Γλασκώβη σαν μανιφέστο

Κωδικός Πόρου: 007-118579-bp
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Αναφέρεται στο κείμενο
Ημερομηνία Δημιουργίας: Πεμπτη, 04 Ιουνιου 2015 00:00
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Ποίηση, 007-118579-bp




Περιγραφή:

Για την ποιητική συλλογή του Θάνου Γώγου Γλασκώβη (εκδ. Θράκα).

Της Ελένης Τσαντίλη

Η Γλασκώβη του Θάνου Γώγου είναι το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο μετά τη Μεταιχμιακή χαρά (Φαρφουλάς, 2013). Το βιβλίο εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2014 από τις εκδόσεις Θράκα. Το εξώφυλλο σχεδίασε ο Ευθύμης Γάλλος.

Ενώ η Μεταιχμιακή χαρά είναι μια συλλογή από λιτά σύντομα ποιήματα, η Γλασκώβη είναι μια ενιαία αφηγηματική σύνθεση. Ο τόνος και το ύφος βέβαια παραμένει ίδιος και στα δύο βιβλία. Λέγοντας αφηγηματική σύνθεση μιλάμε ουσιαστικά για την αφήγηση μιας ιστορίας. Ξεδιπλώνεται σταδιακά ένα σκηνικό που έχει χαρακτήρες και κυρίως έχει δράση. Η κίνηση δίνει χρονική και χωρική έκταση στο αφήγημα, δίνει δηλαδή όγκο που κάνει χορταστική την ανάγνωση της Γλασκώβης. Το βιβλίο ξεκινά με μια επιστολή. Διαβάζουμε την πρώτη παράγραφο της επιστολής (και πρώτη του βιβλίου γενικώς):

«Αγαπημένε μου,
Σου γράφω από τη μακρινή Γλασκώβη, όπου εδώ και λίγους μηνες έχω εγκατασταθεί. Βαίνω καλώς εις την υγεία μου, όπως και επί της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας. Θυμάμαι ακόμα τις προετοιμασίες για το μεγάλο ταξίδι που τελικά αποφάσισες να μην ακολουθήσεις. Απορώ αν στάθηκα κι εγώ ένα από τα εμπόδια στη μεγάλη φυγή σου». (σ. 5)

Το βιβλίο ξεκινά με μια ματαίωση. Κάποιος δεν ταξίδεψε στη Γλασκώβη όπως ενδεχομένως είχε υποσχεθεί. Το πρώτο γράμμα δίνει μια περιγραφή της πόλης στην οποία ο κεντρικός αφηγητής δεν θα πάει ποτέ. Από κει και πέρα έχουμε μια αφήγηση που είτε με τη μορφή επιστολής είτε απλώς ως μονόλογος ξεδιπλώνει την περίπλοκη ψυχοσύνθεση του κεντρικού αφηγητή, ο οποίος σιγά σιγά εμφανίζεται ως ένα κράμα εύθραυστου επαναστάτη και αντικομφορμιστή ταξιδιώτη. Ο ίδιος ο αφηγητής το αποδίδει στα δύο αντίρροπα χρωμοσώματα το Χ και το Ψ. Το ένα πολύ συναισθηματικό, το άλλο τολμηρό. Η πορεία της αφήγησης προμηνύει αλλαγές, συναισθηματικές μεταπτώσεις, επαναστατικές κινήσεις, σουρεαλισμό στον τρόπο ζωής.

«Έχουν γεράσει αυτά τα γράμματα και θα σας βρω άλλα. Θα γυρίσω την Ευρώπη σκληρός, ημίτρελος, φωνάζοντας πως τα χρωμοσώματα φταίνε, “δέσμια μιας απαράμιλλης συναισθηματικότητας”. Δηλαδή το ένα κυρίως, το Χ. Το γνωρίσατε / το περιφρονήσατε. Καλά κάνατε κι εγώ αυτό κάνω, αλλά το ακούτε; Σας αγαπά σας νοιάζεται σας ερωτεύεται σας θαυμάζει σας εκτιμά γέρνει δίπλα σας αισθαντικά και σας νιώθει σας βοηθά να συνέλθετε σας καλεί Σας κα τα λα βαί νει». (σ. 7)

