Η στοχαστική μαρτυρία του Fabien Marsaud

Κωδικός Πόρου: 007-119273-bp
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Αναφέρεται στο κείμενο
Ημερομηνία Δημιουργίας: Δευτερα, 21 Απριλιου 2014 10:45
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Διάφορα, 007-119273-bp




Περιγραφή:

Της Έλενας Μαρούτσου

Ασθενείςείναι ο πρωτότυπος γαλλικός τίτλος του βιβλίου αυτού, που στα ελληνικά αποδόθηκε ως Πάντα ήρωες(μτφρ. Χάρις Αλεξίου) από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Πρόκειται για μια μαρτυρία από τον Γάλλο μουσικό Fabien Marsaud, που στα είκοσί του εξαιτίας ενός ατυχήματος διαγνώστηκε ως ατελώς τετραπληγικός και πέρασε δώδεκα μήνες σε κέντρο αποκατάστασης. Αυτούς τους μήνες περιγράφει ο συγγραφέας σε αυτό το βιβλίο μέχρι την ανέλπιστη και κόντρα στις προβλέψεις των γιατρών επανάκτηση της κινητικότητάς του, σχεδόν στο ακέραιο, αν εξαιρέσει κανείς μια πατερίτσα, ενθύμιο κι υπενθύμιση της κατάστασης που ονομάζουμε «αναπηρία».

«Χρειάζεται χρόνος για ν’ αποδεχτούμε αυτή τη λέξη.
Είναι μια λέξη που ήρθε για να μείνει.
Η επίσημη γλώσσα έχει επιλέξει αυτό τον όρο
εγώ δεν έχω τίποτε άλλο να προτείνω»,

λέει ο Fabien Marsaud σ’ ένα από τα slam κομμάτια του (ένα είδος ποίησης σε αρκετά καθημερινή γλώσσα που απαγγέλλεται με υπόκρουση μιας μίνιμαλ μουσικής), κι όμως, σκέφτομαι, με έναν τρόπο κάτι προτείνει. Ο πρωτότυπος τίτλος Patients νομίζω πως με τη διπλή του σημασία –«ασθενείς» αλλά και «υπομονετικοί»– αποδίδει εξαιρετικά εύστοχα την κατάσταση αδυναμίας στην οποία έχουν περιέλθει οι άνθρωποι που η τύχη στους χτύπησε με αυτό τον ακραία βίαιο τρόπο, αλλά και την ψυχική κατάσταση της υπομονής με την οποία αντιμετωπίζουν αυτό το χτύπημα.

Μη οδοιπόροι, μη ήρωες

Ο Fabien Marsaud μιλάει γι' αυτό το είδος ενεργητικής υπομονής, για το είδος του κουράγιου που δείχνουν αυτοί οι άνθρωποι, «αλλά όχι ενός κουράγιου ηρωικού, όχι» επιμένει στο τέλος του βιβλίου, εξού και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ο ελληνικός εκδοτικός οίκος παρέβλεψε αυτή τη ξεκάθαρη τοποθέτηση κι επέλεξε το συγκεκριμένο τίτλο.

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τους ανθρώπους αυτούς (ας μου επιτραπεί να τους αποκαλέσω «συνοδοιπόρους του» έχοντας βέβαια συνείδηση της τραγικής ειρωνείας που υποδηλώνει ο όρος) ως τέλειους «μάρτυρες της ατιμίας και της αδικίας της ύπαρξης». Η θέση στην οποία βρίσκονται λοιπόν είναι τραγική, όχι με την αρχαία σημασία της λέξης (στις αρχαίες τραγωδίες υπάρχει αιτία για τις συμφορές που πλήττουν τα πρόσωπα, έστω κι αν πάνε πίσω αρκετές γενιές) αλλά με την υπαρξιακή, αυτή του παράλογου, του εντελώς αναίτιου και άρα άσκοπου.

