ' εμέ έλληνα μεταπολεμικού ποιητή. Έτσι, ο ποιητής, με τις φωτεινές του εκλάμψεις ναυαγισμένα, ανεπίδοτα μπουκάλια, στο πέλαγος φαίνεται πως διαφεντεύεται κι αυτός από το μυστικό νόμο που ορίζει με μια σοφία περίεργη πάρα πολλά του κόσμου τούτου αλλά ακόμη και τα ποιητικά. Έτσι και στην Ελλάδα. Η ποίησή της, λουλούδι πείσμον και αναίτιο, ανθίζει περισσότερο και μοσχοβολάει όσο πιο πολύ μένει απότιστο και περιφρονημένο.

Καθώς υποστήριζα αυτές τις απαισιόδοξες θέσεις, άρχισα συγχρόνως να γλιστράω στον πειρασμό του αυτοαντίλογου, στη γοητεία των διπλών, ήτοι «δισσών λόγων» του Πρωταγόρα, που «πρώτος έφη δύο λόγους είναι περί παντός πράγματος, αντικειμένους αλλήλοις». Έτσι, τελικά υποκύπτω. Ο Πρωταγόρας (και ο Πιραντέλλο) ας έρθουν βοηθοί μου.

Λοιπόν: η εμπορευματική μεταχείριση που επιφυλάσσεται στις μέρες μας μέχρι και στη λογοτεχνία είναι, άραγε, αποκλειστικά ελληνικό προνόμιο; Μήπως αλλού τα μεταπρατικά συστήματα είναι πιο οργανωμένα, άρα και οι παγίδες, όπως και τα προσχήματα που τηρεί η εμπορευματοποίηση, περισσότερο κομψά και ύπουλα; Το αναμφισβήτητο είναι ένα: και παλιότερα, αλλά ιδίως τώρα, ζούμε σε εποχές που οι δυτικές τουλάχιστον κοινωνίες απεμπολούν ακόμη και τους κλασικούς τους συγγραφείς, αυτούς που λέμε μύθους, μόνο και μόνο επειδή οι μύθοι αυτοί είναι βασισμένοι στον λόγο. Δεν φταίει ούτε ο κλασικός συγγραφέας ούτε το κοινό, που δεν επικοινωνεί πια μαζί του. Ακόμη και σ' αυτό το υψηλότατο επίπεδο, κλασικός είναι και εκείνος τον οποίο όλοι γνωρίζουν, σέβονται, μνημονεύουν, ενδεχομένως αγοράζουν, και κανείς δεν διαβάζει. Πώς να αντισταθεί ο καημένος ο μη κλασικός, και μάλιστα ποιητής;

Αναζητώντας την αιτία αυτής της αποξένωσης, οδηγούμαστε σε πολλές σκέψεις. Επικρατέστερη θεωρώ την αντικατάσταση, έστω και βαθμιαία, του επικοινωνιακού μας μέσου. Με την αλλαγή του μέσου να βοά γύρω του, ο ποιητής επιμένει σε αυτοκαταστροφική, νοσταλγική μεθοδολογία. Σχεδιάζει ακόμα με τη σχεδία των φθόγγων πλόες γλωσσικά μαιανδρικούς, με αντιπάλους τη λεξιπενία των καιρών και τα αγλωσσικά κύματα των νεότερων γενεών που ήδη επελαύνουν. Μαθαίνω πως ήδη στην Αμερική και στον Καναδά ως και η ποίηση γράφεται σε λόγο, ήχο, εικόνα, χρώματα, σε οθόνες, κομπιούτερ και άλλα τρανά και άγνωστά μου. Ο παραδοσιακός ποιητής, λοιπόν, κι ας τον υποθέσουμε Έλληνα, μανιώδης παρελθοντιστής μιας επικοινωνιακής διαδικασίας που έχει ήδη περάσει στο αρχείο, χαρακτηρίζεται πια από ιστορικά έκπτωτος έως κοινωνικά αποσυνάγωγος. Αγοράζεται, όπως είπαμε, μόνον ως μελοποιήσιμη ομοιοκαταληξία, ενώ (εκτός εξαιρέσεων) παραμένει στα αζήτητα ως κατεργασμένος στίχος και στοίχιση ψυχής.