Κι ύστερα ξεκινάει ένα ταξίδι περιπλάνησης, όχι όμως προς τη Γλασκώβη όπως θα περιμέναμε. Αφετηρία είναι η Λάρισα και ανεβαίνοντας προς τα πάνω περνάμε μέσα από τα Βαλκάνια προς τη βορειοκεντρική Ευρώπη. Εδώ η αφήγηση μοιάζει με καταγραφή σε ημερολόγιο αλλά θα μπορούσε να αποτελεί και κομμάτι από ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Η περιπλάνηση όμως δεν είναι μόνο εξωτερική και γραμμική όπως πάνε οι ράγιες του τρένου πάνω στο χάρτη αλλά και εσωτερική, μια περιπλάνηση του νου. Συναισθηματικά ερεθίσματα που αναμιγνύονται με το όνειρο, την παραίσθηση αλλά και την πραγματική εμπειρία:

«Επιστρέφω λοιπόν ευθύς στην εξιστόρηση των γεγονότων που έλαβαν μέρος κατά την περιήγησή μου στα ζείδωρα μονοπάτια της Αίξυσφας.
Τρεις ολόκληρες μέρες, δροσιστικές, ζωτικές μέρες περιπλανήθηκα και γνώρισα σχεδόν κάθε λογής επαναστάτες και “επαναστάτες”.
Γνώρισα εκείνους με το Α ραμμένο
(Τους ρώτησα τι είναι ο Ντουρρούτι και μου 'παν “κρουασάν”)
Τους άλλους με το Α στο στόμα
(“Σολιντάριος, νοσότρος, ταξιαρχία, οι φίλοι του” απάντησαν)
Και αυτούς με το Α στο βλέμμα
(“Αξιοπρέπεια, ελευθερία” λέγαν).
Ο συνδυασμός των δύο τελευταίων προσδίδει κύρος στους επαναστατικούς κύκλους». (σ. 14)

Ο γενικότερος τόνος του βιβλίου είναι αυτός του μανιφέστου. Μανιφέστο όσον αφορά την εκφορά του λόγου και τον ενθουσιασμό. Ενθουσιασμός είτε επαναστατικός είτε ερωτικός, περιέχοντας ταυτόχρονα και κάθε είδους αμφιβολίες.

Σ' αυτό το απόσπασμα συνθέτει το θέμα του, την επανάσταση, την υποκρισία όσων νομίζουν ότι είναι επαναστάτες, τους συμβιβασμούς και την προσωπική επιλογή, αλλά όπως είπαμε το βιβλίο αλλάζει πολύ γρήγορα σκηνικό και κλίμα, όσο εξωστρεφές μπορεί να έμοιαζε το προηγούμενο απόσπασμα τόσο εσωστρεφής μπορεί να είναι η συνέχεια. Γενικά η αφήγηση δεν είναι μονότονη και γι' αυτό δεν κουράζει. Μετά από ένα σαρκαστικό παράθεμα μπορεί να ακολουθεί μια περισσότερο συναισθηματική και λυρική στροφή. Όμως ο γενικότερος τόνος του βιβλίου είναι αυτός του μανιφέστου. Μανιφέστο όσον αφορά την εκφορά του λόγου και τον ενθουσιασμό. Ενθουσιασμός είτε επαναστατικός είτε ερωτικός, περιέχοντας ταυτόχρονα και κάθε είδους αμφιβολίες. Περίπου στη μέση της συλλογής υπάρχει μια παρένθεση που δηλώνεται με διαφορετική αρίθμηση. Δηλαδή ενώ μέχρι τότε, μετά τις δύο πρώτες επιστολές η αρίθμηση κάθε ενότητας ήταν με λατινικούς αριθμούς, στο κέντρο του βιβλίου υπάρχουν πέντε ενότητες που αριθμούνται με αραβικούς αριθμούς. Σε αυτή την παρένθεση εικάζω ότι μονολογεί το έτερο χρωμόσωμα, ίσως το πιο συναισθηματικό. Εδώ φαίνεται σαν να μιλάει μια γυναίκα. Αυτή η πάλη των χρωμοσωμάτων μεταξύ τους μοιάζει με μια πάλη μεταξύ του δυναμικού και επαναστατικού αρσενικού με το ασταθές, αυθόρμητο και συναισθηματικό θηλυκό, όντας όμως ταυτόχρονα και τα δύο σε ένα σώμα, σε ένα μυαλό. Η πάλη αυτή στο τέλος θα καταργήσει τα φύλα καθώς αυτά αλληλοσυμπληρώνονται. Αυτή βέβαια είναι η δική μου εντύπωση καθώς προσπαθώ να διακρίνω τις φωνές και τα υποκείμενα που εναλλάσσονται και ξαφνιάζουν ευχάριστα με την απρόσμενη ροή και τις παρεκβάσεις που κάνουν στην αφήγηση.