Ο συγγραφέας τρέφει αναμφίβολα συμπάθεια και τρυφερότητα προς τα πρόσωπα που παρελαύνουν σε αυτές τις σελίδες –για τα οποία λέει στην αρχή πως οποιαδήποτε ομοιότητά τους με πρόσωπα που υπάρχουν ή που έχουν υπάρξει δεν είναι σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα σύμπτωσης– αλλά δεν τους τοποθετεί στο βάθρο των ηρώων. Αντιθέτως, λέει πολύ χαρακτηριστικά, με αφορμή κάποιες σκέψεις του για το πώς βλέπουν οι άλλοι έναν ανάπηρο και πώς η ιστορία κι οι ιδιαιτερότητές του εξαφανίζονται κάνοντας την αναπηρία τη μόνη του ταυτότητα:

«Και όμως μπορούμε να βρούμε τα ίδια είδη προσωπικότητας όπως κι αλλού: έναν ντροπαλό, έναν θρασύ, έναν συμπαθητικό τύπο ή έναν χοντρομαλάκα».

Οι καθηλωμένοι «συνοδοιπόροι» του συγγραφέα είναι μάρτυρες αλλά όχι άγιοι. Δεν παρουσιάζονται με κάποια αύρα που θα μεσολαβούσε σαν πέπλο ανάμεσα σ’ εκείνους και τα μάτια του αναγνώστη. Ο Fabien Marsaud σηκώνει το πέπλο για να μας τους δείξει στην πραγματικότητά τους, μια πραγματικότητα συχνά ασφυκτική, τις περισσότερες φορές θλιβερή, πού και πού αστεία, κάποτε απεγνωσμένα επιθετική, στιγμές στιγμές εξευτελιστική ή εξαντλητική, ως επί το πλείστον μοναχική αλλά και με στιγμές συγκινητικής συντροφικότητας.

Αναπόφευκτα καθρεφτίσματα

Καθώς διάβαζα λοιπόν αυτό το βιβλίο σκεφτόμουν πως αν ήταν μυθιστόρημα δεν θα ήταν καλό. Πρόσωπα έρχονται κι εξαφανίζονται, η πλοκή δεν έχει ανατροπές ή κορυφώσεις, όλο κάτι πάει να γίνει που δεν γίνεται, ιστορίες μένουν στη μέση, η δομή κι η γλώσσα δεν παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όμως το βιβλίο αυτό δεν είναι μυθιστόρημα κι έτσι όλα τα παραπάνω ίσως τελικά λειτουργούν υπέρ του. Εννοώ πως το βιβλίο αυτό έχει τα ελαττώματα που έχει κι η ίδια η ζωή. Ως μαρτυρία της λοιπόν κι όχι μετουσίωσή της ίσως είναι αναπόφευκτο, μπορεί και ωφέλιμο, να τα καθρεφτίζει.

Μέσα σε αυτόν τον καθρέφτη ο συγγραφέας μας δείχνει σκηνές που στην αρχή ίσως καταθλίβουν με την λεπτομερή καταγραφή της δύσκολης καθημερινότητάς τους –χαρακτηριστικό παράδειγμα η καταγραφή της διαδικασίας πρωινής τουαλέτας των ανθρώπων που δεν μπορούν να πάνε στην τουαλέτα– αλλά στην πορεία δημιουργούν έναν καμβά που σιγά σιγά τον συνηθίζεις (όπως το συνηθίζουν κι αυτοί) και αρχίζεις πάνω του να διακρίνεις πάνω του τα σχέδια που γράφουν αυτοί οι άνθρωποι με την επιθυμία τους για ζωή.

«Έξαφνα είδα πως ο πόνος γίνεται η πηγή για έμπνευση
κι οι σκιές του παρελθόντος δίνουν
στην πένα μου κατεύθυνση.
Αίσθημα παραγωγικό κι ο θυμός κι η απελπισία
μου δίνουν θέμα ισχυρό, να ξαναπώ την ιστορία.
να ελευθερώσω τις κραυγές μας,
τους πόνους μας να μοιραστώ
σε μια ριπή οφθαλμού γεννιέται
το λυπημένο μου γραφτό».

Γιατί γράφονται και γιατί διαβάζονται οι μαρτυρίες – μια άποψη

Έχω την αίσθηση πως πίσω από κάθε έργο από αυτά που ανήκουν στην κατηγορία της «μαρτυρίας», επειδή συνήθως πρόκειται για επώδυνες και δύσκολες εμπειρίες, υπάρχει η επιθυμία να «βγει» κάτι θετικό, κάτι που να δίνει νόημα σε αυτή την οδύνη, όσο αναίτια και άσκοπη κι αν μοιάζει. Αυτό το νόημα πιστεύω πως υπηρετεί η καταγραφή της και το μοίρασμά της με το αναγνωστικό κοινό.

Η αιτία που οι μαρτυρίες ασκούνε έλξη σε ένα μεγάλο μέρος αναγνωστών, νομίζω πως είναι η επιθυμία να διευρύνουμε την εμπειρία μας, το οπτικό μας πεδίο, για να συμπεριλάβει περιοχές που ίσως βρίσκονται στις παρυφές τους

Όσο για την άλλη πλευρά, η αιτία δηλαδή που οι μαρτυρίες ασκούνε έλξη σε ένα μεγάλο μέρος αναγνωστών, νομίζω πως είναι η επιθυμία να διευρύνουμε την εμπειρία μας, το οπτικό μας πεδίο, για να συμπεριλάβει περιοχές που ίσως βρίσκονται στις παρυφές τους. Δεν θα αγνοήσω και το κουράγιο που παίρνει κανείς απ’ τη πολυχρησιμοποιημένη προς παρηγορία σκέψη πως άλλοι βρίσκονται σε πολύ χειρότερη μοίρα, κάτι που συνήθως μας κάνει να αισθανόμαστε πολύ ελαφρύτερά τα δικά μας βάσανα. Όμως, η παρηγορητική λειτουργία αυτών των αναγνώσεων είναι κατά τη γνώμη μου βραχείας διάρκειας. Ο άνθρωπος -σαν αυτές τις κούκλες που έχουν στη βάση τους ένα βαρίδι κι όσο κι αν τις κουνήσεις πάντα επιστρέφουν στο κέντρο βάρος τους– έχει την τάση να επιστρέφει στα δικά του βάρη: μετά την ολόψυχη συμμετοχή στο δράμα της Σταύρωσης, όλοι παραπονιόμαστε για βαρύ στομάχι μετά την Ανάσταση. Αυτή είναι, κι ίσως πρέπει να είναι, η ανθρώπινη φύση.

Άλλωστε ούτε κι αυτό το βιβλίο ποντάρει στη διαρκή συναίσθηση του πόνου που συνοδεύει την «αναπηρία». Μάλλον αποκαθηλώνει τους τεραπληγικούς, τους παραπληγικούς και όλους τους παρομοίως πληγέντες, για να μας τους δείξει στις ανθρώπινές τους διαστάσεις. Μέσα από αυτό το πρίσμα μπορούμε εξάλλου και ταυτιζόμαστε, όσοι πάμε με τα πόδια κι όσοι με καροτσάκι, στο κοινό δρόμο μας που σημαδεύεται από την ευθραυστότητα της ύπαρξης και τη μεταβλητότητα της μοίρας.

«Σε τεντωμένα νήματα βαδίζουμε όλοι προφανώς,
κουτσαίνει η μοίρα καθενός
και η ύπαρξη είναι εύθραυστη σαν σπόνδυλος
αυχενικός». 

ΕΛΕΝΑ ΜΑΡΟΥΤΣΟΥ

Πάντα ήρωες
Fabien Marsaud
Μτφρ. Χάρις Αλεξίου
Μεταίχμιο 2014
Σελ. 192, τιμή € 11,00