Ας βάλουμε όμως τελικά τα πράγματα στη θέση τους: αντίφαση θα ήταν το να μη συνέβαιναν έτσι τα πράγματα. Προσωπικά, είμαι βέβαιος πως το τοπίο εμφανίζεται συμμετρικό και αρμονικότατο, όπως ακριβώς μας παρουσιάζεται· και είναι απόλυτα φυσιολογικό, άρα διόλου αντιφατικό, το ότι ο αληθινός ποιητής βρίσκεται φύσει και θέσει σε ασυμμετρία προς τη δεδομένη εκδοχή ενός οργανωμένου κόσμου, την οποία, ίσα ίσα, είναι ταγμένος προφητικά να αναψηλαφά, να αμφισβητεί, να κρίνει, άρα ουσιαστικά να την αρνείται.

Ενώ ο κόσμος τού προτείνει ατράνταχτες αποδείξεις και συμφέρουσες μεθόδους και εφαρμογές, εκείνος απαντάει με την ανατρεπτική αυθάδεια των συναρπαστικών του εικασιών. Ποια κοινωνία, λοιπόν, με κρατικούς αρμούς που σέβονται τον εαυτό τους, θα υπέθαλπε τους αρνητές της; Ποιος κρατικός μαγαζάτορας θα ασκούσε ή θα επέτρεπε ουσιαστική πολιτική υποδοχής στους επίδοξους εμπρηστές των αξιών του;

Όμως άλλο είναι το θέμα: ότι κάθε καλό μαγαζί χρειάζεται, όπως προείπαμε, και μια, σε διακοσμητικό βέβαια επίπεδο, παρόμοια νότα ειδικού άλλοθι ποιητικής ή άλλης καλλιτεχνικής επίπλωσης.

Εκεί και ο κίνδυνος της συμμετοχής του ποιητή-παραλίγο να γράψω «συνέργειας» - και δεν εξαιρείται κανείς, ούτε βέβαια και ο ομιλών. Αυτό λοιπόν το «φιλικό χτύπημα της εξουσίας στην πλάτη του ποιητή», και που λέγεται λογοτεχνικό βραβείο, δημόσια ανάγνωση ποίησης, κρατική αγορά βιβλίων, επιδότηση ανθολογίας, ραδιοφωνική ή τηλεοπτική απαγγελία, τέλος πάντων εναγκαλισμός, ίσως να μοιάζει βραχυπρόθεσμα θετική. Μακροπρόθεσμα, όμως, μήπως η μεγαλόψυχη τούτη υποδοχή εκθηλύνει και ξεδοντιάζει την εμπρηστική φύση του ποιητή; Δεν κηρύσσω αναχωρητισμό με όλα αυτά, μοναστική ακαταδεξιά, ξινή σεμνοπρέπεια, δεν είναι αλίμονο, του ήθους μου... Απλώς, προβληματίζομαι. Ίσως τελικά η ποίηση, μας αφορά δεν μας αφορά, τόσο ως ήθος ζωής αισθητικής όσο και ως επικοινωνιακό ηχείο υψηλής ποιότητας, είναι ένα πιάνο που αρνείται κάθε αίθουσα, κάθε πιανίστα, κάθε τυπωμένο πρόγραμμα. Είναι ένα πιάνο τοποθετημένο στην ψυχή του καθενός με την προϋπόθεση του «κατά μόνας». Είναι συνδικαλισμός με το μαξιλάρι μας, συνωμοσία κατά της συλλογικότητας.

Και ίσως χρειάζεται να βρέξει δάκρυα απ' τους πιο ανεξερεύνητους δακρυγόνους μας πάνω στα πλήκτρα αυτού του πιάνου για να ηχήσει.

Δηλαδή, προκλητικές πολυτέλειες. Άρα, λοιπόν, καλώς έχουν τα πράγματα όπως έχουν. Ακολουθούν τη φυσική τους πορεία. Κι αφού στο βασίλειο της αισθητικής, για τον ποιητή η απόσταση του από το κοινωνικό περιρρέον αγγίζει τα όρια της ταξικής διάκρισης, ας δεχθεί ως ταυτότητα του τον παραγκωνισμό και την περιθωριοποίηση. Μοιάζουν συνοφρυωμένα τα τελευταία τούτα συμπερασματικά λόγια. Κι όμως δεν είναι. Ο ποιητής, παραγκωνισμένος και σύσκιος, συνιστά το καλύτερο κρησφύγετο μας για τη δύσκολη ώρα. Και θα ‘ταν, ως εκ τούτου, παράλειψη μεγάλη και ξηρασία ανεπίτρεπτη εκ μέρους αυτής της ομιλίας, αν δεν φιλοξενούσε και μερικά, τυχαία έστω, σώματα απ' το «έγκλημα».

Θα ανήκουν, όπως ίσως είναι αναμενόμενο, στη θεματική σύμφραση της αποψινής βραδιάς. Διάλεξα, λοιπόν, απ' τη νεοελληνική γραμματολογία λίγα ποιήματα με ιατρική σύμφραση, που υπολογίζω ν' ακουστούν εδώ με ψυχική υποδοχή πιο οικεία απ’ ό,τι σπουδαιότερα ποιήματα άλλων θεμάτων και ίσως σπουδαιότερων, γνωστότερων ποιητών. Προειδοποιώ ότι η ποίηση, και ιδιαίτερα η νεοελληνική, έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί με τον έρωτα και με τον θάνατο, αλλ' όχι πολύ με την ασθένεια και τον κόσμο της. Λογικό: όλοι είναι βέβαιοι για το τέλος, ουδείς θέλει να σκέπτεται την αρχή του τέλους και τη διαδικασία μέχρις αυτό. Κι ακόμη ειδοποιώ και πάλι ότι η μικρή, ενδεικτική ανθολόγηση που θα ακολουθήσει δεν νοιάστηκε καθόλου για τα τρανταχτά ονόματα αλλά μόνο για ποιήματα αρμόδια να συμποσιαστούν με την περίστασή μας. Και ήδη ξεκινώ από μια μάλλον μακρινή εποχή, όπου ο γιατρός γραφόταν με εισαγωγικά και η πληρωμή του, ιδίως στην επαρχία, ήταν σε είδος.

Ακούστε τι εξομολογείται ο γνωστός αριστερός και δημοτικιστής γεννημένος το 1889, Βασίλης Ρώτας, για τον μιας άλλης εποχής γιατρό πατέρα του:

Ο πατέρας μου, ο γεροψαρής, γύριζε γιατρός ολημερίς και τις νύχτες όλο στα χωριά με την τσάντα φόρτωμα βαριά (μέσα' χε νυστέρια, σύριγγες, μπλάστρια, χάπια, σκόνες, αλοιφές, και συχνά μποτίλια με κρασί φτωχοαρρώστου φτωχοπλερωμή), γιάτρευε ό,τι αρρώστια και κακό σε άνθρωπο, ζωντόβολο ή φυτό. Χρεώστη δεν κυνήγησε, ψωμί δε χορτάσαμε ούτε τη Λαμπρή.

 

Για να μείνουμε ακόμη στον ίδιο αιώνα, ιδού τι φρονεί, με τον ιδιότυπο σατιρικό του τρόπο, περί ασθενείας, ο μέγας και αφορισμένος- Κεφαλλονίτης ποιητής Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901).

Καιρός γι’ αρρώστια

Καλότυχος που αρρώσταε το γενάρη,
Για να χορτάση ζέστα κρεββατιού.
Τούτο το κρύο, που ο Διάολος νάν το πάρη,
Μου επάγωσε τα μέλη του κορμιού.
Κακό ’ναι να αρρωστάς τον αλονάρη
Που η κάψα του φριχτού καλοκαιριού
Σου βράζει μέσα στο άθλιο σου κουφάρι
Τές δύναμές σου, σώματος και νου.
Μ' αν τα βουνά μας, κάτασπρα από χιόνια,
Μάς χύνουν κάτου αέρα που ξεσκλάει,
Α! Τότε μέσα στα ζεστά σεντόνια
Και η αρρώστια 'λιγώτερο ενοχλάει
Σαν οπού ακούμε και ζεστά τα εντόστια,
Χώρια 'οχ την ξεγνοιασιά που δίν' η αρρώστια.

 

Ο μεσοπόλεμος και η ποίηση του γέμουν ψυχικής νοσηρότητας. Εμείς, θ΄ ακούσουμε απόσπασμα από το πολύ γνωστό ποίημα του Καρυωτάκη «Ωχρά σπειροχαίτη» κι αμέσως ύστερα ένα ποιητικό πεζό του επίσης συφιλιδικού Ρώμου Φιλύρα που πέθανε στο ψυχιατρείο το 1942 κι όπου μπαινόβγαινε ήδη από το 1926. Αξίζει να σημειωθεί πως, τουλάχιστον κατ' εμέ, η αυτοκτονία του Καρυωτάκη το 1928 στην Πρέβεζα, δεν είχε τόσο τα προβεβλημένα κοινωνικά αίτια ή τη δυσμενή μετάθεσή του, όσο την ωχρά σπειροχαίτη, της οποίας έβλεπε «την άβυσσο που ερχόταν». Ίσως γι' αυτό και συχνά ο Καρυωτάκης επισκεπτόταν τον Φιλύρα στο Δρομοκαΐτειο επί δύο χρόνια, εν είδει διπλής συναδελφικής αλληλεγγύης. Παραδίδεται μάλιστα το ανέκδοτο ότι σε μια τέτοια επίσκεψη, ο αυτοσαρκαζόμενος Φιλύρας είχε πει στον Καρυωτάκη: «Εμένα δεν έπρεπε να με λένε Φιλύρα, αλλά Συφιλύρα!» Ακούμε τα δύο κείμενα που τα συνδέει η τραγική μοίρα της «αγορασμένης φίλης», όπως την ονομάζει ο Καρυωτάκης.

Ωχρά Σπειροχαίτη

Ήταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά
βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη
που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,
ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη...
Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση
επιμονή, που ανοίξαμε για να 'μπει σαν κυρία
η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.
Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.
Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν' αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.
Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,
Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,
ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
– ω, κωμωδία! – το θάμπωμα, τ' όνειρο, την άχλυ.
...Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.
 

Διασκέλισα το κατώφλι του Ψυχιατρείου (Ρώμος Φιλύρας – 1888-1942)

Διασκέλισα το κατώφλι του σα νεκρός, όπως θα διασκέλιζα με ακέραιες τις αισθήσεις μου το κατώφλι του Άδη. Οι νοσοκόμοι και οι γιατροί με τις λευκές καμιζόλες πού κατέβαιναν στην εξώθυρα να με παραλάβουν και με εψαχούλευαν με το βλέμμα τους, ένα βλέμμα μέχρι οστέων εξεταστικό και διασκεδαστικό, που μου ξήλωνε ραφή προς ραφήν -κράκ, κράκ, κρακ- σαν το τρυπάνι του νεκροσκόπου το πετσί και τα κόκαλα και μου αναμόχλευε με τη λεπτή ερευνητική του αιχμή την καρδιά και την κόγχη του εγκεφάλου, μου έκαναν την εντύπωσιν -το θυμάμαι σα να ’ταν τώρα— λευκοπτέρυγων άγγέλων νεκροπομπών, που με εζύγιαζαν στην τρομερή ζυγαριά της αδυσώπητης κρίσεως, σε ποιο τάχα κύκλο του καθαρτηρίου ή της κολάσεως θα έπρεπε να με κατατάξουν.

 

Και οι χλομές, φασματικές, εφιαλτικές μορφές των αρρώστων, που τριγυρνούσανε στον περίβολο, μου φανήκανε σαν φαντάσματα, σαν άυλα και άπιαστα φαντάσματα πού τριγυρνούσαν στις όχθες του Άρνου και όπου στα χείλη τους έτρεμε, μαζί με το άφωνο «καλώς όρισες» το ερώτημα: «Τι νέα από τον απάνω κόσμο, από τον κόσμον των ζωντανών;»

 

Στο ίδιο μεσοπολεμικό κλίμα του συμβολισμού και της επιρροής από τα πρότυπα της γαλλικής ποίησης, μελωδικός, μελαγχολικός και ομοιοκατάληκτος ο Κ. ΟΥΡΑΝΗΣ (1890-1953), μας μεταφέρει με δραματική τρυφερότητα μια έξοχη εικόνα των προθανάτιων ασθενών.

 

I

 

Οι άρρωστοι είναι πρίγκιπες που ζούν στην εξορία, σε κάποια πένθιμη, Ίρημη και κρύα Σιβηρία, και που όλη μέρα ακίνητοι, κατάχλωμοι και μόνοι, κοιτάν ρεμβοί να πέφτει αργά το χιόνι απά στο χιόνι...

Οι άρρωστοι είναι τα λευκά τριαντάφυλλα πού αγάλια ήπιαν το λίγοτο νερό πού είτανε στ' ανθογυάλια και, δίχως τώρα τίποτα στον κόσμο να προσμένουν, σκύβουν μοιραία τα κορμιά κι αθόρυβα πεθαίνουν...

 

2

Τα χείλια τους, που ο θάνατος τα έχει φιλημένα, πέταλα ρόδων μοιάζουνε, σαν πέφτουν μαραμένα σε κάμαρες κατάκλειστες, γεμάτες ησυχία, σκορπώντας μιαν ανώφελη, θανατερή ευωδία...

 

Τα χέρια τους που μοιάζουνε με τα λευκά τα κρίνα, που 'ναι χλωμά, γυαλιστερά και διάφανα ως εκείνα, βαριά σαν στα σεντόνια τους απάνου ακινητάνε οι άρρωστοι ώρες σκεφτικά, θλιμένα τα κοιτάνε.

 

Τα μάτια τους σα βλέπουνε τη φύση, την ημέρα, είναι σα να κοιτάζουνε πέρα απ' αυτές, πιο πέρα, κ' είναι η ματιά τους η στηλή μεσ' σ’ ίσκιους βυθισμένη ως γύρω τους μιά αόρατη νυχτιά να κατεβαίνει...

 

Απ' τη νεότερη γενιά, αρκετοί ποιητές έχουν ασχοληθεί με ιατρικούς χώρους και στιγμές, ιδίως προσφιλών προσώπων, καθώς η ποίηση έχει ήδη απομακρυνθεί από τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό του μεταπολέμου για να μετακινηθεί προς τα βιώματα της ιδιωτικής, περιοχής. Ακούμε τους ήδη βραβευμένους μας ποιητές (με κρατικό βραβείο ποίησης) Μιχάλη Γκανά (1944) και Γιώργο Μαρκόπουλο (1951), να μιλούν είτε πραγματικά είτε φαντασιακά, ο πρώτος για το τέλος της μητέρας κι ο δεύτερος του πατέρα του.

Νοσοκομείο Ερυθρού Σταυρού (Μιχάλης Γκανάς - 1944)

στη μάνα

Τα χέρια σου τα κέρινα
η Παναγιά εκράτει.
Χιόνιζε στα σεντόνια σου
και σ' όλο το κρεβάτι.

Η κόκκινη λιανή γραμμή 
του πλαστικού σωλήνα, 
από τη φανερή πληγή 
σαν ποταμάκι εκίνα.

Κι έφευγαναπ’ τα μάτια σου
σκιαγμένα τα τρυγόνια
και μ΄ έφερναν σ΄ άλλους καιρούς
και στα μικρά μου χρόνια.

Μικρά πολύ πικρά πολύ
χτισμένα γύρα γύρα
και μόνο από τη χούφτα σου
σπυρί χαράς επήρα.

Εκείνος ο γέροντας (Γιώργος Μαρκόπουλος - 1951)

Τριγύρω του γιατροί, πλην όμως όλα θολά στα βόρεια τοπία της μνήμης. Τα χέρια του κύματα του ξύλου, ενώ τα μάτια όταν τα σηκώνει μες στην απελπισία, δύο υδρόγειες σφαίρες άτακτα γυρισμένες στο υπερπέραν... Του βάζουν την πλάτη στο ακτινοσκόπιο και οι όγκοι δια μιας μέσα του «λάμπουν», νυ­χτερινή αεροφωτογραφία της Ρώμης.

 

Τον γυρίζουν στον πνεύμονα και, ξάφνου, χάνει μια τε­λευταία, έτσι καθώς ύστερα από καιρό μετακινείς, σύσπαση, το ακορντεόν των γλεντιών του πενήντα που έχει αφήσει πεθαίνο­ντας η σύντροφος μέσα του, ενώ η φλέβα στο κάτω του ποδιού του το μέρος, στον αστράγαλο δίπλα, όπως το κρυμμένο φίδι το γάλα, ρουφάει με ρυθμική βουλιμία το χρόνο που του απέμεινε. Ύστερα πέφτει σε λήθαργο πάλι. Του λένε να ανοίξει το στόμα και το ξεχασμένο τότε σακχαρόπηκτο σαν μισοφέγ­γαρο ασπαίρει στον υποχθόνιο πανικό της γλώσσας, στην κόκ­κινη φλεγόμενη ανατολή του λάρυγγα. Κατόπιν τον αφήνουν και φεύγουν όλοι. Ακούει αυτός δίπλα του -βλέπει- λευκά τρίκυκλα καροτσάκια και νομίζει πως μοιράζουν γλυκίσματα, ακούει τους τύπους να φωνάζουν των ιατρικών ορών και νομίζει πως οροί είναι πόλεις.

 

Σβήνει τότε μονάχος το φως και αμέσως στρέφεται να κοιμηθεί σε άλλης χαράδρας τη μουσική, ο πατέρας μου.

Έπονται δύο διαπρεπείς ποιητές, ο πρώτος γνωστός ψυχίατρος, ο Μανόλης Πρατικάκης και δίπλα ο Αντώνης Φωστιέρης. Δείτε με τι φαντασιακή μαεστρία πλαστουργεί ο Πρατικάκης μιαν τολμηρή αλλά ανύπαρκτη, άρα μη προς κακοφανισμό και παρεξήγηση, νοσοκομειακή προϊσταμένη, και με πόση ευφυΐα ο Φωστιέρης διακρίνει τον ποιητικό από τον πραγματικό ασθενή ή και μεταστάντα.

Η πέτρινη προϊσταμένη (Μανόλης Πρατικάκης – 1943) 

Πόρτες και πόρτες. Κλίβανοι. '"Αδελφές"" όλοχιόνι, Ξετυλίγονται σκέψεις σαν βαμβακεροί επίδεσμοι. Γλι­στρούν τα λόγια μου μεταλλικά πάνω στα έναστρα πλακάκια. Χτυπούνε σαν παράπλευρα χαστούκια την Προ-ιστάμενη. Μικρο-βιομανής έως μιάσματος. Πνιγμένη. Συμπαγής μες στη γύψινη στολή. Όλη ένα άγαλμα του πόθου της. Ένα λευκό φρεσκοπλυμένο σάβανο της ηδονής της.

Τα κόκκινα ρόδα στο πανέρι τού μετατοπισμένου φαρμα­κείου είναι τ' απόκρυφα μέλη των ανδρών που ποτέ δεν θα θωπεύσει.

Οι νύχτες της είναι λευκές (εκεί μέσα χιονίζει). Με τη σκέψη της αμύριστης κλίνης ονειρεύεται τα φυλλώματα του παραδείσου. Όταν αλλάζει τους νεκρούς στο θάλαμο το ανήσυχο βλέμμα της καθυστερεί και την αναστατώνει των σκοτεινών οργάνων τους ή θέα. Έτσι ο έρως, διαμέσου μόνο τουυμέγιστου θανάτου μ' ένα δίχορδο ρίγος μυστικά την αγγίζει.

Κοιτάει τον καθρέφτη. Σιάχνει τα μαλλιά της. Να μη βουλιάξει η λέμβος της σεμνοτυφίας.

Από το ποίημα βγαίνεις πάντα ζωντανός (Αντώνης Φωστιέρης – 1953)

(Ένας νεκρός μέσα στο ποίημα, δεν ξενίζει. Αντίθετα.
Κρανία μέλη ωραία κορμιά
Διάσπαρτα
Σε λέξεις φόβου
Σε νοσταλγίας
Ακέραια
Πτώματα εξαίσια Των αισθημάτων)
Και αυτόχειρες
Ιδανικοί βεβαίως (γνωρίζετε τη σημασία εδώ του ιδανικοί)
Όποια σελίδα
Καλότυχοι νεκροί αυτοί.
Που λησμονάμε
ανύπαρκτοι στ’ αλήθεια υπήρξανε
Όταν αλλού
(Πάλι γνωρίζετε τι λέμε αλλού)
Το αίμα χύνεται
Το αίμα κρυώνει
Το αίμα θρομβώνεται (Δεν κάνει ωραίους στίχους ή πραγματικότης, βλέπετε)
Κι οι μεταστάσεις θριαμβεύουν
Με άλματα
Εις βάθος
Δεν είναι ο τομογράφος στυλογράφος
(Οι εύκολες μεταφορές πονάνε τέτοιες ώρες)
Ούτε η νάρκωση του χειρουργείου δοκιμάζεται
Πάνω σε άλγη
Εν φαντασία
Και λόγω.
Ας μη γελιόμαστε.
Από το ποίημα βγαίνεις πάντα ζωντανός.

Σαν ένα διάλειμμα στην τόση ποιητική θλίψη, παρεμβάλλω τώρα ένα σατιρικό τετράστιχο του γνωστού στιχουργού και ευθυμογράφου Πωλ Μνεστρέλ, που το έγραψε το 1973 ενώπιον ψυχιάτρου. Ας τον συγχωρήσουν οι ψυχίατροι:

Από τους τρελούς τα παίρνεις με τους λογικούς τα τρως ιατρός των παραφρόνων ή παράφρων ιατρός ;

Η ιατρική αλλά και η ανθρώπινη δεοντολογία δεν μου επιτρέπουν να αποκαλύψω τον ποιητή του επόμενου ποιήματος. Πρόκειται, όμως, για νεφροπαθή, ευτυχώς ήδη μεταμοσχευμένο, ο οποίος μας εμπιστεύεται με αλληγορικό και συνάμα αξιοπρεπώς δραματικό τρόπο τη διαδικασία της αιμοκάθαρσης, ιδωμένης ως πρόβα θανάτου. Αφουγκραστείτε τον μαζί μου:

Πρόβα

Ζούμε καλά
σ' αυτό το απόμερο νεκροταφείο.
Στους ευάερους τάφους
κάνουμε πρόβες ξαπλωμένοι
ενώ φυσάει από παντού ζωή
και μας γεμίζει νιάτα.
Όταν τελειώνει ή πρόβα σηκωνόμαστε
γεμάτοι αισιοδοξία καί δύναμη. Αύριο πάλι.
Οι πρόβες συνεχίζονται επ' αόριστον
και μας μικραίνουν
σιγά σιγά ξαναγυρίζουμε στη γέννησή μας και παραδινόμαστε
γεμάτα σφρίγος.
Ζούμε καλά
σ' αυτό το απόμερο νεκροταφείο.
Ποτέ σας δε θα μάθετε
πώςμεγαλώνει ένας άνθρωπος
σε βρέφος πού δεν κλαίει. 

 

Επιτρέψτε, τώρα, και στον ομιλούντα, να σας καταθέσει ένα τεκμήριο της ιδιότητας υπό την οποία έχει την τιμή να βρίσκεται απόψε ανάμεσά σας. Το ποίημα συνιστά μια αλληγορία ανθρώπινου σώματος και οργάνων που δρουν ως δάσκαλος και μαθητική τάξη.

Υποψίες περί τα όργανα της τάξεως (Γιάννης Βαρβέρης)

Κινήσεις ύποπτες, μικροσυνωμοσίες.
Ή τάξη των οργάνων μου αταξία
παιδιών την ώρα του μαθήματος.
Εγώ, ο δάσκαλος. Δεν εξετάζω χτεσινά
πάντα ζητώ αποστήθιση στοπαρακάτω.
Νεφρούς και καρδία
συκώτι ετάζω και πνεύμονες.
Όλα τους διαβασμένα·
μόλις ρωτήσω άγνωστο, νεράκι.
Έτσι το κρύβουν το άγνωστο
γιατί είναι πάντα παρακάτω.
Τέτοιοι δαίμονες. Αλλά κι εγώ
συχνά τούς βάζω αιφνίδια διαγωνίσματα:
Αμέσως τώρα βγάλτε μια διπλή κόλλα χαρτί.
Ζήτημα πρώτο: αίμα, γενική αίματος.
Δεύτερο: ζάχαρο, ουρία, κρεατινίνη.
Δέκατο κι εικοστό.
Με ταχύτητα καθιζήσεως δώστε μου τις κόλλες. Άριστα όλες, σαν μικρού παιδιού.
Μετά, χαϊδεύω τα όργανα στα κεφαλάκια τους. Κι ας με μισούν
στην ίδια τάξη χρόνια χωρίς διάλειμμα
κι ας είναι σίγουρο πως κάποιο
θα δώσει μια μέρα το σύνθημα
και σηκωτόν όλα μαζί θα με πετάξουν
έξω από την τάξη 
στο προαύλιο
πού δεν υπάρχει.

Λίγο πριν κλείσουμε, ένας μείζων εκπρόσωπος της σχολής της Θεσσαλονίκης, περισσότερο γνωστός μας απ' το φερώνυμο "Βαφοπούλειο" κληροδότημά του, ο ποιητής Γ. Θ. Βαφόπουλος, μας παραδίδει μια συγκλονιστική, νομίζω, στην απλότητά της, αντιπαράθεση ανάμεσα στην υγεία και στην ασθένεια.

 

Η ζυγαριά (Γ. Θ. Βαφόπουλος – 1903-1996)

Σε μια πλάστιγγα βάλε τον ήλιο 
Βάλε τη θάλασσα, βάλε το τραγούδι, 
Στοίβαξε όλα τα νησιά του Αιγαίου, με τα κοχύλια των ευτυχισμένων ποιητών. 
Τι άλλο μένει; Ο έρωτας. 
Βάλε, λοιπόν, στην κορφή, πάνω απ' όλα, και τον έρωτα. 
Όμως η πυραμίδα τούτη της χαράς κατακόρυφα θα μπορούσε να υψωθεί,
αν στην άλλη πλάστιγγα ακουμπούσαν
ένα μικρό αντικείμενο νοσοκομείου.

Προσπάθησα, με λίγα δικά μου και αρκετά ξένα, έντεχνα, ποιητικά λόγια, μόλις να ψηλαφίσω ορισμένες όψεις του ποιητικού φαινομένου στο σύγχρονο κόσμο, φροντίζοντας στο δεύτερο μέρος αυτής της ομιλίας, να φέρω την ελληνική τουλάχιστον, σύγχρονη Ποίηση λίγο πιο έμπρακτα κοντά στην Ιατρική. Ιατροί και μη, θνητοί, ασθενείς και υγιείς, ιατροί υγιείς και ιατροί ασθενείς, ξένοι και έλληνες θνητοί εδώ και όπου, καθώς αποχωριζόμαστε λίγο στυφά, ήτοι προνοητικά, ας ακούσουμε τον εξαίσιο στίχο του μεγάλου απόντος ποιητή, του ιατρού Δημήτρη Π. Παπαδίτσα, που τόσο σοφά μας ειδοποιεί για την προσωρινότητα της ιάσιμης ασθένειας που ονομάζεται θνητή ανθρώπινη υγεία: 

"Ωραίος είναι ο θρίαμβος! Μα πόσο θα διαρκέσει;" 

Σας ευχαριστώ πολύ,

Γιάννης Βαρβέρης

 

***

Ελάχιστο σημείωμα

της Παυλίνας Μάρβιν

Σε προηγούμενο δημοσίευμα στo bookpress.gr με τίτλο «Στίχοι αντιμέτωποι με τη νόσο· αποσπασματική ιστορία της ασθένειας στην Νεοελληνική Ποίηση» είχε γίνει αναφορά στο εν λόγω κείμενο του Γιάννη Βαρβέρη που το νομίζαμε ολότελα χαμένο, μιας και ο συγγραφέας ήταν βέβαιος πως δεν το είχε στα χέρια του, ούτε κανείς άλλος φάνηκε να γνωρίζει σε τίνος τα χέρια εβρίσκετο. Όπως τα πράγματα παράξενα συμβαίνουν κάποιες φορές, το κείμενο πριν λίγο καιρό βρέθηκε ολόκληρο. Για αυτήν την ανακάλυψη ευχαριστούμε θερμά τον κ. Ιωάννη Π. Χατζηγεωργίου, που στα ιατρικά συνέδρια σκέφτεται φωναχτά, και ακόμη περισσότερο την κ. Κωνσταντίνα Ντόκου που σαν από μηχανής θεά εμφανίστηκε, άκουσε τις σκέψεις μας, βρήκε το κείμενο και μας το παρέδωσε. Επιπλέον είμαστε ευγνώμονες στον κ. Παναγιώτη Χατζηγεωργίου για την ψηφιοποίηση του κειμένου. Εξαιρετικά ευχαριστούμε τον κ. Χρήστο Ιατρού, προσωπικό ιατρό και στενό φίλο του Γιάννη Βαρβέρη (στον οποίο οφείλεται άλλωστε και η ιδέα για αυτήν την ομιλία) που ταυτοποίησε το κείμενο και δέχτηκε με μεγάλη προθυμία να το προλογίσει· σίγουρα, δεν θα υπήρχαν καταλληλότερα προλεγόμενα. Τέλος, ευχαριστίες στον κ. Γιάννη Πατίλη, που μας επέτρεψε να χρησιμοποιήσουμε την συγκινητική φωτογραφία που ο ίδιος τράβηξε στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Έναν χρόνο και πλέον μετά τον θάνατο του τόσο ιδιαίτερου και αγαπημένου ποιητή Γιάννη Βαρβέρη, εμείς τον διαβάζουμε και τον ακούμε.

***

 

* Γιάννης Βαρβέρης: Ένας διανοούμενος με τεράστια παιδεία, έναςαξέχαστος φίλος

του Χρήστου Ιατρού

1996, ένας 40ρης με βλέμμα αρκετά φοβισμένο μπαίνει στο γραφείο μου στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών. Γεια σας, μου λέει, λέγομαι Γιάννης Βαρβέρης και έχουμε ραντεβού που το έκλεισε ο κοινός μας φίλος Γρηγόρης Π. (συνάδελφος άλλης ιατρικής ειδικότητας). Ήρθα να συζητήσουμε για ένα σοβαρό πρόβλημα της υγείας μου που άπτεται της ειδικότητάς σας.

Μετά το τυπικό περάστε και καθίστε, από μέρους μου, κά