Ενθύμιο τρυφερότητας

Κωδικός Πόρου: 007-119271-bp
Συγγραφέας ή Δημιουργός: Αναφέρεται στο κείμενο
Ημερομηνία Δημιουργίας: Σαββατο, 07 Ιουνιου 2014 00:00
Εκδότης: Ελληνική λέσχη βιβλίου
Η γλώσσα του περιεχομένου: Ελληνικά
Σχέση: Δεν έχει δηλωθεί σχέση για το συγκεκριμένο τεκμήριο
Λέξεις κλειδιά: Διάφορα, 007-119271-bp




Περιγραφή:

Ενα λεύκωμα αφιερωμένο στον παλαιοπώλη Θόδωρο Μίντζα και στις σπάνιες συλλογές του.

Του Κώστα Αγοραστού

Μπορεί μια ζωή να χωρέσει σε ένα λεύκωμα; Η απάντηση είναι πως όχι. Ιδιαίτερα αν αναφερόμαστε σε μια ζωή τοσο πλούσια και γεμάτη όσο αυτή του Θόδωρου Μίντζα.

Ο Θόδωρος Μίντζας ήταν ο ιδιοκτήτης του παλαιοπωλείου ΑΝΘΕΣ, ενός από τα πιο γνωστά του κέντρου των Αθηνών κατά τις δεκαετία ’70, ’80 και ’90. Εκεί συγκέντρωνε σπουδαία κομμάτια λαϊκής τέχνης τα οποία, με τη φροντίδα και τη βοήθεια του επί χρόνια συνεργάτη του Ανδρέα Σκουργιαλού, αναδείκνυει θέτοντάς τα σε καθημερινή χρήση. Και αυτό γιατί ο Μίντζας δεν ήταν ένας συλλέκτης με τη στενή έννοια του όρου. Όλες του οι συλλογές, μεγάλης αξίας αναμφίβολα, ήταν διασκορπισμένες στο ισόγειο της οδού Πινδάρου, όπου βρισκόταν το παλαιοπωλείο, καθώς και στους επάνω δύο ορόφους, όπου ήταν η ιδιωτική του κατοικία. Όπως διαβάζουμε στο λεύκωμα από ένα δημοσίευμα της εποχής: “Το γοητευτικότερο σ’ αυτό το σπίτι είναι πως ούτε οι συλλογές, ούτε τα άλλα πολύτιμα αντικέιμενα και έπιπλα που βρίσκονται εκεί, το κάνουν να μοιάζει με μουσείο. Τα πολύτιμα κουτιά των γυρολόγων, στολισμένα με φίλντισι ή ξύλο τριανταφυλλιάς, τα βρίσκεις ακουμπισμένα ακόμα και επάνω στην τηλεόραση. Οι κλεψύδρες έχουν τη γωνιά τους και ο καθένας μπορεί να τις αγγίξει, να παίξει μαζί τους. Δεν είναι καθόλου παράξενο όταν ζητήσεις ένα ποτήρι νερό, να σ’το σερβίρουν σ’ ένα πολύτιμο ποτήρι από παλιό κρύσταλλο χαραγμένο στο χέρι”. Αυτό αποτελεί μια ένδειξη για τον χαρακτήρα, τις συνήθειες και τη βαθύτερη σχέση που είχε ο Μίντζας με τα αντικείμενα. Δεν ήταν ένας μεταπράτης, αλλά ένας άνθρωπος που έβαζε όλη του την αγάπη και τη φροντίδα σε κάθε ξεχωριστό κομμάτι.

Οι φίλοι

Αγάπη και φροντίδα έδινε επίσης απλόχερα στους φίλους του και στα σκυλιά του (τον Άρη και την Καρίνα). Γενναιόδωρα δείπνα, πολυάριθμες συνάξεις, συζητήσεις με φίλους και ταξίδια για τον εμπλουτισμό της συλλογής του ήταν στην καθημερινότητα του Μίντζα. Σ’ αυτό το λεύκωμα φίλοι, συνάδελφοι αλλά και πολύ κοντινοί του άνθρωποι έχουν γράψει από ένα μικρό σημείωμα, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη τους και τη βαθιά τους αγάπη. Η Πέγκη Ζουμπουλάκη, ο Άγγελος Δεληβοριάς, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Γιώργος Γκούτης, μεταξύ άλλων, θυμούνται περιστατικά αστεία, γεγονότα που τους σημάδεψαν στην επαγγελματική και φιλική τους σχέση.

Μπορεί στις μέρες μας να είναι αυταπόδεικτη η αξία της λαϊκής τέχνης, τότε όμως, πίσω στη δεκαετία του ’80 και του ’90, όταν κυριαρχούσε ο νεοπλουτισμός και η επίδειξη της οικονομικής επιφάνειας, ο Θόδωρος Μίντζας από το παλαιοπωλείο του στο Κολωνάκι, σχεδόν επέβαλε, σε όλους αυτούς το γούστο του και την αισθητική του κόντρα στο ντιζάιν και τα “κλασικά ευρωπαϊκά” κομμάτια. Η τέχνης της ελληνικής επαρχίας, των νησιών και της ηπειρωτικής Ελλάδας αναδείχθηκε, φωτίστηκε μέσα από το μεράκι και την αγάπη του παλαιοπώλη και μπήκε σε μεγάλο αριθμό σπιτιών, συνδέοντας το αδικημένο παρελθόν με το θολό παρόν.

    Κασελάκι πλανόδιων αργυροχρυσοχόων (19ος αι.)
    Δωρεά Θ. Μίντζα στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.

Οι συλλογές

Στο λεύκωμα υπάρχουν επίσης άρθρα από περιοδικά διακόσμησης της εποχής, που παρουσιάζουν τη δουλειά του Θόδωρου Μίντζα, δύο εκτενείς του συνεντεύξεις καθώς και πολλές φωτογραφίες από τις ιδιωτικές του συλλογές. Αν ήταν να ξεχωρίσουμε ορισμένες, μεταξύ αυτών θα ήταν και αυτή με τα κουτιά των χρυσοχόων. Κουτιά πολύπλοκης κατασκευής με πολλά μικρά συρτάρια και κρύπτες. Πολλά από αυτά τα κουτιά είχαν δερμάτινα λουριά, τα οποία έδεναν στην πλάτη του χρυσοχόου για να μεταφέρει τα υλικά του. Άλλη μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά φωτογραφιών είναι αυτή που απεικονίζει τις κασέλες. “Η κασέλα ήταν το κυριότερο αντικείμενο του ελληνικού σπιτιού. Μέσα της φύλαγαν τα πολύτιμα προικιά. Ήταν μάλιστα και η ίδια η κασέλα προικιό, το ΄παιρνε η νύφη όταν έφευγε από το σπίτι της. Πολύ συχνά βρίσκουμε ξυλόγλυπτες. Όμως οι πιο σπάνιες κασέλες είναι οι ζωγραφιστές, που τις βρίσκουμε κυρίως στη Μυτιλήνη. Τις κασέλες αυτές τις ζωγράφιζαν οι ίδιοι οι ζωγράφοι που ζωγράφιζαν και τους τοίχους ή τα ταβάνια, και που συνόδευαν τις γιαννιώτικες κομπανίες των χτιστών, όταν πήγαιναν να κατασκευάσουν ένα σπίτι”.

Το λεύκωμα, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, σε επιμέλεια της Ελένης Μαρτίνου, στοχεύει, πέρα από τη σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Θόδωρου Μίντζα, και στη ευρύτερη διάδοση της αγάπης του για οτιδήποτε περικλείει η έννοια της ελληνικότητας. Όπως σημειώνει και ο Γιώργος Παναγόπουλος, πολύ κοντινός του άνθρωπος τα τελευταία 25 χρόνια: “Στις 25 Σεπτεμβρίου του 2012 έγειρες στον ώμο μου και κοιμήθηκες. Όμως τίποτε δεν τελείωσε, όλοι είμαστε εδώ μαζί σου και το ταξίδι συνεχίζεται”.

ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ

 

Ο αγαπητός κ. Θ.Κ. Μίντζας
Επιμέλεια: Ελένη Μαρτίνου
Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα 2014
Σελ. 200, τιμή € 20,00