Επιστρέφουμε όμως στο ταξίδι με τρένο που είχε ξεκινήσει: τώρα από Θεσσαλονίκη φτάνουμε στο Βελιγράδι με προορισμό τη Βουδαπέστη. Απρόσμενες συναντήσεις κάνουν το ταξίδι ενδιαφέρον. Παρεμβάλλεται μια επιστολή από τη Νάνσυ. Μοιάζει με εκείνη που έγραφε από τη Γλασκώβη, όμως ίσως είναι κάποια άλλη. Ο αφηγητής στη διάρκεια του ταξιδιού αρρωσταίνει. Σε τρεις μέρες είναι πάλι καλά, έχει πλέον φτάσει στη Βουδαπέστη. Σε κάθε πόλη που θα συναντά στο εξής κάνει μια σύντομη περιγραφή από τις πρώτες του εντυπώσεις: Βουδαπέστη, Ρόστοκ, Τρέλεμποργκ, Άμστερνταμ. Φτάνουμε στην τελευταία ενότητα, όπου με το κρεσέντο μιας τολμηρής σκηνής στο Άμστερνταμ το ξεχωριστό αυτό ταξίδι και το βιβλίο κλείνουν. Αν έπρεπε, τηρουμένων των αναλογιών, να παρομοιάσω το τελευταίο μέρος του βιβλίου με κάποια ταινία θα επέλεγα το αντίστοιχο τελείωμα της ταινίας «Το άρωμα», όπου το πλήθος στην πλατεία υπό την επίδραση του αρώματος, αλλοφρονεί και οργιάζει. Στη δική μας περίπτωση έχουμε τα κόκκινα φανάρια του Άμστερνταμ, τους τουρίστες και το αληθινό σαν ψεύτικο εμπόρευμα στις βιτρίνες, τον παραλογισμό της εμπορευματοποίησης και του χρήματος, τον παραλογισμό της καταπίεσης που εδώ είναι επί πληρωμή επιτρεπτό να εκτονωθεί και φυσικά τη μεγάλη παράσταση που δίνει μπροστά στο πλήθος ο αφηγητής. Μια παράσταση καταστροφής. Φυσικά αποτυγχάνει. Δεν έχει την επιδιωκόμενη αντίδραση από το πλήθος. Το βιβλίο κλείνει ως εξής:

«Δεσποινίς
εντέλει
/
Οφείλουμε
να είμαστε
Σίγουροι
Σίγουροι
όπως
η καταστροφή». (σ. 51)

Η Γλασκώβη είναι μια περιπέτεια, σαν αυτή που είχε ήδη ξεκινήσει από το Μια εποχή στην κόλαση ο Ρεμπώ. Συναντάμε μιαν αυθεντική ευγένεια κι έναν σχεδόν αρχοντικό αντικομφορμισμό, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, σε κάθε έκφανση της ζωής. Αναφέραμε και πιο πριν ότι από ρητορική άποψη μιλά σαν μανιφέστο. Και πράγματι είναι ένα μανιφέστο για τον έρωτα και την επανάσταση της ζωής κάθε μέρα χωρίς υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Με αυτούς τους όρους η ματαίωση ένος ταξιδιού προς την Γλασκώβη και προς κάθε Γλασκώβη όπου μας περιμένει αυτό που ήδη γνωρίζουμε, ανοίγει στην πραγματικότητα άλλους δρόμους ελευθερίας. 

* Το κείμενο εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στον πολυχώροΚαθρέφτης, στη Χαλκίδα, στις 16 Μαΐου 2015.

* Η ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΝΤΙΛΗ έχει κάνει σπουδές γενικής και συγκριτικής γραμματολογίας.

Γλασκώβη
Θάνος Γώγος
Θράκα 2015
Σελ. 56, τιμή εκδότη € 7,00

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΓΩΓΟΥ